ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. 19:1-10)

ὑπό ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Τοῦ Ζακχαίου

Ἤθελε νά ἰδεῖ τόν Κύριο

Στήν Ἱεριχώ ἔγινε ἕνα μεγάλο πανηγύρι! Καί δέν ἔγινε σέ κανένα μπαράκι ἤ σέ κάποιο μεγάλο κέντρο διασκεδάσεως, μέ ἐκλεκτούς τραγουδιστές καί χορευτές, ἀλλά ἔγινε σέ ἕνα ἀσύγκριτα καλύτερο «κέντρο»: Μέσα στήν «ἄπειρη» ψυχή ἑνός ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου (τοῦ Ζακχαίου) πού γνώρισε τό Χριστό, καί χάρηκε τόσο πολύ, ὥστε ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος!

Ἡ Ἱεριχώ ἦταν κόμβος συγκοινωνίας Ἰουδαίας, Περραίας καί Αἰγύπτου. Ἦταν ἀκόμα καί τό παγκόσμιο κέντρο ἐξαγωγῆς βαλσάμου. Οἱ τελῶνες ἦταν εἰσπράκτορες τῶν διοδίων. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν «ἀρχιτελώνης», δηλαδή διεθυντής εἰσπρακτόρων. Τότε οἱ «μίζες» ἦταν καθημερινό φαινόμενο, γι’αὐτό καί οἱ τελῶνες εἶχαν ἄσχημο ὄνομα. Ὁ δέ Ζακχαῖος κυνηγοῦσε τόσο πολύ τό χρῆμα, ὥστε κρυβόταν σέ ἕνα δένδρο, σέ μιά συκομορέα (εἶχε φύλλα μουριάς καί καρπούς συκιάς, μέ χαμηλά καί ὁριζόντια κλαδιά) πού ἦταν δίπλα ἀπό τήν «ὑπηρεσία» του, καί κοιτοῦσε νά ἰδεῖ, μήπως κάποιος «πελάτης» τοῦ ξέφευγε, καί δέν πλήρωνε τούς φόρους! Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πόσο πλούσιος ἦταν ὁ Ζακχαῖος. «Ἦταν πλούσιος» σημειώνει ὁ Λουκᾶς. (Λουκ. 19:2).

Αὐτός λοιπόν ὁ πλούσιος ἄνθρωπος, πού πλούτισε μέ ἀτιμίες, εἶχε ἀκούσει πολλά γιά τό Χριστό καί μέσα του ἄναψε ἡ ἐπιθυμία νά Τόν ἰδεῖ· ὄχι μέ τά μάτια τοῦ σώματος, ὅπως Τόν ἔβλεπε ὁ περίεργος ὄχλος, ἀλλά μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του. Καί ὁ καρδιογνώστης Χριστός εἶπε νά τόν βοηθήσει, ἀλλά μέ τέτοιο τρόπο, πού νά μήν καταργοῦσε τήν ἐλευθερία του.

Ὁ Ἰησοῦς ἀνέβαινε στά Ἱεροσόλυμα γιά νά σταυρωθεῖ καί φθάνοντας στήν Ἱεριχώ (πόλη τοῦ Ζακχαίου) ὑπῆρχαν δύο τρόποι γιά νά συνεχίσει τό ταξίδι του: Ἤ νά περάσει ἔξω ἀπό τήν πόλη ἤ μέσα ἀπό τήν πόλη. Καί «μπῆκε στήν Ἱεριχώ καί περνοῦσε μέσα ἀπό τήν πόλη» (Λουκ. 19:1). Γιά νά συναντήσει τόν κλέφτη Ζακχαῖο!

Ὁ Χριστός ἤδη διέσχιζε τήν πόλη, συνοδευόμενος ἀπό πλήθη λαοῦ· ἀνάμεσά τους «χώθηκε» καί ὁ Ζακχαῖος (πού κατά τήν παράδοση ἦταν νάνος!). «Προσπαθοῦσε νά ἰδεῖ ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς, δέν μποροῦσε ὅμως ἐξαιτίας τοῦ πλήθους καί γιατί ἦταν κοντός» (Λουκ. 19:3). Ὁ Χριστός τόν ἔβλεπε νά τεντώνει τό λαιμό του, τόν ἔβλεπε νά ἀγχώνεται, ἀλλά μέχρι τώρα δέν ἔκανε (ὁ Χριστός) καμία «κίνηση» γιά νά τόν βοηθήσει! Ἤθελε νά τόν κάνει, ὥστε νά ἀνάψει πιό πολύ ὁ ζῆλος του γι’ Αὐτόν. Γιά νά εἶναι ἡ ἐπιλογή του ἐλεύθερη καί ἐκ καρδίας. Πραγματικά ὁ ζῆλος του φούντωσε! Ἀποκόπηκε ἀπό τό πλῆθος καί ἔτρεξε σάν μικρό παιδάκι μπροστά-μπροστά καί ἀνέβηκε πάνω στή γνωστή του συκομορέα καί περίμενε…!

Φθάνοντας ὁ Χριστός μπροστά ἀπό τήν συκομορέα, σταμάτησε. Γιά νά θαυμάσει ὁ κόσμος τήν μεγάλη καρδιά αὐτοῦ τοῦ μικρόσωμου Ζακχαίου. «Ζακχαῖε!», τοῦ φώναξε ὁ Χριστός (Λουκ. 19:1). Καί ξέροντας τόν πόθο τῆς καρδίας του, τοῦ εἶπε: «Κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει νά μείνω στό σπίτι σου» (Λουκ. 19:5). Ὄχι ἁπλά «κατέβα», ἀλλά «κατέβα γρήγορα». Σάν νά τοῦ ἔλεγε: «Μέ τέτοιο ζῆλο πού βλέπω στήν καρδιά σου, δέν «ἀντέχω» ἄλλο νά μένω μακρυά σου! Προτιμῶ νά εἶμαι μέ σένα, μέ τόν «ἕνα», παρά μέ αὐτό τό πλῆθος, πού μέ ἀκολουθεῖ, χωρίς νά ξέρει γιατί μέ ἀκολουθεῖ! Ὄχι ἁπλά θά μείνω στό σπίτι σου, «ἀλλά πρέπει νά μείνω» (Λουκ. 19:5), εἶμαι «ὑποχρεωμένος», ὅταν βλέπω τέτοιες καρδιές νά μένω μαζί τους, χωρίς ἀναβολές! «Ἐδῶ καί τώρα!». Ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε ἀπό τό δένδρο· ἔτρεξε στό σπίτι του καί περίμενε τόν Χριστό. «Καί Τόν ὑποδέχθηκε μέ χαρά!».(Λουκ. 19:7). Τέτοια χαρά δέν ἔνιωσε ποτέ μέχρι τότε στήν ψυχή του, ὅσα «εὐρώ» καί ἄν ἔβγαζε τήν ἡμέρα.

Ὅμως τά πλήθη πού συνόδευαν τό Χριστό καί ξέροντας πόσο ἁμαρτωλός ἦταν ὁ Ζακχαῖος, σκανδαλίσθηκαν, βλέποντας τό Χριστό, νά πηγαίνει στό σπίτι του. «Ὅλοι ὅσοι τά εἶδαν αὐτά διαμαρτύρονταν κι ἔλεγαν ὅτι πῆγε νά μείνει στό σπίτι ἑνός ἁμαρτωλοῦ» (Λουκ. 19:7). (Δέν εἶχαν «ἄδικο» ἀπό τή μεριά τους. Καί ἐμεῖς ἀπό τή μεριά μας ἄν βλέπαμε ἕναν λ.χ. ἅγιο ἀρχιερέα νά ἀκολουθεῖται ἀπό πλήθη λαοῦ, καί ξαφνικά νά ἀφήνει ὅλο αὐτό τό πλῆθος, καί νά πηγαίνει ἀπό μόνος του στό σπίτι ἑνός πασίγνωστου κλέφτη, νά κάθεται στό τραπέζι καί νά συντρώγει μαζί του, θά σκανδαλιζόμασταν!). «Σήμερα σέ αὐτό τό σπίτι ἦλθε σωτηρία» εἶπε ὁ Χριστός στό Ζακχαῖο (Λουκ. 19:9). Στέλνοντας ἔτσι τό μήνυμα στούς φαρισαίους, ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι Σωτῆρας. Καί ἐπειδή εἶναι Σωτῆρας, ἦρθε στή γῆ «νά ἀναζητήσει καί νά σώσει τό χαμένο» (Λουκ. 19:10). Καί ὁ Ζακχαῖος ἦταν πρόβατο χαμένο, καί ὁ Χριστός σάν καλός ποιμένας τό ἀναζήτησε! Τώρα ὁ Ζακχαῖος κατάλαβε καλά τί σημαίνει σωτῆρας Χριστός!

Ὁ Ζακχαῖος λοιπόν ἤθελε νά ἰδεῖ τόν Κύριο, καί ἐπειδή ἤθελε Τόν εἶδε. (Τόν βοήθησε πολύ καί ὁ Χριστός). Ἐμεῖς πῶς πᾶμε στό θέμα αὐτό; Ἔχουμε πόθο νά γνωρίσουμε τόν Κύριο; Τρέχουμε μπροστά ἀπό τό πλῆθος; (Ξεπερνᾶμε τά ἐμπόδια;) Ἀνεβαίνουμε πάνω στήν συκομορέα, (δείχνουμε ταπείνωση); Ἤ καθόμαστε στήν πολυθρόνα καί περιμένουμε νά Τόν ἰδοῦμε;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s