Ὁ Μέγας Κανὼν

Εἶμαι ὁ χειρότερος τῶν ἁμαρτωλῶν

«Ἥμαρτον ὑπὲρ πάντας ἀνθρώπους, μόνος ἡμάρτηκά Σοι· ἀλλ᾽ οἴκτειρον ὡς Θεός, Σωτήρ, ποίημα σόν» (Μ. Καν. ᾠδ. β, τροπ. 3)

Λίγα λόγια θὰ ποῦμε, ἀγαπητοί μου· ἡ ἀκολουθία ἦταν μακρά. Σήμερα στοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ψάλλεται ὁ Μέγας Κανών. Τί εἶνε ὁ Μέγας Κανών; Ἕνα ἀριστούργημα τῆς ὀρθοδόξου ὑμνογραφίας, ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, ποὺ ἔζησε μεταξὺ 7ου καὶ 8ου αἰῶνος (660-740 μ.Χ.), ἦταν ῥήτωρ καὶ ὑμνογράφος. Τὸ ποίημα ἀποτελεῖται ἀπὸ 9 ᾠδὲς καὶ ἔχει 250 περίπου τροπάρια. Περιέχει ὑπέροχα διδακτικὰ νοήματα. Χρειάζεται ἐξήγησις· γιὰ κάθε τροπάριο θά ᾽πρεπε νὰ γίνῃ κ᾽ ἕνα κήρυγμα. Ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν εἶνε δυνατόν. Γι᾽ αὐτὸ ἀπ᾽ ὅλα διάλεξα αὐτὸ ποὺ ἀκούσατε στὴν ἀρχή· «Ἥμαρτον ὑπὲρ πάντας ἀνθρώπους, μόνος ἡμάρτηκά Σοι…» (ᾠδ.β΄, τροπ.3). Ἂν εἴχαμε δύναμι, ὁ Μέγας Κανὼν μποροῦσε νὰ γίνῃ μία ταινία.

Μπροστά μας, ἀδελφοί μου, παρελαύνει ὅλη ἡ ἱερὰ ἱστορία, ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου μέχρι τὴ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἀναφέρει ἀνθρώπους τῆς παλαιᾶς διαθήκης ποὺ ἁμάρτησαν. Τοὺς ἀναφέρει ὄχι γιὰ νὰ τοὺς κατακρίνῃ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς οἰκειοποιηθῇ· στὸ πρόσωπό τους βλέπει τὸν ἑαυτό του. Πῶς συμβαίνει αὐτό; Νά μερικὰ παραδείγματα.

  • Ἁμάρτησε ὁ Ἀδάμ, ὁ πρῶτος ἄνθρωπος (ᾠδ.α΄, τροπ. 3,6)· παρέβη μία ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ δικαίως ἐξωρίστηκε ἀπὸ τὴν Ἐδέμ. Κ᾽ ἐγώ, λέει ὁ ποιητής, ποὺ μὲ τὶς παραβάσεις μου τὸν μιμήθηκα, τί θὰ πάθω; Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἀδάμ. Ἐκεῖνος παρέβη μία ἐντολή σου, Θεέ μου, ἐγὼ πολλές. Ὅπως θρηνοῦσε ἐκεῖνος, θρηνῶ κ᾽ ἐγώ. Γι᾽ αὐτὸ ὅλος ὁ Μέγας Κανὼν χαρακτηρίζεται ὡς ἀδαμιαῖος θρῆνος. Μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πῶς θὰ ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, κοντὰ στὸ Θεό; Δυστυχῶς δὲν τὸν ὑπακούσαμε.
  • Ἁμάρτησε ἡ Εὔα(α΄ 4,5), νικήθηκε ἀπ᾽ τὸν πειρασμό. Ἀλλὰ καὶ σ᾽ ἐμένα ὑπάρχει ἡ Εὔα, ὑπάρχει ὁ ἐμπαθὴς λογισμὸς τῆς σαρκός, ποὺ μοῦ προβάλλει τὰ σκανδαλώδη καὶ ἡδονικὰ καὶ μὲ ταΐζει διαρκῶς φαρμάκι. Ἀλλοίμονό σου, ψυχή μου, γιατὶ ἔμοιασες μὲ τὴν προμήτορα· κοίταξες, ἄγγιξες, γεύτηκες, πληγώθηκες ἀπὸ τὰ θέλγητρα τῆς ἁμαρτίας. Ἐγὼ εἶμαι ἡ Εὔα. Βλέπετε ταπείνωσι; Ὅλοι κρύβουμε μέσα μας τὸ κακὸ ὡς σκέψι, ὡς ἐπιθυμία, ὡς κίνησι ἐσωτερική.
  • Ἁμάρτησε ὁ Κάιν (α΄7,9, β΄31,35)· δὲν προσέφερε τὴν καλὴ θυσία στὸν Κύριο, ὅπως ὁ Ἄβελ, γι᾽ αὐτὸ τὸν μίσησε καὶ τὸν σκότωσε, καὶ τότε ὁ Θεὸς τοῦ φώναξε· Κάιν Κάιν, ποῦ εἶνε ὁ ἀδελφός σου; (βλ. Γέν. 4,9). Φονιᾶς αὐτός, μὰ ἐγὼ χειρότερος. Ξεπέρασα τὸν Κάιν σὲ φονικότητα, μὲ τὶς πονηρὲς πράξεις μου σκότωσα τὴ συνείδησί μου, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ νοῦ μου· σκοτώνω ὅμως καὶ τὸ σῶμα μου, τὸ φθείρω μὲ τὶς φιλήδονες κακουργίες. Ἄχ, ψυχή μου! σὰν τὸν Κάιν κ᾽ ἐμεῖς δὲν προσφέραμε στὸν Κτίστη τὴ θυσία ποὺ τοῦ ἀρέσει, ἀλλὰ θυσία μολυσμένη, τὶς ῥυπαρές μας πράξεις καὶ τὴν ἄχρηστη ζωή μας. Δὲν σκοτώνεις μόνο μὲ μαχαίρι ἢ περίστροφο ἢ βόμβα· σκοτώνεις καὶ μὲ τὴ σκέψι καὶ τὸ μῖσος. Ὅποιος μισεῖ τὸν ἀδελφό του, «ἀνθρωποκτόνος ἐστί» (Α΄ Ἰωαν. 3,15). Ἐγώ, Θεέ μου, ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἀδάμ, ἐγὼ εἶμαι ἡ Εὔα, ἐγὼ εἶμαι ὁ Κάιν. Καὶ προχωρεῖ.
  • Ἁμάρτησε ὁ Δαυΐδ (β΄23, ζ΄4,5,6,18,19). Ἡ ἔξοχη αὐτὴ ψυχὴ γλίστρησε κάποτε κ᾽ ἔπεσε φοβερά, ἀνέμιξε τὴ μοιχεία μὲ φόνο (βλ. Β΄ Βασ. κεφ. 11ο)· σύντομα ὅμως ἔδειξε μετάνοια καὶ τότε ἔγραψε τὸν 50ὸ ψαλμό. Μὰ ἐσύ, ψυχή μου, ἐνῷ ἔπεσες χειρότερα, ἔμεινες ἀμετανόητη. Μετανόησε, ὁμολόγησε καὶ φανέρωσε στὸν Παντογνώστη τὰ κρυφά σου ἀνομήματα. Ἐγώ, πές, Σωτήρα μου, γλίστρησα σὲ ἀκολασία, ἔπεσα σὲ βόρβορο· ἐσὺ ἐλέησέ με καὶ πλύνε με μὲ τὰ δάκρυα. Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, καὶ μιὰ ἁμαρτωλὴ ματιά, ποὺ περιεργάζεται τὰ κάλλη ἀνδρὸς ἢ γυναικός, εἶνε κι αὐτὴ πορνεία καὶ μοιχεία (βλ. Ματθ. 5,28). Ἐγὼ εἶμαι ὁ Δαυΐδ, ἐγὼ εἶμαι ὁ πόρνος καὶ μοιχός.
  • Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας μνημονεύει κάπου καὶ τὸν φαραὼ τῆς Αἰγύπτου (ε΄7,13). Εἶδε θαύματα καὶ τὶς 10 πληγές (Ἔξ. κεφ. 7-11). Στὴν ἀρχὴ μετανοοῦσε, ἀλλὰ μετὰ παρέμενε πικρός, ἀμετανόητος. Καὶ ἐγώ, Χριστέ μου, παραμένω σκληρὸς κι ἀμετανόητος. Κλείνω μέσα μου ἕναν φαραώ.

Μετὰ τὴν παλαιὰ ἔρχεται σὲ πρόσωπα τῆς καινῆς διαθήκης, ποὺ κι αὐτὰ ἁμάρτησαν.

  • Ἁμάρτησε ὁ Πέτρος (β΄4, στ΄13, η΄14). Ὅταν βυθιζόταν στὰ κύματα τὸν ἔσωσες, Κύριε, μὰ αὐτὸς μπροστὰ σὲ μιὰ παιδίσκη σὲ ἀρνήθηκε μὲ τὸ «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον» (Ματθ. 26,72· βλ. & Λουκ. 22,56)· ἀμέσως ὅμως «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς» (βλ. Ματθ. 26,75. Λουκ. 22,62· βλ. & Μᾶρκ. 14,72). Κ᾽ ἐγώ, Χριστέ, σὲ ἀρνοῦμαι κάθε μέρα μὲ τὶς παραβάσεις μου. Ὅπως λοιπόν, Σωτήρα μου, ἔσωσες ἐκεῖνον ὅταν σοῦ φώναξε «Σῶσόν με» (Ματθ. 14,30), ἔτσι ἅπλωσε τὸ χέρι, γλύτωσε κ᾽ ἐμένα, ἀνάσυρέ με ἀπ᾽ τὸ βυθὸ τῆς ἁμαρτίας. Κλαίω πικρὰ ὅπως ἐκεῖνος· συχώρεσέ με. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Πέτρος, ἁμάρτησα σὰν αὐτόν.
  • Ἁμάρτησε ἡ πόρνη (β΄ 5,22· ζ΄ 17· η΄ 14,17· θ΄ 16,17,18· βλ. & θ΄ 6), ἁμάρτησα κ᾽ ἐγώ. Δέξου λοιπόν, Χριστέ, καὶ τὰ δικά μου δάκρυα σὰν ἀλάβαστρο τοῦ μύρου της ὅταν ἐπιστρέφοντας στὴ σωφροσύνη σοῦ ἄλειφε τὰ πόδια, τὰ σκούπιζε μὲ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς κ᾽ ἐλάμβανε τὴν ἄφεσι. Μαζί της σοῦ φωνάζω· Ἁμάρτησα, σπλαχνίσου με, κ᾽ ἐγὼ εἶμαι σὰν αὐτήν. Γιατί, ψυχή μου, δὲν τὴν ζήλεψες;
  • Ἐγὼ λοιπὸν εἶμαι ὁ Πέτρος, ἐγὼ εἶμαι ἡ πόρνη, καὶ συνεχίζει· ἐγὼ εἶμαι ὁ τελώνης (β΄24, δ΄24, η΄14, θ΄16,17), ἐγὼ εἶμαι ὁ λῃστής (η΄14, θ΄21,22) κ.λπ. κλπ.. Κανένα ἁμαρτωλὸ δὲν κατακρίνει· συμμερίζεται τὴν κατάστασί τους καὶ ζητεῖ λύτρωσι. Ἔχει καὶ κάτι ἄλλο· Ἔγινα, λέει, μὲ τὰ πάθη μου «αὐτείδωλον» (δ΄ 26). Τί θὰ πῇ αὐτείδωλον; Ὅπως οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν εἴδωλα, ποὺ τὰ λάτρευαν, τὰ προσκυνοῦσαν, τοὺς ἔκαναν θυσίες, ἔτσι κ᾽ ἐγὼ ἔχω στήσει εἴδωλο. –Μὰ ἐγώ, θὰ πῆτε, λατρεύω τὸ Χριστό, ἀσπάζομαι τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας· πῶς λατρεύω εἴδωλο;… Καὶ ὅμως· λατρεύεις τὸν ἑαυτό σου· πάθη καὶ κακίες ῥιζωμένες μέσα μας ὁδηγοῦν σὲ νέα μορφὴ εἰδωλολατρίας. Εἴμαστε στὸ σχῆμα μὲν Χριστιανοί, στὴν οὐσία δὲ εἰδωλολάτρες. Ἡ λέξις αὐτείδωλον συνοψίζει ὅλα τὰ πάθη. Ἔχει καὶ ἄλλα μεγάλα νοήματα ὁ Μέγας Κανών. Τὸ κεντρικὸ νόημα εἶνε· Ἁμάρτησα, Θεέ μου, «ὑπὲρ πάντας ἀνθρώπους» καὶ δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ δὲν τὴν ἔκανα (βλ. β΄3, γ΄5,12, δ΄4, ε΄15).

Ὦ Χριστέ, ἐμεῖς τί νὰ ποῦμε; Πόσο διαφέρουμε ἀπὸ τὸν ποιητή, τὸν ἅγιο Ἀνδρέα! Ὅταν ἤμουν ἱεροκήρυκας καὶ γύριζα τὰ χωριά, συνήθιζα ὅταν συναντῶ κάποιον νὰ τὸν προσφωνῶ· «Συναμαρτωλὲ ἀδελφέ…» Κάποιος ὅμως ἀκούγοντας αὐτὸ θύμωσε, μόνο ποὺ δὲ μ᾽ ἔδειρε. –Ἁμαρτωλοὶ εἶστ᾽ ἐσεῖς οἱ παπᾶδες, εἶπε· ἐγὼ εἶμαι ὁ καλύτερος Χριστιανός!… Ὅταν μπῆκα στὸ χωριὸ ρώτησα τὸν παπᾶ ποιός εἶν᾽ αὐτός. –Ὤχ! λέει ὁ παπᾶς, αὐτὸς δὲν ἔχει ἀφήσει κοττέτσι γιὰ κοττέτσι, ὅλα τά ᾽χει ρημάξει… Καὶ ὅμως θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἅγιο. Γνώρισμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἡ ὑπερηφάνεια, γνώρισμα τοῦ ἁγίου ἡ βαθειὰ ταπείνωσις· ὅπως τῆς Παναγίας μας, ποὺ ἔλεγε ὅτι ὁ Κύριος «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. 1,48)· ὅπως τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο νὰ σώσῃ ἁμαρτωλοὺς «ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ» (Α΄ Τιμ.1,15)· ὅπως τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ λέει ὅτι, Ἁμάρτησα πιότερο ἀπ᾽ ὅλους. Ἂν δὲν τὸ ποῦμε αὐτό, δὲν σῳζόμαστε. Ἀγνοοῦμε τὸν ἑαυτό μας κ᾽ ἐξομολογούμεθα γελώντας! Ὅλα τὰ θεωροῦμε ἀστεῖα. Θὰ πῇς· –Πῶς ἕνας ποὺ δὲν ἔκανε τίποτε βαρὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του πιὸ ἁμαρτωλὸ ἀπ᾽ ὅλους; Ἔχει ἐξήγησι. Τί ἐξήγησι; Ψυχολογική. Ὅπως ἕνας ποὺ πάσχει ἀπὸ πόνο νομίζει ὅτι κανείς ἄλλος δὲν πονάει σὰν αὐτόν, ἔτσι καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ἔχει συναίσθησι καὶ ἔλεγχο συνειδήσεως. Τὸ λέει ἐδῶ· Κρίνομαι καὶ καταδικάζομαι «ὑπὸ τῆς οἰκείας συνειδήσεως, ἧς οὐδὲν ἐν κόσμῳ βιαιότερον» (δ΄5). Προτιμότερο νὰ σὲ κεντήσῃ σκορπιὸς παρὰ ἡ συνείδησις. Κάποτε ὡδηγοῦσαν ἕναν εἰδεχθῆ ἐγκληματία γιὰ ἐκτέλεσι. Ὁ κόσμος τὸν ἔφτυνε, ἀλλὰ σὲ μιὰ γωνιὰ ἕνας ἀσκητὴς γονάτισε καὶ ἔκλαιγε. –Καλόγερε, λυπᾶσαι τὸν κακοῦργο; τοῦ ἔλεγαν ὅλοι. Τί ἀπήντησε ἐκεῖνος· –Ἀδέρφια μου, ἂν δὲν μὲ φύλαγε ὁ Θεός, ἐγὼ θὰ ἔκανα χειρότερα ἀπ᾽ ὅ,τι ἔκανε αὐτός. Ἂν λείψῃ ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ, ὅλα τὰ ἐγκλήματα μπορεῖ νὰ διαπράξῃς. Γι᾽ αὐτὸ νὰ λέμε «Ἥμαρτον ὑπὲρ πάντας ἀνθρώπους…» (β΄ 3), καὶ νὰ τὸ αἰσθανώμεθα, ἰδίως ὅταν πηγαίνουμε νὰ ἐξομολογηθοῦμε. –Μὰ αὐτό, θὰ μοῦ πῆτε, φέρνει ἀπελπισία. Ὁ Ἰούδας ἀπελπίστηκε καὶ «ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. 27,5), κρεμάστηκε ἀπὸ ἕνα δέντρο. Ὄχι αὐτό! Συναίσθησι τῶν ἁμαρτημάτων μας ναί, ἀλλ᾽ ἀπελπισία ποτέ. Ποιά εἶνε ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας; Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ, τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα του, ποὺ ἐδῶ λέγονται κολυμβήθρα καὶ κρατήρ (δ΄18-22). «Τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ …καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωαν. 1,7). Εἴθε τὸ πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως, τῆς συντριβῆς καὶ τῆς κατανύξεως νὰ κυριαρχήσῃ στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ βροῦμε ἔλεος κατὰ τὴν φοβερὰ ἡμέρα τῆς Κρίσεως· ἀμήν.

 

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s