Γ΄ Στάσις τῶν Χαιρετισμῶν

Ἕνα ἄνθος ἀμάραντο «Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας» (Ἀκάθ. ὕμν. Ν1)

Καὶ πάλι, ἀγαπητοί μου, βρισκόμαστε ἐδῶ, γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὴν Γ΄ (τρίτη) στάσι τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου. Ὅπως ἔχουμε πεῖ καὶ ἄλλοτε, ὀνομάζεται Ἀκάθιστος ὕμνος, διότι οἱ πρόγονοί μας, οἱ κάτοικοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὕστερα ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ νίκη ἐναντίον τῶν βαρβάρων, πῆγαν σύσσωμοι στὴν ἐκκλησία καὶ ἐκεῖ ὅλη τὴ νύχτα δὲν κάθησαν καθόλου, ἀλλὰ ὕμνησαν ὄρθιοι τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο ὡς ἀρχιστράτηγο καὶ προστάτη τοῦ γένους μας. Εἶνε ὡραῖος ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Τὸν ψάλλει ἡ Ἐκκλησία τὶς Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στοὺς ναούς· ἀλλὰ καὶ στὰ σπίτια πολλοὶ πιστοὶ ἔχουν συνηθίσει νὰ τὸν διαβάζουν κάθε βράδυ προτοῦ νὰ κοιμηθοῦν ὡς προσευχὴ πρὸς τὴν Παναγία. Τώρα, μὲ τὴ βαθμιαία ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὴ γλῶσσα τῶν πατέρων μας, παρουσιάζεται δυσκολία στὴν κατανόησί του γλωσσικῶς, γι᾽ αὐτὸ ἀπὸ ἐτῶν σπουδαῖοι ἐργάται τῆς Ἐκκλησίας συντάσσουν σχετικὰ βοηθήματα. Γνωστὸ εἶνε τὸ ἐγκόλπιο μὲ τίτλο «Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος μετὰ ἑρμηνείας» τοῦ ἀειμνήστου ἀρχιμανδρίτου π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, ὁ ὁποῖος τὸν ἔχει ἀποδώσει σὲ λαϊκὴ γλῶσσα· σᾶς τὸ συνιστῶ. Ἀπὸ τὰ ἐγκώμια τοῦ Ἀκαθίστου ποὺ ἀκούσαμε ἀπόψε, ἂς ποῦμε λίγα λόγια στὰ δύο πρῶτα «χαῖρε» τοῦ ψηφίου Νῦ, τὰ ὁποῖα λένε· «Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας» (Ἀκάθ. ὕμν. Ν1). Ἐγκωμιάζει τὴν Παναγία ὡς ἄφθαρτο καὶ ἀμάραντο ἄνθος, καὶ ὡς στεφάνι καὶ ἐπιβράβευσι τῆς ἐγκρατείας καὶ παρθενίας.

Ἡ Παναγία, ἀγαπητοί μου, ὡς γυναίκα εἶνε μοναδικὴ στὸν κόσμο. Ξεπέρασε ὄχι μόνο ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Μὲ τὴ ζωή της ἔδειξε, ὅτι εἶνε δυνατὸν ἡ γυναίκα νὰ ζήσῃ ὑπεράνω ἀδυναμιῶν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Κάθε γυναίκα βέβαια ὡς ἄνθρωπος ἔχει μπροστά της ν᾽ ἀκολουθήσῃ ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο δρόμους· ἢ νὰ μείνῃ παρθένος, ἢ νὰ ἔλθῃ σὲ γάμο καὶ νὰ δημιουργήσῃ οἰκογένεια. Ὁ συνηθέστερος δρόμος βίου, ὁ κανόνας, εἶνε ὁ γάμος, δρόμος νομοθετημένος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ εὐλογημένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Οἱ περισσότερες γυναῖκες ἐκλέγουν τὸν ἔγγαμο βίο καὶ παντρεύονται· σμίγουν μετὰ ἀνδρός, κάνουν οἰκογένεια, ἀποκτοῦν παιδιά. Ὁ ἔγγαμος βίος εἶνε ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία καὶ στεφανώνεται· ὁ γάμος εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ γάμος ὅμως ἔχει καὶ σταυρό. Οἱ πολλοὶ λοιπόν, ὅταν ἐκλέγουν τὸν γάμο, ἐπιδιώκουν νὰ ἀποφύγουν τὸ σταυρό. Φυσικὸ ἐπακόλουθο καὶ καρπὸς τοῦ γάμου εἶνε ἡ τεκνογονία, τὸ νὰ φέρῃ δηλαδὴ τὸ ζεῦγος στὴ ζωὴ παιδιά. Ἡ φυσιολογικὴ τεκνογονία σήμερα ἐμποδίζεται μὲ πολλοὺς σατανικοὺς τρόπους. Πολὺ σπάνιο νὰ συναντήσῃ κανεὶς γυναῖκα ἔγγαμη μὲ πολλὰ παιδιά. Ἡ χώρα μας δὲν ἔχει γεννήσεις, ἐνῷ τὰ γειτονικά μας κράτη αὐξάνονται. Τὸ χειρότερο ποιό εἶνε· ὅτι ἡ ἔκτρωσις τῶν ἐμβρύων, ἐνῷ εἶνε φόνος ἐν ψυχρῷ, τώρα δὲν θεωρεῖται ἔγκλημα. Ἐὰν σκοτώσῃς ἕναν ἄνθρωπο, κάποια ἀφορμὴ σοῦ ἔδωσε, ἀλλὰ τὸ ἀγέννητο βρέφος τί σοῦ φταίει; Γι᾽ αὐτὸ ἐπακολουθοῦν τύψεις.

Ὅταν ἤμουν στὴν Ἀθήνα ἱεροκήρυκας, μὲ κάλεσε σὲ νοσοκομεῖο μιὰ γυναίκα. Τὴ βρῆκα λυπημένη. Ἔχω μέσα μου, λέει, κάρβουνο ἀναμμένο καὶ μὲ καίει· ὅταν ἤμουν νέα, ὁ ἄντρας μου μὲ προέτρεψε νὰ κάνω ἔκτρωσι κι ἀπὸ τότε δὲν ἡσυχάζω… Γι᾽ αὐτὸ στὴ Φλώρινα ἔγινε συλλαλητήριο κατὰ τῶν ἐκτρώσεων καὶ ἕνα μικρὸ παιδὶ κρατοῦσε τὴν ἐπιγραφή· «Μάνα, γιατί μὲ σκοτώνεις;» Κι ὅταν δικαζόταν ἕνας πιστὸς γιατρὸς διότι δὲν συνεργοῦσε σὲ ἔκτρωσι, τοῦ συμπαρασταθήκαμε στὸ δικαστήριο καὶ ἀθωώθηκε.

Ἂν ὅμως, ἀγαπητοί μου, ὁ κόσμος σήμερα δὲν ἀγαπᾷ τὸν γάμο, πολὺ περισσότερο δὲν ἀγαπᾷ τὴν παρθενία, τὸν ἄλλο δρόμο ποὺ μπορεῖ κατ᾽ ἐξαίρεσιν ν᾽ ἀκολουθήσῃ μία γυναίκα, αὐτὸ ποὺ ἐγκωμιάζει ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Ἐγκωμιάζεται ὄχι ὡς ἀντίθετη μὲ τὸ γάμο ἀλλ᾽ ὡς ὑπέρτερη τοῦ γάμου, ὡς μία νίκη. Παρατηροῦμε στὴν ἁγία Γραφὴ ὅτι πολλὲς γυναῖκες, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κατώρθωσαν τὴ νίκη αὐτὴ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Στὰ χρόνια βέβαια τῆς παλαιᾶς διαθήκης, τότε ποὺ δὲν εἶχε λάμψει ἀκόμη τὸ φῶς καὶ ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ τὰ πάθη καταδυνάστευαν τοὺς ἀνθρώπους καὶ οἱ σαρκικὲς ἐκτροπὲς ἐξαχρείωναν τὰ λογικὰ πλάσματα, στὰ χρόνια ποὺ ἡ γυναίκα ἐθεωρεῖτο ὄχι πρόσωπο ἀλλὰ πρᾶγμα, ἕνα σκεῦος ἡδονῆς καὶ τίποτε ἄλλο, τότε τὸ ἄνθος αὐτὸ ἦταν δυσεύρετο (βλ. Ψαλμ. 44,15).

Τὴν περίοδο ἐκείνη ἡ ἀτεκνία ἐθεωρεῖτο ὄνειδος, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἄσκησις τῆς παρθενίας δὲν εἶχε ἀκόμη ἔδαφος κατάλληλο νὰ βλαστήσῃ. Κατόπιν, στὰ χρόνια τῆς καινῆς διαθήκης, μετὰ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸν τίμιο Πρόδρομο καὶ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους (τὸν Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, τὸν ἀπόστολο Παῦλο κ.λπ.) ἄρχισαν νὰ παρουσιάζωνται ἅγιες γυναῖκες ποὺ ἑλκύονταν ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς κορυφῆς αὐτῆς καὶ ἄγγιξαν τὸν ἰδανικὸ τοῦτο τρόπο βίου (π.χ. ἡ μυροφόρος Μαρία ἡ Μαγδαληνή, οἱ 4 θυγατέρες τοῦ διακόνου Φιλίππου κ.λπ.). Στὸ ἑξῆς, στοὺς βίους τῶν ἁγίων, πυκνώνουν τὰ παραδείγματα παρθένων γυναικῶν (π.χ. ἡ ἰσαπόστολος Θέκλα κ.ἄ.) καὶ καθιερώνεται ὁ παρθενικὸς βίος μὲ τὸν θεσμὸ τοῦ μοναχισμοῦ. Μὴ λησμονοῦμε ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ προμήτωρ μας Εὔα, ὅσο ἔμεινε μὲ τὸν Ἀδὰμ μέσα στὸν παράδεισο, ἔζησαν ἐν παρθενίᾳ· ἔπειτα, μετὰ τὴν πτῶσι καὶ τὴν ἐκδίωξι ἀπὸ τὸν παράδεισο, τότε ὁ «Ἀδὰμ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ», ἦλθε δηλαδὴ σὲ συζυγικὴ ἕνωσι μαζί της, «καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε…» (Γέν. 4,1).

Συνεπῶς ἡ παρθενία εἶνε ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς ἀρχεγόνου καταστάσεως, τῆς ἰδανικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι κάτι ποὺ ἐπινοήθηκε κατόπιν, κάτι ξένο ἢ παρέμβλητο καὶ ἀκατόρθωτο. Γι᾽ αὐτό, ὅσο καὶ ἂν ἄλλαξαν οἱ καιροὶ καὶ ὅσο καὶ ἂν τὸ κοσμικὸ πνεῦμα κυριαρχῇ, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρχουν μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος ἐκλεκτὲς ψυχές, μετρημένες στὰ δάχτυλα βέβαια, νέοι καὶ νέες, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ θὰ νικοῦν τὴν φυσικὴ ὁρμή, θὰ περιφρονοῦν τὴν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων ἀπολαύσεων καὶ θὰ ἐκλέγουν τὸν παρθενικὸ βίο εἴτε σὲ ἱεραποστολικὲς ἀδελφότητες (π.χ. στὴν Ἀθήνα, στὴ Θεσσαλονίκη καὶ σὲ ἐπαρχίες) εἴτε σὲ ὀρθόδοξα μοναστήρια, ποὺ ἔχουν ἱδρυθῆ καὶ λειτουργοῦν ἀνὰ τὸν κόσμο καὶ στὴ χώρα μας (π.χ. στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὰ Μετέωρα, στὴν Χίο, στὴ Λέσβο, στὴν Πάρο κ.λπ.).

Οἱ δὲ ἅγιοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συμβουλεύουν μὲ σοφία αὐτοὺς ποὺ ἀσπάζονται τὴ ζωὴ αὐτή, ἡ ὁποία λέγεται ἀγγελικὴ διότι προσπαθεῖ νὰ μιμηθῇ τοὺς ἀγγέλους. Διάλεξες, λέει π.χ. ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία καὶ κατετάγης στοὺς ἀγάμους; μὴ καταπέσῃς ὥστε νὰ γίνῃς σάρκα καὶ ὕλη. Πρέπει καὶ τὸ μάτι καὶ ἡ γλῶσσα καὶ τὰ πόδια καὶ πρὸ παντὸς ἡ διάνοιά σου νὰ κρατηθοῦν καθαρά· διαφορετικά, αὐτὰ ποὺ ἀπαρνήθηκες τὰ κάνεις εἴδωλα καὶ τὰ λατρεύεις. Ἡ ζωὴ τῆς παρθενίας εἶνε «ἔκβασις (=ὑπέρβασις) τοῦ σώματος» (βλ. P.G. 36,296Α· 37,958Α). Εἶνε δυνατὸν κάποιος, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐνῷ διατηρεῖ παρθένο τὸ σῶμα του, νὰ μὴ ἔχῃ παρθένο καὶ τὴν ψυχή του. Μία παρθένος πρέπει νὰ ἔχῃ παρθένα καὶ τὴν ἀκοή της καὶ τὸ βλέμμα της καὶ τὴν ἁφή της καὶ κάθε κίνησί της (βλ. ἔ.ἀ. 30,693C-D· 704Α-Β).

Ἐγκώμια πρέπουν, ἀγαπητοί μου, στὴν ἀρετὴ τῆς παρθενίας, καὶ μάλιστα στὴν κορυφαία ἐκπρόσωπό της, τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ποὺ ἐνσαρκώνει κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τὸ ἰδανικὸ τῆς παρθενίας. Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ φωτίσῃ ὅλους μας νὰ βαδίζουμε σύμφωνα μὲ τὸ ἅγιο θέλημά του. Ὅσοι μὲν ἐκλέγουν τὸν ἔγγαμο βίο, νὰ τὸν διάγουν μὲ ἐγκράτεια καὶ σωφροσύνη, ἁγιαζόμενοι μὲ τὴν ἄρσι τοῦ χρηστοῦ ζυγοῦ του. Καὶ ὅσοι ἐκλέγουν τὴν ὁδὸ τῆς παρθενίας, νὰ τὴν ἀκολουθοῦν ὄχι τυπικῶς ἀλλὰ μὲ συνέπεια καὶ ἀπόφασι νὰ νεκρωθῇ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ζήσῃ ὁ νέος, ὁ καινὸς ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος. Ἐλευθερία εἶνε ὁ Χριστιανισμός, ἡ Ἐκκλησία σέβεται τὴν ἐλευθερία, τιμᾷ δὲ τὸ ἀμάραντο ἄνθος τῆς παρθενίας ψάλλοντας στὴν Παναγία· «Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας».

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s