ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΕΛΕΝΗΣ

Κωνσταντινος_Ελενη

Ἕνα θαῦμα «Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν»

(Πράξ. 26:14)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἑορτάζει ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος, ὁ πρῶτος Χριστιανὸς Ῥωμαῖος αὐτοκράτωρ, στὸν ὁποῖον ἡ ἱστορία ἔδωσε τὸν σπάνιο τίτλο Μέγας. Ὁ Χριστὸς τὸν κάλεσε νὰ γίνῃ Χριστιανὸς ἀπ᾿ εὐθείας, μὲ τρόπο ὑπερφυσικό. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος μοιάζει μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ γι᾿ αὐτὸ σήμερα διαβάζεται μιὰ σχετικὴ ἀποστολικὴ περικοπή (βλ. Πράξ. 26:12-20). Ἐπάνω σ᾿ αὐτὴν θὰ μιλήσουμε.

Ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, ἄνθρωποι ποὺ ἀμφιβάλλουν ἂν ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή, ἂν ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ ἐνανθρώπησε σταυρώθηκε ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇ καὶ νὰ βασιλεύῃ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμφιβάλλουν γιὰ ὅλα ὅσα ἔχουν σχέσι μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ πιστέψουν, λένε, θέλουν ἀποδείξεις. Θέλουν θαύματα. Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀμφιβάλλουν θὰ μποροῦσε κανεὶς ν᾿ ἀναφέρῃ πολλὲς ἀποδείξεις καὶ ἐπιχειρήματα. Θὰ μποροῦσε ἀκόμη ν᾿ ἀναφέρῃ καὶ θαύματα, παλαιότερα καὶ νεώτερα, ποὺ γίνονται ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλ᾿ ἐμεῖς θὰ παραλείψουμε ὅλα τὰ ἄλλα καὶ θ᾿ ἀναφέρουμε ἕνα καὶ μόνο θαῦμα, ποὺ φτάνει γιὰ νὰ πείσῃ ἕναν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή. Καὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Φτάνει αὐτὸς καὶ μόνο ν᾿ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.

Γιατὶ σᾶς ρωτῶ· τί ἦταν ὁ Παῦλος προτοῦ νὰ πιστέψῃ στὸ Χριστό; Ἦταν, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ἕνας φανατικὸς Ἰουδαῖος. Ἦταν ποτισμένος μὲ τὴν ἰδέα, ὅτι ὁ Μεσσίας ποὺ περίμεναν θὰ ἦταν ἕνας πανίσχυρος βασιλιᾶς ποὺ θὰ συνέτριβε ὅλα τὰ βασίλεια τοῦ κόσμου καὶ θὰ ἵδρυε μιὰ ἀπέραντη ἰουδαϊκὴ αὐτοκρατορία. Γι᾿ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψῃ, πὼς ὁ Χριστός, ποὺ πέθανε πάνω στὸ σταυρό, ἦταν ὁ ἀληθινὸς Μεσσίας. Ὅλα τὰ περὶ Χριστοῦ τὰ θεωροῦσε μιὰ μεγάλη πλάνη, ποὺ κινδύνευε νὰ διαδοθῇ καὶ νὰ διαλύσῃ τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος. Γι᾿ αὐτὸ μίσησε φοβερὰ τὸ Χριστό. Ἄκουγε τὸ ὄνομά του καὶ ἄφριζε ἀπὸ τὸ κακό του. Ὅπου μάθαινε πὼς ὑπάρχουν Χριστιανοί, ἔτρεχε, τοὺς ἔπιανε καὶ τοὺς ἔρριχνε στὴ φυλακή. Πολλοὺς χτυποῦσε ὁ ἴδιος. Σὲ δίκες ποὺ γίνονταν ἐναντίον τους ἦταν πάντοτε παρὼν καὶ ἅμα ἄκουγε τὴν ἀπόφασι τοῦ δικαστηρίου «Θάνατος στοὺς Χριστιανούς» εὐχαριστιόταν καὶ χειροκροτοῦσε. Ἰδιαιτέρως χαιρόταν ὅταν πίεζε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ βλαστημήσουν τὸ Χριστό. Τὸ ἄγριο μῖσος ποὺ φώλιαζε μέσα του ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ τὸν ἔκανε μανιακό, ὥστε τὴν ὥρα τῆς ὀργῆς του καὶ τῆς ἐκδικήσεώς του παραφερόταν καὶ δὲν ἤξερε τί κάνει. Κυνηγοῦσε τοὺς Χριστιανοὺς μέσα στὰ Ἰεροσόλυμα. Πήγαινε καὶ σ᾿ ἄλλες πόλεις καὶ χωριὰ τῆς Ἰουδαίας καὶ πέρα ἀκόμη ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ καταδίωκε τοὺς Χριστιανούς. Τὸ ὄνομά του εἶχε γίνει ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος.

Αὐτὸς ἦταν ὁ Σαῦλος (ὅπως λεγόταν ὁ Παῦλος πρὶν πιστέψῃ στὸ Χριστό). Ποιός θὰ περίμενε, πὼς αὐτὸς ὁ διώκτης θὰ γινόταν λάτρης καὶ κήρυκας τοῦ Ἐσταυρωμένου; Καὶ ὅμως ἔγινε. Πῶς; Τὸ διηγεῖται ὁ ἴδιος στὴν ἀπολογία του, ποὺ ἔκανε ἐμπρὸς στὸ βασιλιᾶ Ἀγρίππα. «Πῆρα», λέει, «διαταγὲς ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων νὰ πάω σὲ μιὰ μακρινὴ πόλι, τὴ Δαμασκό, καὶ νὰ καταδιώξω τοὺς Χριστιανούς. Μαζί μου ἦταν καὶ ἄλλοι. Βαδίζαμε. Ἀλλ᾿ ἐνῷ βαδίζαμε στὸ δρόμο πρὸς τὴ Δαμασκὸ καὶ ἦταν μεσημέρι καὶ ὁ ἥλιος ἔλαμπε, ξαφνικὰ εἶδα ἕνα φῶς νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ λάμπῃ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν ἥλιο, ν᾿ ἀστράφτῃ γύρω ἀπὸ μένα καὶ γύρω ἀπὸ ᾿κείνους ποὺ ἦταν μαζί μου. Δὲν ἀντέξαμε στὴ λάμψι του καὶ πέσαμε χάμω. Καὶ ἐνῷ ὅλοι ἦταν πεσμένοι, ἐγὼ ἄκουσα μιὰ φωνὴ νὰ μοῦ μιλάῃ στὰ ἑβραϊκὰ καὶ νὰ μοῦ λέῃ· “Σαοὺλ Σαούλ, γιατί μὲ καταδιώκεις; Εἶνε σκληρὸ γιὰ σένα νὰ κλωτσᾷς πάνω σὲ μυτερὰ καρφιά”. Ἐγὼ εἶπα· “Ποιός εἶσαι, Κύριε;”. Κ᾿ ἐκεῖνος ἀπάντησε· “Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον ἐσὺ καταδιώκεις. Ἀλλὰ σήκω πάνω, στάσου ὄρθιος. Γιὰ σένα ἔκανα τὴν ἐμφάνισί μου· γιὰ νὰ γίνῃς ὑπηρέτης καὶ μάρτυρας αὐτῶν ποὺ βλέπεις τώρα καὶ αὐτῶν ποὺ θὰ δῇς στὸ μέλλον. Θὰ περάσῃς πολλοὺς κινδύνους, ἀλλ᾿ ἐγὼ θὰ σὲ σῴζω καὶ θὰ σὲ ἐλευθερώνω. Ἡ ἀποστολή σου εἶνε· νὰ ἀνοίξῃς μάτια τυφλῶν, ἀνθρώπων ποὺ δὲν πιστεύουν σ᾿ ἐμένα, καὶ ἀπὸ τὸ σκοτάδι ποὺ ζοῦν νὰ τοὺς φέρῃς στὸ φῶς, νὰ τοὺς βγάλῃς ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καὶ νὰ τοὺς φέρῃς στὸ Θεό, γιὰ νὰ πάρουν συγχώρησι ἁμαρτιῶν καὶ κληρονομιὰ μαζὶ μ᾿ ἐκείνους ποὺ θ᾿ ἀγιασθοῦν”.

«Αὐτὰ εἶδα καὶ ἄκουσα, βασιλιᾶ», λέει ὁ Παῦλος στὸν Ἀγρίππα. «Καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν οὐράνια ὀπτασία», συνεχίζει ὁ Παῦλος, «δὲν μποροῦσα νὰ μὴν ὑπακούσω. Ἄρχισα λοιπὸν νὰ κηρύττω τὸ Χριστὸ σὲ κάθε χώρα. Τὸ κήρυγμά μου εἶνε, οἱ ἄνθρωποι νὰ μετανοοῦν καὶ νὰ πιστεύουν στὸ Χριστὸ καὶ νὰ κάνουν ἔργα μετανοίας». Ὁ Παῦλος, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ εἶδε ἐκεῖνο τὸ φῶς κι ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ἄλλαξε ῥιζικά. Τὸ Χριστό, ποὺ τὸν νόμιζε νεκρό, τὸν εἶδε ὁλοζώντανο μπροστά του μὲ λαμπρότητα καὶ δύναμι ἀπερίγραπτη, τὸν εἶδε νὰ τοῦ μιλάῃ καὶ νὰ τὸν ἐλέγχῃ. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτασία δὲν τοῦ ἔμεινε πιὰ καμμιά ἀμφιβολία πὼς ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Θεὸς ποὺ κυβερνᾷ γῆ καὶ οὐρανὸ καὶ ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη καὶ συγκατάβασι πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο κατέβηκε στὴ γῆ καὶ καλεῖ τὸν κόσμο σὲ μετάνοια. Εἶδε, ἄκουσε, καὶ πίστεψε. Καὶ ἡ πίστι του αὐτὴ ἔγινε ἕνας ἀκλόνητος βράχος, ποὺ κανένας πειρασμὸς δὲν θὰ μπορέσῃ πιὰ νὰ τὸν κλονίσῃ. Καὶ ὅποιος ἄκουγε τὸν Παῦλο νὰ μιλάῃ γιὰ τὸ Χριστό, ἐπείθετο πὼς δὲν λέει ψέματα. Καὶ ὅποιος σήμερα διαβάζει τὶς ἐπιστολές του, πείθεται κι αὐτὸς ὅτι ἔχει μπροστά του ἕνα μάρτυρα σπάνιο, μοναδικό, ποὺ μιλάει μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια, δὲν κρύβει τίποτε, ἀλλ᾿ ἐξομολογεῖται δημοσίως τὰ μεγάλα του ἁμαρτήματα καὶ ζητεῖ ἔλεος, κ᾿ εὐχαριστεῖ καὶ δοξάζει τὸ Θεὸ μὲ χίλιες γλῶσσες, γιατὶ τὸ ἔλεος ποὺ ζητοῦσε τὸ βρῆκε στὸ σταυρό, στὰ ματωμένα χέρια καὶ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Πέφτει καὶ προσκυνεῖ τὸν Εὐεργέτη. Χριστέ, σ᾿ εὐχαριστῶ…

Ὁ Παῦλος κηρύττει τὸ Χριστό. Καὶ ἂν στὸν Παῦλο δὲν πιστέψουμε, σὲ ποιόν θὰ πιστέψουμε; Ὁ Παῦλος εἶδε φῶς. Ἀλλὰ τί φῶς ἦταν ἐκεῖνο; Ἦταν σὰν αὐτὰ φῶτα ποὺ ἀνάβουν οἱ ἄνθρωποι τὴ νύχτα γιὰ νὰ φωτίζωνται; Ἦταν σὰν τὸ φῶς ποὺ ἀκτινοβολοῦν τὰ ἀστέρια καὶ προπαντὸς ὁ ἥλιος; Ὄχι. Τὸ φῶς ποὺ εἶδε ὁ Παῦλος δὲν εἶχε καμμιά ὁμοιότητα οὔτε μὲ τὰ τεχνητὰ φῶτα τῶν ἀνθρώπων οὔτε μὲ τὰ φυσικὰ φῶτα τῶν ἄστρων καὶ τοῦ ἥλιου. Ἦταν ἕνα ξεχωριστὸ φῶς, ἀνώτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα. Φῶς, ποὺ νικοῦσε κι αὐτὸ τὸν ἥλιο στὴ στιγμὴ τῆς πιὸ μεγάλης του λάμψεως. Φῶς, ποὺ ἔκανε νὰ σβήνουν μπροστά του ὁ ἥλιος κι ὅλα τὰ ἄστρα. Φῶς ὑπερφυσικό. Φῶς ἄκτιστο. Φῶς, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο Φῶς. Τὸ δὲ ἀνέσπερο Φῶς τοῦ κόσμου εἶνε ὁ Χριστός. «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός», ὅπως τὸ ἔλαβε ὁ Παῦλος καὶ ἄναψε τὴ λαμπάδα του καὶ τὴν ἔκανε ἥλιο καὶ μετέφερε τὸ φῶς αὐτὸ σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο.

Οἱ ἄπιστοι προσπαθοῦν νὰ δώσουν ἄλλη ἑρμηνεία στὴ μεταβολὴ τοῦ Παύλου. Ἀλλὰ μάταιοι οἱ κόποι τους. Καμμιά ἄλλη ἑρμηνεία δὲν στέκεται. Αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸ δρόμο πρὸς τὴ Δαμασκὸ εἶνε γεγονός. Γεγονὸς πιὸ βέβαιο ἀπὸ ὅ,τι εἶνε τὸ μεσουράνημα τοῦ ἥλιου. Εἶδε ὅραμα ὁ Παῦλος, καὶ πίστεψε. Καὶ εἶνε ὁ Παῦλος ἕνα θαῦμα, ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματα, ποὺ πείθουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἐκεῖνος, ποὺ δημιουργεῖ μέσ᾿ στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τέτοιες μεγάλες, ἀφάνταστες μεταβολές.

Μὲ τὴ μεταβολὴ τοῦ Παύλου, ἀγαπητοί μου, παραβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἀλλαγὴ ποὺ ἔγινε στὴν ψυχὴ καὶ στὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου, ποὺ ἑορτάζει σήμερα. Ἀπὸ εἰδωλολάτρης, Χριστιανός· ἀπὸ διοικητὴς ἑνὸς κράτους ποὺ ἐδίωκε τὴν Ἐκκλησία, ἱδρυτὴς μιᾶς αὐτοκρατορίας ποὺ ἐγκολπώθηκε κήρυξε καὶ προστάτευσε τὴν Ὀρθοδοξία· καὶ τέλος, ἀπὸ κοσμικὸς ἄρχοντας ντυμένος μὲ βασιλικὴ πορφύρα, ἀναγεννημένος Χριστιανὸς ντυμένος τὸ λευκὸ χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος. Ἰδού τὸ θαῦμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτῷ ἡ δύναμις, ἡ τιμή καὶ ἡ δόξα εἰς αἰῶνας αἰώνων.

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s