Οι Ρωμαιοκαθολικοί ή Παπικοί

rome

Α΄ Οι  Ονομασίες  τους

Η ονομασία Ρωμαιοκαθολικοί προέρχεται αφενός μεν από την έδρα του Παπικού θρόνου που ήταν παλαιότερα και σήμερα η Ρώμη, αφετέρου δε από τον όρο Καθολική* Εκκλησία.  Το όνομα «Καθολική» το χρησιμοποιούν οι Παπικοί όλως αυθαιρέτως, εννοώντας ότι αποτελούν τη «Μια Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» του Χριστού, σύμφωνα με το σύμβολο της πίστεώς μας. Αυτό  όμως σημαίνει ότι πρέπει να βρίσκονται σε ενότητα πίστεως και ζωής με την Εκκλησία του Χριστού, έτσι όπως την παρέδωσαν οι άγιοι απόστολοι και την βίωσαν και διαφύλαξαν οι άγιοι, με την άσκηση τους και την μυστηριακή συμμετοχή τους στην άκτιστη χάρη του Θεού. Αυτό όμως στους Ρωμαιοκαθολικούς δεν συμβαίνει, διότι όχι μόνο εισήγαγαν νέα έθιμα στο χώρο της λατρείας, αλλά και νόθευσαν την καθολική πίστη και αλήθεια για τον Τριαδικό Θεό, τον άνθρωπο και τη σωτηρία του, εισάγοντας νέα δόγματα, με αποτέλεσμα να αποσχισθούν πνευματικά από την Καθολική Ορθόδοξη πίστη . Η ονομασία Παπικοί οφείλεται στον Πάπα της Ρώμης, τον αντίστοιχο δηλ. Πατριάρχη της Ρωμαιοκαθολικής ομολογίας.

* Για τον όρο Καθολική υπάρχουν τρεις ερμηνείες: α) Ότι η Εκκλησία υπάρχει για όλο τον κόσμο, β) ότι διαθέτει όλη την αλήθεια για τον Τριαδικό Θεό τον άνθρωπο και τη σωτηρία του, γ) ότι η ζωή που έχει η Εκκλησία είναι κοινή για όλα τα μέλη της.

Β΄ Ιστορικά στοιχεία

Ανέκαθεν υπήρχαν αντιθέσεις και διαφορές μεταξύ  Δυτικού και Ανατολικού τμήματος της Εκκλησίας και αυτό οφειλόταν στη διαφορετική νοοτροπία και πολιτιστική κληρονομιά που υπήρχε ανάμεσά τους. Η διαφορετικότητα επίσης της γλώσσας που επικράτησε εκατέρωθεν (Λατινικής και Ελληνικής αντίστοιχα) είχε ως αποτέλεσμα την άγνοια των θεοπνεύστων έργων των μεγάλων Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας  στη Δύση επί σειρά πολλών ετών. Το αποτέλεσμα ήταν η Δυτική Εκκλησιαστική κοινότητα σταδιακά ν’ απομακρύνεται από την αρχαία τάξη και παράδοση και να διαμορφώνει νέες λατρευτικές και τελετουργικές συνήθειες εισάγοντας νέα έθιμα ξένα προς την Ανατολική Παράδοση. Η Ανατολή ανεχόταν τις εκτροπές και τις αταξίες, ελπίζοντας στη διόρθωση με την πάροδο του χρόνου. Αλλά τα πράγματα χειροτέρευαν έως ότου ο Πάπας Ρώμης, προς έκπληξη της Ανατολικής Εκκλησιαστικής κοινότητας και των επισκόπων της, εμφανίστηκε ξαφνικά ως «θείω δικαίω άρχων της Εκκλησίας και του σύμπαντος κόσμου», έχοντας την αξίωση να ηγείται όχι τιμητικά όπως όριζαν οι κανόνες αλλά εξουσιαστικά ως μονοκράτορας όλων των τοπικών Εκκλησιών, ικανοποιώντας έτσι τις φιλοδοξίες του. Έτσι στις 16-7-1054 ο Καρδινάλιος Ουμβέρτος, απεσταλμένος του Παπικού θρόνου, επειδή δεν «συμμορφωνόταν» η Ανατολική Εκκλησία με τις αξιώσεις του και δεν αποδεχόταν τις καινοτομίες του απέθεσε πάνω στην Αγία Τράπεζα του ναού της αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, τον αφορισμό της Ανατολικής Εκκλησίας κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας,  με το πρόσχημα ότι βρίσκεται σε αίρεση. Ο τότε πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος συγκάλεσε σύνοδο με τους άλλους Ορθόδοξους Πατριάρχες και ανταπέδωσε τον αφορισμό στον Πάπα, όχι μόνο για την αυθάδειά του, αλλά και για τις δογματικές κακοδοξίες που  εισήγαγε αυθαίρετα στην Εκκλησία . Με την πράξη αυτή οριστικοποιήθηκε ο χωρισμός Δυτικής και Ανατολικής Χριστιανοσύνης.

Γ΄ Οι κακοδοξίες τους

1. Το Πρωτείο του Πάπα

Σύμφωνα με τον 28ο Κανόνα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου αναγνωρίζονται ίσα πρεσβεία τιμής στους Πατριάρχες Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως και μάλιστα ο Ρώμης εθεωρείτο πρώτος μεταξύ ίσων λόγω της πολιτικής σημασίας της πρεσβυτέρας Ρώμης Πάπας όμως σύμφωνα με την πρώτη σύνοδο του Βατικανού (1870) όρισε ότι έχει «την πλήρη και υπερτάτη εξουσία δικαιοδοσίας εφ’ ολοκλήρου της Εκκλησίας…δύναμη τακτική και επί πασών των Εκκλησιών και επί πάντων των ποιμένων, δικαιοδοσία απόλυτη και εις θέματα πίστεως και ηθών και εις θέματα πειθαρχίας και διοικήσεως της Οικουμενικής Εκκλησίας». Το πρωτείο του Πάπα και  πριν να γίνει δόγμα πίστεως, ήταν βασική και αδιαπραγμάτευτη  θεωρία των Ρωμαιοκαθολικών. Έτσι ο Ρώμης νόμισε ότι ήταν υπερεπίσκοπος και ότι είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει και να ρυθμίζει όλα τα ζητήματα των διαφόρων τοπικών Εκκλησιών, όχι βεβαίως διαλογικά, αλλά εξουσιαστικά. Ανακήρυξε λοιπόν τον εαυτό του μοναδικό αντιπρόσωπο και τοποτηρητή του Χριστού πάνω στη γη και κάτι περισσότερο: Αρχηγό και ορατή κεφαλή της Εκκλησίας! Χωρίς Πάπα δεν μπορεί να νοηθεί Εκκλησία. «Όπου Πάπας εκεί και η Εκκλησία» (Πάπας Παύλος ΣΤ΄). Η αλήθεια είναι ότι μόνο ο Χριστός είναι κεφαλή και αρχηγός της Εκκλησίας και αυτό μας το λέει καθαρά η Αγία Γραφή: Εφεσ. 1,22-23 και 5,23. Κανένας απόστολος του Χριστού δεν ισχυρίστηκε ότι είναι κεφαλή της Εκκλησίας και όμως ο Πάπας το τόλμησε, με αποτέλεσμα να επέλθει το σχίσμα. Ένα μόνο πρωτείο όρισε ο Χριστός: «ως αν θέλει ημων γενέσθαι πρώτος έσται πάντων δούλος» (Μαρκ. 10,44).

2. Το Αλάθητο του Πάπα

Το αλάθητο του Πάπα είναι μια άλλη μορφή του πρωτείου, η συμπλήρωσή του. Αφού όρισε τον εαυτό του ανωτάτη Εκκλησιαστική αρχή, φυσικό ήταν να προσλάβει και το γνώρισμα του αλαθήτου που ήταν χαρακτηριστικό μόνο των Οικουμενικών Συνόδων, αφού ο λαός του Θεού τις αποδεχόταν. Μπορεί λοιπόν ο εκάστοτε Πάπας ν’ αποφαίνεται αλάθητα «εκ καθέδρας», να ορίζει και να καθιερώνει νέες δοξασίες που αναφέρονται στην πίστη και στα ήθη, και τις διδασκαλίες αυτές είναι υποχρεωμένη να τις παραδέχεται ολόκληρη η Εκκλησία γιατί διαφορετικά αναθεματίζεται (Α΄Βατικάνια Σύνοδος 1870, Δ΄Κεφ.)

Αφού λοιπόν οι Πάπες είναι αλάθητοι, πώς επλανήθηκαν κάποιοι εξ αυτών και έπεσαν σε αιρέσεις και καταδικάστηκαν από Οικουμενικές συνόδους και τους διαδόχους τους Παπικούς; (π.χ. ο Πάπας Ονώριος).

Το δόγμα αυτό προκάλεσε την αγανάκτηση όχι μόνο των Ορθοδόξων αλλά και μερίδας Ρωμαιοκαθολικών με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το σχίσμα των Παλαιοκαθολικών. Αλλά τι χρειάζονται οι Παπικές σύνοδοι αφού ο Πάπας είναι  υπεράνω της Εκκλησίας, η υπέρτατη αρχή επί γης και συνάμα αλάθητος στις αποφάσεις του; Και ο πιο απλός άνθρωπος κατανοεί ότι με αυτό το δόγμα καταργείται όχι μόνο ο θεσμός της συνόδου αλλά και της δημοκρατίας μέσα στο σώμα της Ρωμαιοκαθολικής ομολογίας.

3.Ο Παποκαισαρισμός  και το κράτος του Βατικανού.

Ο Πάπας δεν επαναπαύτηκε στην θρησκευτική εξουσία του. Το πρωτείο του θέλησε να επεκτείνει και στην κοσμική εξουσία, δηλαδή να συνδυάσει αρχιερατική και βασιλική εξουσία μαζί. Έτσι οι πάπες έδωσαν σκληρούς αγώνες ώστε να υποτάξουν τους ηγεμόνες κάτω από την εξουσία και αυθεντία τους. Πολλοί εξ αυτών επαναστάτησαν αλλά τελικά κατόρθωσε να επιβληθεί με όπλα του, τους αφορισμούς και αναθεματισμούς βασιλέων και βασιλευομένων. Εδραίωσε έτσι το κράτος του Βατικανού με στρατό, αστυνομία, εξωτερική πολιτική, διεθνείς σχέσεις, τράπεζες, οικονομικές επενδύσεις , δίνοντας εντολές και ευλογίες για κατακτητικούς πολέμους, σταυροφορίες, διώξεις αντιφρονούντων κ.ά. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός έτσι κατάντησε μια ανθρωποκεντρική εκκοσμικευμένη οργάνωση, όπου ο ανθρώπινος εγωκεντρισμός περιβλήθηκε με θείο κύρος. Η ανάμιξη όμως κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας απαγορεύεται όχι μόνο από την Αγία Γραφή: «τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. 22,21), αλλά και από τον 83ο κανόνα των Αγίων Αποστόλων. Άρα έχει επιλέξει λανθασμένη πορεία ο «αλάθητος» Πάπας.

4. Το Φιλιόκβε (Fillioque)

Το αλάθητο του Πάπα ακολούθησε η κακοδοξία του Φιλιόκβε δηλαδή ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται (προέρχεται, πηγάζει) όχι μόνο από τον Θεό Πατέρα αλλά και από τον Υιό Του. Η αιτία δηλ. της υπάρξεώς του σύμφωνα με τους Παπικούς είναι και ο Υιός οπότε εισάγεται διαρχία στην Θεότητα. Η διδασκαλία αυτή περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού» είχε την αρχή της σε κάποιους αρχαίους Λατίνους Πατέρες, αλλά από το 1014 θεσπίστηκε και υιοθετήθηκε επίσημα από όλο τον Παπισμό, δημιουργώντας σοβαρά θεολογικά προβλήματα και προσβάλλοντας κατευθείαν την Τριαδική Θεολογία και την πίστη της Εκκλησίας. Είναι δε όλως αντίθετη στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής που σαφώς ορίζει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μ ό ν ο από τον Θεό Πατέρα (Ιωαν. 15,26).

5. Απόδοση κτιστών ενεργειών στον άκτιστο Θεό.

Γνωρίζουμε ότι κτιστές ενέργειες (ιδιότητες) έχουν μόνο τα κτίσματα (τα δημιουργήματα). Όταν ισχυριζόμαστε ότι ο άκτιστος (αδημιούργητος) Θεός έχει κτιστές ενέργειες βρισκόμαστε σε πλάνη. Διότι πολύ εύκολα μπορεί κανείς να εκλάβει τις συναισθηματικές του ευαισθησίες, τις γνωστικές του ικανότητες ή τον θεολογικό του στοχασμό ως θεϊκές αποκαλύψεις. Όμως, από την εμπειρία και μαρτυρία των αγίων μας, γνωρίζουμε ότι η Θεία Χάρις είναι συγκατάβαση του Θεού άκτιστη στους «καθαρούς τη καρδία» (Ψαλ.50,12 καιΜατθ.5,8), γι’ αυτό και απερίγραπτη (πρβλ.Β΄Κορ.12,4),  όχι όμως διανοητική σύλληψη  του ανθρώπου. Έτσι -μέσω των ακτίστων ενεργειών του Θεού- μπορεί να επιτευχθεί η κατά χάριν ένωση του Θεού με τον άνθρωπο, που συνιστά τη σωτηρία του. Διαφορετικά εάν οι θείες ενέργειες είναι κτιστές (άρα ατελείς) πως σώζουν τον κτιστό άνθρωπο;

 

 

6. Η ικανοποίηση της Θείας Δικαιοσύνης

Κατά τους Ρωμαιοκαθολικούς έστειλε ο Θεός τον Υιό του στον κόσμο για να σταυρωθεί, ώστε με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί η Θεία Δικαιοσύνη από την προσβολή που υπέστη λόγω των αμαρτιών μας. Έτσι ο Χριστός -σύμφωνα με τους Παπικούς- τιμωρείται στη θέση μας και χύνει το πανάγιο Αίμα Του, δίνοντας ικανοποίηση στον Θεό Πατέρα και καταπραΰνοντας την οργή Του για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Η σαδιστική αυτή θεωρία για τον Θεό δημιούργησε στους Ρωμαιοκαθολικούς την ιερά εξέταση, τις σταυροφορίες, τους ιερούς πολέμους και νομιμοποίησε κάθε μορφή βίας εναντίον των «εχθρών» της πίστεως, οι οποίοι τιμωρούμενοι και διωκόμενοι, εξαγνίζονταν έναντι του Θεού (πληρώνοντας το τίμημα των αμαρτιών τους). Έτσι τα λεγόμενα επιτίμια που δίδονται δια του μυστηρίου της εξομολογήσεως, θεωρούνται τιμωρητικά μέσα νομικού και ποινικού χαρακτήρα και όχι παιδαγωγικά και θεραπευτικά μέσα όπως σε εμάς για να εθιστεί ο άνθρωπος στην αρετή.

7. Το Καθαρτήριο πυρ

Με αυτή την θεωρία πιστεύουν ότι οι ψυχές των αμαρτωλών μετά θάνατον, που δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν τις ποινές του εξομολόγου τους στη γη, βασανίζονται προσωρινά μέσα σε «φωτιά» για να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους, και έπειτα εισέρχονται καθαρές στον Παράδεισο. Όμως πουθενά στην Αγία Γραφή δεν γίνεται λόγος για «καθαρτήριο πυρ» αλλά μόνο για αιώνιο παράδεισο και αιώνια κόλαση (Ματθ. 25,46).

 

8. Οι αξιομισθίες των αγίων και οι λυσίποινες αφέσεις.

Επειδή  στους Ρωμαιοκαθολικούς η αμαρτία δεν θεωρείται ασθένεια της ψυχής αλλά αξιόποινη παρεκτροπή και προσβολή του Θεού, για αυτό και πρεσβεύουν ότι οι ποινές επιβάλλονται από το Θεό στους αμαρτάνοντες και διακρίνονται σε αιώνιες και πρόσκαιρες. Οι αιώνιες συγχωρούνται δια της μετανοίας, ενώ οι πρόσκαιρες προλαμβάνονται ή μετριάζονται με μεσολαβητή τον Πάπα. Πως το κατορθώνουν αυτό; Λέγουν ότι οι καλές πράξεις των αγίων, ιδιαιτέρως δε της Παναγίας ήταν αρκετές για να σωθούν οι ίδιοι, αλλά και περίσσεψαν. Αυτό το περίσσευμα αγαθών έργων των αγίων, ο Πάπας μπορεί να το διαχειρίζεται προσωπικά και να το μεταβιβάζει σε άλλους ανθρώπους, αμαρτωλούς, που υστερούν σε καλά έργα και έτσι να λύονται οι ποινές τους. Αυτό μπορεί να εφαρμοστεί όπως πιστεύουν όχι μόνο για τους ζωντανούς αλλά και για τους νεκρούς ακόμα! Προέκυψαν έτσι τα λεγόμενα συγχωροχάρτια (γραπτές βεβαιώσεις αφέσεων) και μάλιστα επί πληρωμή! Αυτή η απαράδεκτη τακτική προκάλεσε την αγανάκτηση του Πάστορα Λουθήρου το 1517 και ξέσπασε το νέο σχίσμα του Προτεσταντισμού, που αναστάτωσε την Ευρώπη με νέες θρησκευτικές αντιπαραθέσεις και φιλονικίες. Αν λοιπόν η σωτηρία μας μπορεί να εξαγοραστεί τι χρειάζεται ο προσωπικός αγώνας προς εξαγιασμό μας;

 

9. Η Μαριολατρεία.

Θέλοντας οι Παπικοί να ανυψώσουν ακόμη περισσότερο το πρόσωπο της Παναγίας, διατύπωσαν κατά καιρούς τα εξής κακόδοξα δόγματα:

α) Περί ασπίλου συλλήψεως (1854). Δηλαδή ότι η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της διατηρήθηκε τελείως καθαρή από το ρύπο του προπατορικού αμαρτήματος. Όμως η ίδια η Παναγία δια του στόματός της τους διαψεύδει, διότι ονομάζει τον Θεό Σωτήρα της. (Λουκ. 1,4). Η άσπιλη σύλληψη ισχύει αποκλειστικά και μόνο για το Χριστό που συνελήφθη υπερφυσικά, «εκ Πνεύματος Αγίου» (πρβλ. Λουκ. 1,35).

β) Ότι είναι Μεσίτρια και Συλλυτρώτρια (1891), μαζί με το Χριστό (πρβλ. Α΄Τιμ.2,5), με την έννοια ότι συμμετέχει στο λυτρωτικό έργο του Υιού της και  δεν παρέχεται τίποτε σε εμάς χωρίς την μεσιτεία της. Η αλήθεια είναι ότι η Θεοτόκος πρεσβεύει για τη σωτηρία των ανθρώπων, όπως ακριβώς και όλοι οι άγιοι.

γ) Της ενσώματης μεταστάσεώς της στους ουρανούς (1950), χωρίς να γνωρίσει θάνατο και ταφή. Δηλαδή τιμήθηκε περισσότερο και από τον Υιό της, τον Θεάνθρωπο Χριστό που απέθανε και ετάφη κατά το Ιερό Ευαγγέλιο! Σχεδόν την κατατάσσουν μαζί με την Αγία Τριάδα, ώστε να γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα!

*Συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος υπ’ αριθ. 9

 10. Στη Θεία Ευχαριστία.

α) Χρησιμοποιούν άζυμο άρτο.  Είναι η λεγόμενη «όστια», που σημαίνει σφάγιο στα λατινικά, σε σχήμα μικρού νομίσματος. Όμως σύμφωνα με την Αγία Γραφή ο Χριστός κατά την παράδοση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας (Μυστικό Δείπνο) της Μ. Πέμπτης, χρησιμοποίησε ένζυμο άρτο. Τα άζυμα οι Ιουδαίοι εν όψει του Πάσχα τα έτρωγαν από την Παρασκευή το εσπέρας και έπειτα. Εξ άλλου ο Κύριος τέλεσε το Νέο και όχι το Ιουδαϊκό Πάσχα. Υπ όψιν δε ότι μέχρι το 1053 χρησιμοποιούσαν και αυτοί ένζυμο άρτο.

β) Ο χρόνος καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. Πιστεύουν ότι τα Τίμια Δώρα (άρτου και οίνου), καθαγιάζονται μόνο με την απλή επανάληψη των ιδρυτικών λόγων του Κυρίου μας, «Λάβετε φάγετε τούτο μου εστί το σώμα…πίετε εξ αυτού πάντες τούτο μου εστί το αίμα…» (Ματθ. 26,26-28), χωρίς την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, δηλ. «Μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω Αγίω», γιαυτό και την κατήργησε.

γ) Η αποχή των λαϊκών από το άγιο ποτήριο.Προφασιζόμενοι «κινδύνους και τινά σκάνδαλα»,  όπως αυτό της «εκχύσεως εξ απροσεξίας του Τιμίου Αίματος», δεν μεταδίδουν και τα δυο « άγια δώρα» στους πιστούς κατά τρόπο αδικαιολόγητο, καθώς η πρακτική αυτή αντιτίθεται  στην εντολή του Κυρίου μας: «πίετε εξ αυτού π ά ν τ ε ς…» (Ματθ. 26,27).

δ) Η πλήρης αποχή των νηπίων από την Θεία Ευχαριστία, τάχα γιατί «στερούνται επαρκούς κρίσεως» και «ως μη ικανά να διακρίνουν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου». Αλλά ποιος από τους ενήλικες μπορεί να κατανοήσει το ανεξιχνίαστο αυτό μυστήριο; Εξ άλλου όπως γνωρίζουμε ο Τίμιος Πρόδρομος από την εμβρυακή του ακόμη κατάσταση έγινε δοχείο της Θείας Χάριτος, παρά το γεγονός ότι υστερείτο «επαρκούς κρίσεως»(πρβλ.Λουκ.1,41).

11. Το «βάπτισμα τους».   

Από το 14ο αιώνα και έπειτα, καθιέρωσαν να το τελούν δια ραντισμού, ενώ αυτός ο τύπος βαπτίσματος ετελείτο μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις, λόγω λειψυδρίας (σε έρημο), ή λόγω βαρειάς ασθενείας. Όμως το ρήμα «βαπτίζω» σημαίνει βυθίζω, βουτώ στο νερό και όχι ραντίζω. Άλλωστε και ο Κύριός μας «βαπτισθείς α ν έ β η  ευθύς από του ύδατος»(Ματθ. 3,16).

12. Το «χρίσμα τους».

Καθιέρωσαν να γίνεται σε ηλικία επτά ετών, και με επίθεση των χειρών μόνο, χωρίς επάλειψη με Άγιο Μύρο. Κατά συνέπεια  δεν μπορούν να κοινωνούν τα παιδιά μέχρι τότε.

13. Η εξομολόγηση.

Καθιερώθηκε να γίνεται μέσα σε φορητά κουβούκλια, (έπιπλα σε σχήμα φορητής ντουλάπας), με χώρισμα στο μέσον, το οποίο έχει σε ένα σημείο μικρές τρύπες για να ακούεται η φωνή των συνομιλούντων. Στο ένα μέρος κάθεται ο ιερέας και στο άλλο ο εξομολογούμενος χωρίς να βλέπει ο ένας τον άλλο. Με αυτό τον τρόπο χάνεται όχι μόνο η προσωπική επαφή και γνωριμία πιστού και εξομολόγου, αλλά χάνεται και η ντροπή, η συναίσθηση της αμαρτωλότητας, η συντριβή και η μετάνοια που είναι βασικές προϋποθέσεις της εξομολόγησης. Ας λάβουμε δε υπόψη μας, ότι όλως αντιθέτως από την πρακτική των Παπικών, στην πρωτοχριστιανική εποχή, για να χτυπηθεί ο εγωισμός στη ρίζα του, γινόταν δημόσια εξομολόγηση των πιστών και υπήρχαν μάλιστα και τάξεις μετανοούντων που έπαιρναν και ανάλογη θέση  μέσα στο ναό.

14. Ο γάμος.

Υποστηρίζουν την αμοιβαία συγκατάθεση των μελλονύμφων εις βάρος της ιερολογίας του μυστηρίου, γι αυτό υπήρξαν και περιπτώσεις αναγνωρίσεως «γάμων» ως κανονικών χωρίς να έχουν ευλογηθεί από ιερείς. Σύμφωνα όμως με την Ορθόδοξη πίστη, είναι η ιερολογία και ευλογία της Εκκλησίας, που σφραγίζει ισόβια την συμφωνία του ανδρογύνου και χαρίζει ιερότητα στο δεσμό. Ας προστεθεί δε και η αντιευαγγελική απόφαση του Βατικανού, να μην εκδίδει για κανένα λόγο διαζύγια, έστω και εάν υπάρχει η παρεκτροπή της μοιχείας, ενώ ο ίδιος ο Κύριος στην περίπτωση αυτή το επέτρεψε (Ματθ. 5,32 και 19,9)

15. Η «ιεροσύνη τους».

α) Χειροτονούν τους κληρικούς τους δια χρίσματος, ενώ σαφώς υπάρχει η αποστολική παράδοση η χειροτονία να γίνεται δια επιθέσεως των χειρών του επισκόπου (επί της κεφαλής), όταν πρόκειται για χειροτονία διακόνων και πρεσβυτέρων  (Πραξ. 6,6/14,23, Α΄Τιμ. 4,14, Β΄Τιμ. 1,6) και δια επιθέσεως του Ευαγγελίου όταν πρόκειται για επισκόπους.

β) Η υποχρεωτική αγαμία σε όλο τον κλήρο. Επέβαλαν στους ιερείς τους την αγαμία, χωρίς βεβαίως υπόσχεση παρθενίας. Ενώ πουθενά δεν ορίζεται τέτοια εντολή. Αντιθέτως επιτρεπόταν ο γάμος όσων επιθυμούσαν να προσέλθουν στην ιεροσύνη. (πρβλ. Ματθ. 8,14, Τιτ. 1,5-6, Α΄Τιμ. 3,2 / 3,12).

γ) Καθιέρωσαν το θεσμό των Καρδιναλίων.Τάξη κληρικών του Βατικανού όλων των βαθμών (διακόνων, πρεσβυτέρων και επισκόπων) , που  θεωρούνται βασικοί συνεργάτες του Πάπα, έχουν αποκλειστικό προνόμιο την εκλογή του και φορούν ερυθρά ενδύματα.  Το έκαναν αυτό για να αποφευχθούν οι προσπάθειες αυτοκρατόρων και ηγεμόνων να αναδεικνύουν Πάπες της αρέσκειάς τους. Ενισχύθηκε έτσι ένα είδος ολιγαρχίας και αριστοκρατίας στην   εκκλησιαστική τους διοίκηση .  Ένας λοιπόν επίσκοπος που δεν είναι καρδινάλιος ουδέποτε μπορεί να εκλεγεί Πάπας. Ο θεσμός των καρδιναλίων όπως λειτουργεί σήμερα είναι άγνωστος στην Εκκλησία και δεν συμφωνεί με την εκκλησιαστική παράδοση.

δ) Υπερτονίζουν τις πνευματικές ιδιότητες του κλήρου. Πιστεύουν ότι τελούν τα μυστήρια,  όχι εξ ονόματος του Θεού δια της Θείας Χάριτος, αλλά ότι έχουν οι ίδιοι την αξία και την εξουσία για ό,τι κάνουν, γι αυτό δεν λένε «βαπτίζεται», «χρίεται», «συγχωρήσαι σοι δι εμού του αμαρτωλού», όπως εμείς αλλά: «βαπτίζω», «χρίω», «συγχωρώ». Επίσης θεωρούν ότι η ενέργεια των μυστηρίων γίνεται μηχανικά και υποχρεωτικά και δεν εξαρτάται από την διάθεση και προετοιμασία του πιστού!

 16. Το ευχέλαιο.

Τον  12ο αιώνα καθιέρωσαν το ιερό ευχέλαιο να τελείται μόνο μια φορά σε ετοιμοθάνατους, σαν τελευταίο εφόδιο, γι’ αυτό και το ονομάζουν «εσχάτη χρίση» ή «μυστήριο των αποθνησκόντων». Τελευταία αρχίζουν και διαφοροποιούν την τακτική τους δίδοντάς το και στους ασθενείς όπως ορίζει το Ευαγγέλιο (Ιακ. 5,14-15), όμως αποκλείουν από αυτό τα μικρά παιδιά και τους ψυχασθενείς λόγω νοητικής ανικανότητας. Ενώ ο άγιος Ιάκωβος δεν εξαιρεί κανένα.

17. Οι «εικόνες τους»

Πρόκειται μάλλον για θρησκευτική ζωγραφική, όπου οι άγιοι αποδίδονται με φυσικότητα και ρεαλισμό, με εύρωστη σωματική διάπλαση και με άψογο αισθητικό κάλλος, ώστε να επιβάλλεται αναντίρρητα η τελειότητα (αλάθητο) της μορφής. Μάλιστα οι ζωγράφοι τους έφθασαν στο κατάντημα συχνά να χρησιμοποιούν ως πρότυπα για να αποδώσουν τη μορφή της Παναγίας, των αγγέλων και άλλων ιερών προσώπων, τις ερωμένες τους ή και άλλους τυχαίους ανθρώπους, αμφιβόλου ηθικής ποιότητας π.χ. ο Ραφαήλ (1483-1520), ο Ρούμπενς (1577-1640),ο Μιχαήλ Άγγελος (1475-1564) κ.ά. Προσπάθησαν με αυτό τον τρόπο να συγκινήσουν συναισθηματικά και να εντυπωσιάσουν αισθητικά τους πιστούς και όχι να τους κατανύξουν πνευματικά, όπως επιδιώκεται με τις  βυζαντινές εικόνες. Ο σκοπός της τέχνης τους δεν είναι να ανάγει τον νου του θεατή στον ουρανό και στον Θεό, ατενίζοντας μια άλλη μεταμορφωμένη και αγιασμένη πραγματικότητα, αλλά να κατεβάσει  το νου του ανθρώπου στη γη, δια του Θεού, επιβάλλοντας  μια υπέροχη εγκόσμια τελειότητα. Η τέχνη τους δηλ. είναι ανθρωποκεντρική κι όχι θεανθρωποκεντρική, γι’ αυτό και δεν τιμούν τις εικόνες, ούτε τις ασπάζονται όπως ορίζει η εκκλησιαστική τάξη.

Οι καινοτομίες τους όμως δεν σταματούν εδώ. Επισημαίνουμε μερικές ακόμη εν συντομία:

·         Η τοποθέτηση αγαλμάτων και ανδριάντων αγίων μέσα στους ναούς τους, που παραπέμπουν στην ειδωλολατρία, στην παχύτητα και τον αισθησιασμό του υλικού κόσμου.

·         Η χρήση μουσικών οργάνων (αρμονίου), στη θεία λατρεία, η καθιέρωση πολυφωνικής χορωδίας, ενίοτε και η παρουσίαση τελετουργικών χορών μέσα στο ναό!

·         Η καθιέρωση νέων εορτών π.χ. της  Ιεράς Καρδίας του Ιησού, της Αγίας Δωρεάς κ.ά. Η κατάργηση της μνήμης αρκετών αγίων και η αγιοποίηση νέων, ιδίως των προαπελθόντων  Παπών.

·         Η τέλεση πολλών διαδοχικών θείων λειτουργιών, πάνω στην ίδια Αγία Τράπεζα, η κατ’ ενώπιον του λαού, στάση των κληρικών κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας. Ακόμη δε και ο προσανατολισμός των ναών (ιερού βήματος) προς την Δύση (Ρώμη), κι όχι προς την Ανατολή (Εδέμ), που βρίσκεται ο τόπος του Παραδείσου που απωλέσαμε και εγκάρδια προσδοκούμε (πρβλ.Γεν.2,8).

·         Τέλος, η αλλαγή του σημείου του σταυρού, με ανοιχτή παλάμη και  εξ αριστερών  προς τα δεξιά ο σχηματισμός του. Ενώ οι Ορθόδοξοι ενώνουμε τα τρία δάκτυλα, συμβολίζοντας την ενότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδας και διπλώνουμε τα άλλα δύο μαζί φανερώνοντας  την πίστη μας στη διπλή Θεανθρώπινη φύση του Χριστού.

·         Το θλιβερότερο ίσως φαινόμενο που διεύρυνε το χάσμα μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, είναι ο θεσμός της Ουνίας για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια. 

Η  ΟΥΝΙΑ

 

Tι είναι η Oυνία

 

            Η Ουνία κατ’ ουσίαν είναι μια κίνηση ελιγμού εκ μέρους των Παπικών με σκοπό την άλωση της Ορθοδοξίας. Οι Ουνίτες είναι κατά βάθος Παπικοί, που φέρουν το προσωπείο του Ορθοδόξου. Κτίζουν ναούς με Ορθόδοξο ρυθμό, έχουν τα λειτουργικά βιβλία των Ορθοδόξων, οι ιερείς τους διατηρούν την Ορθόδοξη εξωτερική αμφίεση. Μνημονεύουν όμως των Πάπα, τον αναγνωρίζουν ως αρχηγό της Εκκλησίας, πιστεύουν και διδάσκουν ό,τι ακριβώς και οι Παπικοί.

 

Η ονομασία τους

 

            Η λέξη Ουνία προέρχεται από την Πολωνική λέξη Unia που σημαίνει ένωση. Για πρώτη φορά τα μέλη αυτής της προσπάθειας ονομάστηκαν Uniti (δηλαδή ενωμένοι) στη Ρωσία και στην Πολωνία μετά τη Σύνοδο της Βρέστης στη Λιθουανία το 1956.

            Οι Ουνίτες νομίζουν ότι οι ρίζες τους είναι πολύ παλαιές. Έχουν την ιδέα ότι συνεχίζουν την προ του σχίσματος του 1054 κατάσταση, όπου όλοι οι Χριστιανοί ήταν ενωμένοι.

 

Ιστορικό διάγραμμα

 

            Τα πρώτα βήματα της Ουνίας έγιναν μετά τη Σύνοδο του Λατερανού των Παπικών το 1215. Στη σύνοδο αυτή οι Παπικοί επείσθησαν ότι έπρεπε να προχωρήσουν σε παραχωρήσεις έναντι των Ανατολικών. Για πρώτη δε φορά τότε επέτρεψαν επίσημα στους Ορθοδόξους να διατηρούν τα Εκκλησιαστικά τους έθιμα και ακολούθησε σχετικά προς τούτο βούλα του Πάπα Ιννοκεντίου Δ΄ ( 1254 ), με απώτερο σκοπό τον πλήρη εκλατινισμό των Ορθοδόξων.

            Σύμφωνα με τον Καθηγητή της Δογματικής κ. Ιωάννη Καρμίρη πρόδρομοι των Ουνιτών και προπαρασκευαστές της Ουνίας υπήρχαν οι Λατινόφρονες και Ενωτικοί «Ορθόδοξοι» Μητροπολίτες της εποχής του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, οι οποίοι υπέγραψαν την ψευδοένωση στη Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439).

            Αυτό παραδέχονται και οι Παπικοί, ο Ιησουίτης μοναχός  Gabriel Pataski σε σχετικό άρθρο του σε Βέλγικο περιοδικό «Irenicon» στις 13-5-1968 γράφει: «Αι Ουνίαι εδημιουργήθησαν γενικώς εις μιαν περίοδον πολιτικής παρακμής των Ορθοδόξων χωρών. Δεν είναι τυχαίον ότι, ενώ η Κωνσταντινούπολις  ηπειλείτο υπό της Μουσουλμανικής εισβολής, ακριβώς κατά την εποχή της Συνόδου της Φλωρεντίας. Η Σύνοδος αυτή επανήλθε για να θέσει ούτως ειπείν τα νομικά θεμέλια του Ουνιτισμού…Η Λατινική Εκκλησία εθεώρει τότε τους Ορθοδόξους ως «σχισματικούς» και συνεπώς εζήτησε να τους προσηλυτίσει εις τον Καθολικισμόν εγγυώμενη εις αυτούς την ελευθερίαν χρήσεως των εξωτερικών εθίμων των».

            Εδώ βλέπουμε ότι ο Λατίνος μοναχός κάνει λόγο για Ουνίες κα όχι απλώς για Ουνία, που σημαίνει όλες τις κατά καιρούς και τόπους προσπάθειες των Παπικών για δήθεν ένωση και κατ’ ουσίαν υποταγή στον Πάπα των Ορθοδόξων κάθε εθνότητας αλλά και των Μονοφυσιτικών Παραφυάδων (Κοπτών, Αρμενίων, Μαρωνιτών κ.α.).

            Η πρώτη οργανωμένη δραστηριότητα της Ουνίας εκδηλώθηκε στην Πολωνία επί Βασιλέως Σιγισμούνδου. Αυτός θέλοντας να ωφεληθεί πολιτικώς σχετιζόμενος με τα κράτη της Δύσεως, προστάτευσε τους Ιησουίτες που απέστειλε στην Πολωνία το Βατικανό για να προσηλυτίσει το λαό στον Παπισμό. Κάποιοι δε από τους Επισκόπους με την επιρροή του Βασιλέα δέχτηκαν τότε την Ένωση με τον Πάπα Κλήμεντα Η΄, ο οποίος έκανε παραχώρηση και επέτρεψε να διατηρήσουν τα Εκκλησιαστικά και λειτουργικά τους έθιμα. Τότε συνήλθε η προαναφερθείσα Σύνοδος της Βρέστης στη Λιθουανία (1596), στην οποία αντέδρασαν πολλοί Ορθόδοξοι Επίσκοποι, οι οποίοι υπέστησαν σκληρό διωγμό επειδή αρνούντο την υποταγή τους στον Πάπα με συνέπεια να βασανισθούν φρικτά και να χυθούν ποταμοί αιμάτων όχι μόνο κληρικών αλλά και λαϊκών.

            Η ίδια τακτική της βίας και του εξαναγκασμού συνεχίστηκε και σε άλλες Ορθόδοξες χώρες της Ανατολής. Ετέθη μάλιστα η Ουνία υπό την προστασία του περιβόητου οργανισμού των Παπικών «Οργανισμός Διαδόσεως της Πίστεως» (έτος ιδρύσεως 1622) που διευθύνετο από Ιησουίτες μοναχούς ακολουθώντας το γνωστό δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ο ιδρυτής του οργανισμού αυτού Πάπας Γρηγόριος ο ΙΕ΄ είχε πει χαρακτηριστικά τα εξής: «Έργο της προπαγάνδας είναι να φροντίζει πέρι της επιστροφής εκείνων, των άλλοτε δια τοσούτων προτερημάτων προικισμένων λαών του Τουρκικού κράτους, οίτινες νυν κείνται εν καταστάσει ηλιθιότητος, ανέλαβον δε σχεδόν την φύσιν των θηρίων και διατηρούνται μόνον, όπως χρησιμεύσωσι προς πληθυσμόν των κατοίκων του Άδου, χάριν του διαβόλου και των αγγέλων αυτού». (Περ. «Εκκλησία» 1930 σελ 282).

            Αφού λοιπόν κατά τον αλάθητο Πάπα οι Ορθόδοξοι Έλληνες, Σέρβοι, κλπ είχαν γίνει θηρία, δεν ήταν κακό, χάριν της επιστροφής τους στην Αγία Έδρα να σφαγούν και μερικά από αυτά τα «άγρια θηρία». Αυτό και έγινε, ιδιαιτέρως δε στην πρώην Γιουγκοσλαβία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

            Όταν η Γιουγκοσλαβία κατελήφθη από τον Άξονα Γερμανίας-Ιταλίας ιδρύθηκε το ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος (15.12.1938), που είχε δεχθεί την επίδραση του Παπισμού και χρησιμοποιήθηκε από το Βατικανό ως όργανο για την υποδούλωση όλων των Ορθοδόξων λαών της Γιουγκοσλαβίας στον Παπισμό. Όσοι δεν ήθελαν να γίνουν Ουνίτες έπρεπε να εξοντωθούν. Οι εθνικιστές Κροάτες οι λεγόμενοι «Ουστάσι» φανατικοί Παπικοί προέβησαν τότε σε φρικιαστικά εγκλήματα. Με τις ευλογίες του Πάπα βασάνισαν απάνθρωπα και κατέσφαξαν 800.000 (!) περίπου ορθόδοξους Σέρβους για λόγους θρησκευτικούς!! Τόσο φρικιαστικά ήταν τα εγκλήματα αυτά, ώστε στις 12.11.1941 διαμαρτυρήθηκαν στην ηγεσία του Ζάγκρεμπ και αυτοί ακόμα οι μουσουλμάνοι της Βοσνίας!

 

Οι δραστηριότητές τους στην Ελλάδα

 

            Η Ουνία ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στον Ελληνικό χώρο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και Ενετοκρατίας. Στο θέμα αυτό η Ανατολή αντέδρασε με σύγκλιση Πανορθοδόξου Συνόδου το 1722 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία καταδίκασε την Ουνία και επεσήμανε τους κινδύνους της. Το 1838 η Πατριαρχική Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης με Οικουμενικό Πατριάρχη τον Γρηγόριο τον ΣΤ΄, αποκαλεί τους Ουνίτες «λύκους βαρείς, φθοροποιούς και ολέθριους, εν σχήματι προβάτων και κατασπαράττοντας αφειδώς και απολύοντας ψυχικώς ταύτα, υπέρ ων Χριστός απέθανε».

            Πρώτος επίσημος Ουνίτης που μετέφερε την δράση της Ουνίας από την Κωνσταντινούπολη στην κυρίως Ελλάδα ήταν ο εξωμότης ιεράρχης Ησαϊας Παπαδόπουλος (1852-1932). Ονομάσθηκε «επίσκοπος Γρατιανουπόλεως» και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, με σκοπό να προσηλυτίσει στον Παπισμό με κάθε μέσον τους Έλληνες. Έκτοτε εξαπλώθηκαν κέντρα Ουνιτικών δραστηριοτήτων σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Χανιά κ.α.).

            Η συστηματική δράση της Ουνίας άρχισε στην Ελλάδα κατά την Μικρασιατική καταστροφή 1922. Η πατρίδα μας τότε βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση. «Έπρεπε να «απορροφήσει» και να τακτοποιήσει τα δύο περίπου εκατομμύρια πρόσφυγες. Και οι Ουνίτες, προκειμένου να πετύχουν τον πονηρό σκοπό τους, έσπευσαν τάχα να μας βοηθήσουν. Έκτισαν Σχολεία και Νοσοκομεία καθώς και Εκκλησίες ολόιδιες με τις δικές μας. Οι ιερείς τους δεν ξεχώριζαν από τους δικούς μας. Φορούσαν τα ίδια ράσα. Έφερναν και γενειάδα. Ούτε και η λατρεία τους διέφερε από την ελληνορθόδοξη λατρεία. Εν όψει του κινδύνου αυτού ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος και όλοι οι Μητροπολίτες της Εκκλησίας μας αντέδρασαν δυναμικά. Στις 7.4.1925 εξέδωσαν την υπ’ αριθμ. 1120/704 ειδική εγκύκλιο για να διαφωτίσουν και να διαφυλάξουν το πλήρωμα της Εκκλησίας από την πλάνη της Ουνίας.  Το θέμα οδηγεί στο εφετείο της Αθήνας και στον Άρειο Πάγο. Εκδίδοντας αντίστοιχα δύο βουλεύματα το 1930 και το 1931, με τα οποία απαγορεύεται στους Ουνίτες να έχουν την εξωτερική περιβολή των Ορθοδόξων κληρικών, απόφαση η οποία δεν τηρήθηκε ποτέ! Η Ουνία συνέχισε την δραστηριότητά της στα Δωδεκά­νησα, στα χρόνια της Ιταλικής κατοχής, κάνοντας μάλιστα όργια και βιαιότητες, όπως διηγείται ο αυτόπτης μάρτυρας αρχιμ. Παύλος Νικηταράς (εφημ. «Ορθόδοξος Τύπος» φ. 5.3.95, σελ. 1).

    Παρά τις αντιδράσεις όμως της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Ελληνικού κράτους προς το Βατικανό να μην αντικατασταθούν οι αποθνήσκοντες Ουνίτες επίσκοποι στην Ελλάδα, οι Ουνίτες με την κάλυψη του Πάπα, όχι μόνο αντικαθίστανται αλλά και συνεχίζουν το δόλιο έργο τους, θεωρώντας τους εαυτούς τους ως «γέφυρα» ενώσεως Ανατολικής και «Δυτικής» Εκκλησίας!

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠ’ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΟΥΝΙΤΩΝ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Εκτός του άγριου διωγμού των ορθοδόξων στη Γιουγκοσλαβία (Σερβία), και στην Πολωνία επί βασιλέως Σιγισμούνδου, όπως αναφέραμε πιο πάνω, οι Ουνίτες Παπικοί θέλησαν να υποτάξουν στο Ρωμαιοκαθολικισμό και άλλες χώρες τις Ανατολής, προβαίνοντας και πάλι σε πολλές βιαιότητες. Συνοπτικά και μόνο επισημαίνουμε τα εξής. Στη Ρουμανία: Και πιο συγκεκριμένα στην Τρανσυλβανία, είχαμε επιδρομή των Ουνιτών. Αλλά δέχθηκαν ράπισμα από τους… άθεους κομμουνιστές (!) Οι άθεοι κυβερνήτες τους κάλεσαν και τους είπαν:· «Εμείς είμαστε άθεοι. Ό,τι πιστεύομε, κηρύττομε. Σεις, ενώ είσθε Παπικοί, υποκρίνεσθε τους ορθοδό­ξους ! Για να προσηλυτίζετε !». Και τους διέταξαν: Εντός δύο μηνών υποχρεούσθε να κάνετε ένα από τα δύο: «Ή να γυρίστε στον Πάπα σας ή να γίνετε ορθόδοξοι ! Ουνίτες δεν μπορείτε πια να είσθε!». Και καταντροπιασμένοι αναχώρησαν! Στην Τσεχοσλοβακία: Καιι εδώ οι ορθόδοξοι αδελφοί μας υπέστησαν πολλά από τους Ουνίτες. Τόσο πολύ υπέφεραν, ώστε ο νυν Επίσκοπος Ολομόουτς και Μπρνό της Μοραβίας κ.κ. Χριστόφορος δήλωσε: «Οι ορθόδοξοι δεν υπέφεραν τόσο από τους άθεους μαρξιστές, όσο υπέφεραν από τους χριστιανούς Ουνίτες !» («Σωτήρ» φ. 14.12.1994, σελ. 698-699).

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΗΣ ΟΥΝΙΑΣ

• Την Ουνία κατεδίκασαν επισήμως οι προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, που συνήλθαν στην Κωνσταντι­νούπολη την Κυριακή 15 Μαρτίου, Κυριακή της Ορθοδοξίας, του έτους 1992.

• Καταδικάζεται ακόμα και από καθολικούς διάσημους θεολόγους !

α. Ο Ιησουίτης καθηγητής π. Wilhelm de Vries, καθηγητής του παπικού Ανατολικού Ινστιτούτου και του παπικού Γρηγοριανού Πανεπιστημίου της Ρώμης ασκεί δριμύ­τατη κριτική της Ουνίας (βλ. Ευάγ. Θεοδώρου, «Εξ οικείων τα βέλη» για την Ουνία, περιοδ. «Εκκλησία», φ. 15.3.1992).

β. Ο καθηγητής Louis Bonyer απεκάλεσε την Ουνία «πονηρία» (π. Γεωργίου Μεταλληνού «Ουνία», εκδ. «Αποστο­λικής Διακονίας, σελ. 37-38).

γ. Ο δε γάλλος πανεπιστημιακός θεολόγος Yves Con-gar την απεκάλεσε «καρικατούρα» ! (Αυτόθι)

δ. Ανάλογη στάση τήρησαν και οι: Wundere, Ρ. Wenger  κ.α. (Αυτόθι).

π. Δημήτριος  Σαββόπουλος

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s