ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΛΟΥΚΑ

Ἡ Κλήση τῶν μαθητῶν

(Λουκ. 5:1-11, & Ματ. 4:18-22 & Μαρκ. 1:16-20)

«Ἁλιεῖς ἀνθρώπων»

ὑπό ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Βρισκόμαστε στό ξεκίνημα τοῦ δημοσίου βίου τοῦ Χριστοῦ. Ἤδη ὁ Χριστός εἶχε συναρπάσει τά πλήθη μέ τά πρῶτα Του κηρύγματα καί μέ τά πρῶτα Του θαύματα. Ὅπου πήγαινε γινόταν ξεσηκωμός. Σχηματιζόταν γύρω Του μιά μεγάλη λαοθάλασσα! Ἕνα λοιπόν πρωϊνό κατέβηκε πρός τή λίμνη τῆς Καπερναούμ. Τό νέο ὅτι ὁ Χριστός κατέβηκε στήν παραλία διεδόθηκε ἀπό στόμα σέ στόμα καί ἑκατοντάδες ἄνθρωποι κατέφθασαν γιά νά Τόν ἰδοῦν καί νά Τόν ἀκούσουν. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς δέν κατέβηκε τυχαῖα στήν παραλία. Κατέβηκε γιά νά καλέσει τούς ψαράδες Πέτρο, Ἀνδρέα, Ἰωάννη καί Ἰάκωβο γιά μαθητές Του. Ἤδη τή νύχτα εἶχαν ρίξει τά δίκτυα τους στή θάλασσα, ἀλλά δέν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι καί τώρα ἑτοιμάζονταν νά μαζέψουν τά δίκτυα τους καί νά φύγουν.

Ἡ συνέχεια: «Καθώς τά πλήθη συνωστίζονταν γύρω Του γιά ν’ ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ κι Ἐκεῖνος στεκόταν στήν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, εἶδε δύο ψαροκάϊκα στήν ἄκρη τῆς λίμνης. Οἱ ψαράδες εἶχαν κατεβεῖ ἀπ’αὐτά καί ἔπλεναν τά δίκτυα. Ἐκεῖνος ἀνέβηκε σ’ἕνα ἀπά τά ψαροκάϊκα, σ’αὐτό τοῦ Σίμωνα» (Λουκ. 5:1-3). Καί ὁ Χριστός ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τό καϊκι πού ἦταν δίδασκε τά πλήθη (Λουκ. 5:3). Καί σίγουρα ὁ κόσμος θά ζήλευε τόν Πέτρο πού εἶχε τήν τιμή νά φιλοξενεῖ στό καΐκι του αὐτόν τόν περίφημο Χριστό καί νά στέκεται δίπλα Του!

«Ὅταν τέλειωσε τήν ὁμιλία Του» εἶπε στόν Πέτρο: «Πήγαινε στά βαθιά καί ρῖξε τό δίκτυα σας γιά ψάρεμα». (Λουκ. 5:4). «Δάσκαλε, ὅλη τή νύχτα παιδευόμασταν καί δέν πιάσαμε τίποτε· ἐπειδή ὅμως τό λές ἐσύ, θά ρίξω τό δίκτυ», τοῦ εἶπε ὁ Πέτρος (Λουκ. 5:5). Καί ἔριξε τό δίκτυ στή θάλασσα. Βέβαια ἀνθρωπίνως ἦταν ἀδύνατο νά πιάσουν ψάρια. Τό δήλωσε καί ὁ Πέτρος σάν ἔμπειρος ψαρᾶς. Ἀδύνατο ἦταν γιά τόν Πέτρο, πού ἦταν ἁπλά ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως γιά τό Χριστό, πού ἔφτιαξε αὐτό ὁλόκληρο τό σύμπαν. Ἦταν πολύ εὔκολο γι’ Αὐτόν μέ ἕνα ἁπλό νεῦμα πρός τά ψάρια, νά τρέξουν καί νά γεμίσουν τά δίκτυα. Καί τό ἔκανε! «Ἀφοῦ τό ἔριξαν, ἔπιασαν πάρα πολλά ψάρια, τόσα πού ἄρχισε νά σκίζεται τό δίκτυ τους. Γέμισαν καί τά δυό καΐκια, κόντεψαν νά βουλιάξουν!». (Λουκ. 5:6-7). Οἱ ἔμπειροι ψαράδες σοκαρίσθηκαν ἀπό αὐτό τό ἀπίστευτο πού ἔβλεπαν. «Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Σίμωνα: Μήν φοβᾶσαι, σύ τώρα θά ψαρεύεις ἀνθρώπους» (Λουκ. 5:10). Τήν ἴδια πρόσκληση ἀπηύθηνε στόν Ἰωάννη καί στόν Ἰάκωβο (Ματ. 4:18-22). Ἔβγαλαν τά καΐκια τους στή στεριά, ἄφησαν τά πάντα καί ἀκολούθησαν τό Χριστό.

Ἄς προσέξουμε τήν «τακτική» πού ἀκολούθησε ὁ Χριστός, προκειμένου νά τούς καλέσει κοντά Του: Δέν τούς κάλεσε, ὅταν ἦταν στό σπίτι τους παρέα μέ τήν οἰκογένειά τους, οὔτε ὅταν ἦταν παρέα μέ τούς φίλους τους, οὔτε ὅταν ξεκουράζονταν, ἀλλά στήν ὡραία παραλία. Καί δέν τούς κάλεσε, ὅταν τούς εἶδε (στήν παραλία) κουρασμένους καί ἀπαγοητευμένους (πού δέν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι) ἀλλά ὅταν τούς ἔφτιαξε τή διάθεσή τους, ὅταν γέμισε τά δίκτυα τους μέ ψάρια, ὅταν δηλαδή εἶδαν ἀπό κοντά τό μεγαλεῖο Του.

«Μή φοβᾶσαι, θά ψαρεύεις ἀνθρώπους» (ἀπό τό βυθό τῆς ἁμαρτίας) εἶπε ὁ Χριστός στόν Πέτρο. Δέν θά βγάζεις, ἀλλά «θά ψαρεύεις», Γιατί τό ψάρεμα χρειάζεται τέχνη, ὑπομονή, παρατηρικότητα, ἐπαγρύπνηση, πῶς καί πότε θά τραβήξεις τό δίκτυ. Γι’ αὐτό παλαιότερα ἡ ποιμαντική λεγόταν «ἁλιευτική». «Πρόσεξε μή σέ ψαρέψει» λέμε ἀκόμα σέ κάποιον. Ἐννοώντας: Πρόσεξε μήν σέ «παγιδεύσει», μήν σέ παρασύρει, μήν σέ καταφέρει καί σέ φέρει στά νερά του.

Ὁ Κύριος δέν κάλεσε ποιμένες γιά συνεργάτες Του, ὥστε ἀπό ποιμένες ἀλόγων προβάτων νά γίνουν ποιμένες λογικῶν προβάτων, ἀλλά κάλεσε ψαράδες. Γιατί οἱ συνεργάτες Του, οί μαθητές Του ἔπρεπε πρῶτα νά γίνουν ψαράδες καί μετά ποιμένες. Ἔπρεπε πρῶτα νά ἁλιεύσουν ἀνθρώπους μέσα ἀπό τήν εἰδωλολατρία καί μετά νά τούς ποιμάνουν. Ἔπρεπε πρῶτα νά γίνουν ψαράδες καί μετά ποιμένες.

Κάτι ἀνάλογο ἰσχύει καί σήμερα. Ζοῦμε σέ κόσμο ἀποστασίας· τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ βγαίνουν ἀπό τήν ποίμνη Του καί κολυμβοῦν μέσα στό βυθό τῆς πλάνης καί τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτό καί σήμερα οἱ ποιμένες πρέπει πρῶτα νά γίνουν ψαράδες καί μετά ποιμένες, πρῶτα νά μάθουν νά ψαρεύουν τόν κόσμο ἀπό τήν ἁμαρτία, νά τόν εἰσάγουν στήν Ἐκκλησία καί μετά νά τόν ποιμάνουν. Σήμερα σάν ἱερεῖς πρέπει νά εἴμαστε περισσότερο ψαράδες, παρά ποιμένες. Ὅταν λοιπόν πλησιάζουμε ἀνθρώπους ἤ μᾶς πλησιάζουν ἄνθρωποι (πού εἶναι μέσα στή θάλασσα τῆς ἁμαρτίας) θά πρέπει νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί, πῶς καί πότε θά ρίξουμε τό ἀγκίστρι μας καί τί δόλωμα θά βάλουμε στό ἀγκίστρι, προκειμένου νά τούς ἁλιεύσουμε ἀπό τό βυθό τῆς ἁμαρτίας. Ἐδῶ θά φανεῖ ἡ «τέχνη» μας.

Μακάρι ὁ Κύριος νά μᾶς φωτίζει, ὥστε στό ἀπολωλός πρόβατο πού συναντοῦμε μπροστά μας νά τοῦ λέμε αὐτό πού πρέπει, αὐτό πού τόν ἀγγίζει, ὥστε νά ἀρχίζει σιγά-σιγά νά κινεῖ τά χέρια του γιά νά βγεῖ ἀπό τό βάθος τῆς ἁμαρτίας ἤ τῆς ἀπιστίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s