ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ΛΟΥΚΑ

Τοῦ πλουσίου ἄρχοντα

(Λουκ. 18:18-27 & Ματ. 19:16-30, Μαρ. 10:17-31)

Χριστιανός καί πλούσιος ἄρχοντας

ὑπό ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Ἕνας πλούσιος ἄρχοντας πλησίασε τό Χριστό, γονάτισε μπροστά Του (Μαρ. 10:17) καί Τόν ρώτησε κάτι πού πρέπει νά ἀπασχολεῖ κάθε λογικό ἄνθρωπο, ἰδιαίτερα τόν χριστιανό: «Τί νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια Ζωή» (Λουκ. 18:18). «Νά τηρεῖς τίς ἐντολές», τοῦ εἶπε ὁ Χριστός. «Τίς τηρῶ ἀπό τά νειᾶτα μου», τοῦ ἀπάντησε. (Λουκ. 18:18-21). Τώρα ὁ ἄρχοντας αὐτός θά ἔπρεπε νά φύγει, γιατί πῆρε τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημά του. Ὅμως δέν ἔφυγε. «Σέ τί ὑστερῶ;», ἐπέμεινε (Ματ. 19:20). Καί ἦταν πλούσιος ἄρχοντας! (Ἐμεῖς σάν χριστιανοί ἔχουμε ποτέ θέσει ἕνα τέτοιο ἐρώτημα στόν Πνευματικό μας Πατέρα; Τοῦ ἔχουμε ποτέ εἰπεῖ, «τί ἄλλο νά κάνω γιά τήν ψυχή μου; Σέ τί ὑστερῶ;» Ἄρα στό σημεῖο αὐτό ὁ πλούσιος ἄρχοντας ἦταν καλύτερος ἀπό ἐμᾶς τούς χριστιανούς!).

Τί τοῦ ἀπάντησε ὁ Χριστός, ὅταν τοῦ εἶπε, «τί ὑστερῶ;». Δέν τοῦ εἶπε «αὔξησε τήν προσευχή σου, τίς νηστεῖες σου κ.λ.π.», ἀλλά τόν πῆγε κατευθείαν στά βαθιά: «Ἄν θέλεις νά γίνεις τέλειος» (Ματ. 19:21) «πούλησε ὅλα ὅσα ἔχεις, καί δῶσε τά χρήματα στούς φτωχούς, κι ἔτσι θά ἔχεις θησαυρό κοντά στό Θεό, καί ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις! Μόλις ἐκεῖνος τ’ἄκουσε αὐτά, πολύ στενοχωρήθηκε, γιατί ἦταν πάμπλουτος» (Λουκ. 18:22-23). Καί ὁ Κύριος ἤξερε ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι μέ αὐτό πού θά τοῦ ἔλεγε, θά πάθαινε (ὁ πλούσιος) «ψυχρολουσία»! Μά γι’ αὐτό ἀκριβῶς τοῦ τό εἶπε! Γιατί ὁ πλούσιος περίμενε νά ἀκούσει: «Ἐφόσον τηρεῖς ὅλες τίς ἐντολές ἀπό τά νειάτα σου, δέν ἔχω τίποτε ἄλλο νά σοῦ εἰπῶ! Εἶσαι τέλειος! Ἄντε στό καλό!». Καί ὁ Χριστός τοῦ εἶπε, «ἄν θέλεις νά γίνεις τέλειος κ.λ.π.» (Ματ. 19:21). Καί ἔτσι πῆρε τό μήνυμα, ὅτι δέν ἦταν τέλειος!

Ἐμεῖς ἀπό τήν πλευρά μας σάν χριστιανοί, βλέποντας αὐτόν τόν πλούσιο, νά ἀπαρνεῖται τήν τιμητική πρόταση πού τοῦ ἔκανε ὁ Χριστός, τόν καταδικάζουμε! Λέμε, ὅτι δέν ἔκανε καλά. Καί βέβαια δέν ἔκανε καλά. Εἶχε ὅμως ἕνα μεγάλο, ἐλαφρυντικό (πού δέν τό ἔχουμε ἐμεῖς): Θεωροῦσε τό Χριστό σάν ἕναν καλό, σοφό καί θαυματουργό διδάσκαλο («σάν ἕνα μεγάλο Γέροντα») καί τίποτε ἄλλο. Δέν ἤξερε δηλαδή ὅτι ὁ Χριστός ἦταν Θεός, ὅπως τό ξέρουμε ἐμεῖς καί τό πιστεύουμε. Οὔτε εἶχε ἀκόμα ἰδεῖ τή μεγάλη Του ταπείνωση κατά τά φρικτά Του Πάθη· τόν φρικτό Του θάνατο πάνω στόν Σταυρό, τήν Ταφή Του, τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του καί τήν ἔνδοξη Ἀνάληψη Του στούς Οὐρανούς! Εἶχε μεσάνυχτα γύρω ἀπό αὐτά, ἐν ἀντιθέσει μέ ἐμᾶς πού ἔχουμε καταμεσήμερο! «Ἄδικα», λοιπόν, τόν κατακρίνουμε.

Τόν ἑαυτόν μας θά πρέπει νά κατακρίνουμε! Γιατί δέν θέτει κἄν αὐτό τό σωτήριο ἐρώτημα, «τί νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;», ἀλλά μεριμνᾶ καί τυρβάζει περί πολλῶν. Ὅμως «ἑνός ἐστί χρεία». (Λουκ. 10:42). Αὐτό εἶναι σκάνδαλο! «Ἐγώ (ἔλεγε ἕνας Ὅσιος) δέν «σκανδαλίζομαι», ὅταν ἀκούω ὅτι κάποιοι ἄφησαν τά πλούτη τους, τά νειάτα τους, τήν καριέρα τους χάρη τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλά σκανδαλίζομαι, ὅταν δέν τό κάνουν! Ὅταν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει αἰώνια Ζωή καί ζοῦν σέ αὐτή τή γῆ σάν νά μήν ὑπάρχει αἰώνια Ζωή!» «Τί εἶναι παράλογο; Νά πιστεύεις στό αἰώνιο, καί νά μήν ἀγωνίζεσαι γιά τήν κατάκτησή του!» (Ἀλ. Καμύ).

Ἕνας ἀθηναῖος κύριος μέ «ὄνομα» στήν κοινωνία, ταξίδευε, στή δεκαετία τοῦ 1960, μέ τό αὐτοκίνητό του ἀπό Ἀθήνα γιά Θεσ/νίκη· ἔκανε καθ’ὁδόν μιά παράκαμψη καί στή συνέχεια χάθηκε μέσα στά χωράφια, μήν μπορώντας πιά νά βρεῖ τό δρόμο γιά Θεσ/νίκη. Καί βράδυαζε! (Τότε δύσκολα ἔβρισκες ἀκόμα καί σταθερό τηλέφωνο!). Κατά καλή του τύχη ἐρχόταν ἕνας βοσκός μέ τά πρόβατά του. «Μήπως ξέρετε, πῶς μπορῶ ἀπό ἐδῶ νά πάω γιά Θεσ/νίκη;», τόν ρώτησε ὁ ἀθηναῖος. «Δέν ξέρω!», τοῦ ἀπάντησε. «Τότε, μήπως ξέρεις, πῶς πᾶνε γιά τή Λάρισα;». «Δέν ξέρω!». «Τότε, μήπως ξέρεις πῶς πᾶνε γιά Βόλο;». «Δέν ξέρω!». «Μά ἐσύ δέν ξέρεις τίποτε!», τοῦ ἀπάντησε μέ καταφρόνηση ὁ ἀθηναῖος. Καί ὁ βοσκός: «Ἐγώ βέβαια δέν ξέρω τίποτε, ἀλλά ἐσύ εἶσαι ὁ χαμένος!».

Σάν χαμένος στή νύχτα μέσα στή ἐρημιά (χωρίς ἐλπίδα, χωρίς φῶς) εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος, ἰδιαίτερα ὁ χριστιανός πού δέν ἔχει βάλει σάν στόχο τήν «ἀπόκτηση» τοῦ αἰωνίου· πού ἔχει χάσει τό δρόμο του καί δέν ξέρει ποῦ πηγαίνει, ζώντας μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἔλεγε στό κήρυγμά του: «Αὐτή ἐδῶ ἡ γῆ εἶναι γιά τά ἄλογα ζῶα· γιά τά ψάρια, γιά τά ζῶα καί λοιπά. Ἡ δική μας πατρίδα εἶναι ὁ Οὐρανός, καί γι’αὐτή πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε σέ αὐτή τή ζωή. Καί ἄν σάν ἄνθρωποι ἔχουμε σάν στόχο νά τρῶμε, νά πίνουμε, νά ἁμαρτάνουμε, νά στολίζουμε καί περιποιούμαστε αὐτό τό σῶμα μας, πού αὔριο θά τό φᾶνε τά σκουλήκια, σέ τί λοιπόν διαφέρουμε ἀπό τά ζῶα; Γι’ αὐτό, ἄν θέλουμε νά λεγόμαστε ἄνθρωποι, ἄς φροντίζουμε γιά τήν ἀθάνατη ψυχή μας». Καί ρώτησε τό ἀκροατήριό του: «Ἐσεῖς πῶς θέλετε νά λέγεστε; Ἄνθρωποι ἤ ζῶα;». «Ἄνθρωποι!», τοῦ ἀπάντησαν. «Λοιπόν κάνετε τό σῶμα σας δοῦλο τῆς ψυχῆς, και τήν ψυχή σας κυρία τοῦ σώματος, καί τότε θά λέγεστε ἄνθρωποι» (Διδαχή Α1,ἐλεύθερη ἀπόδοση).

«Τά ἄνω φρονεῖτε, μή τά ἐπί γῆς» (Φιλ.3:2) αὐτό σημαίνει χριστιανός!

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s