ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ & ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ 18-10-2021

 

Αποστολος Λουκας

Ο Αγ. Απόστολος Λουκάς ήταν Έλληνας στην καταγωγή, (έγραψε το ευαγγέλιό του και τις Πράξεις των Αποστόλων στην Ελληνική). Ήταν ιατρός, ο πρώτος χριστιανός ιατρός. Τον σαγήνεψε το κήρυγμα του Χριστού, η σαγήνη του ευαγγελίου που είναι όχι μόνο για αγράμματους αλλά και για εγγράμματους, μπροστά στη σοφία του Θεού όλοι είναι ίσοι κι όλοι είναι νήπιοι πνευματικά.

Ο Χριστός ήρθε για όλους, γιατί η αγάπη του είναι παγκόσμια, καθολική, αντιρατσιστική. Όχι κλίκα εκλεκτών, αλλά σύναξη αδελφών, κάθε τάξεως. Και σήμερα ακόμη έχει τους ανθρώπους του ο Χριστός, τους εκλεκτούς και συνετούς, σε κάθε επάγγελμα, σε κάθε επιστήμη, σε κάθε τέχνη. Είναι εκείνοι που κάνουν με ευλάβεια το σταυρό τους, που πάνε κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, που έχουν καθοδήγηση πνευματική, σκύβουν το κεφάλι τους ταπεινά κάτω απ΄ το πετραχήλι του παπά και ζητούν συγχώρηση για τα κρίματά τους.

Γνώρισε το Χριστό, τα έδωσε όλα! Υπήρξε και μαθητής του απ. Παύλου, ακολούθησε τον Παύλο, στη Μακεδονία, στην Αθήνα, την Πάτρα, τη Ρώμη, γιατί; Όχι για εμπορικούς σκοπούς, για να κερδίσει χρήματα, αλλά για να κηρύξει, για να προσφέρει τον πολύτιμο θησαυρό πού βίωνε ο ίδιος, τη χαρά και την ειρήνη, την αγάπη που έκρυβε στα στήθη του!

Εμείς τί κηρύττουμε, τι μεταδίδουμε στους άλλους;

Δυσκολευόμαστε σήμερα να ξεχωρίσουμε τους ευσεβείς απ΄ τους ασεβείς. Γιατί έχουμε πάψει να δίνουμε με τη ζωή μας και τα έργα μας ομολογία Χριστού. Διστάζουμε να κάνουμε το σταυρό μας δημόσια! Να πούμε ότι νηστεύουμε, ότι εξομολογούμαστε. Συσχηματιζόμαστε με τη νοοτροπία του κοσμικού φρονήματος. Μπαίνουν στην εποχή μας οι χριστιανοί μέσα στο ναό του Θεού όπως θα πήγαιναν σε ένα κέντρο διασκεδάσεως! Πάει κάποιος να εκκλησιαστεί και βλέπει όλα τα έκτροπα μες το ναό του Θεού! Μισόγυμνες γυναίκες, μακιγιαρισμένες απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια, με την τσίχλα στο στόμα και δεν φτάνει μόνο αυτό το στρώνουν και στην κουβέντα με γνωστούς και φίλους σα να βρίσκονται σε καφετέρια! Αυτό όμως αδελφοί μου δεν είναι χριστιανισμός, δεν είναι ευσέβεια, αλλά η γελοιογραφία της.

Το ευαγγέλιο του απ. Λουκά είναι από τα ωραιότερα γιατί περιγράφει τα γεγονότα με ιστορική ακρίβεια, με πολύ λόγια γλώσσα, αλλά και με λεπτομέρειες σημαντικές απ’ τη δραστηριότητα και τη διδασκαλία του Ιησού, που δεν τις έχουν επισημάνει οι άλλοι Ευαγγελιστές.

Ο λόγος του όχι μόνο στην εποχή που έζησε αλλά και σήμερα ακόμη είναι Φως μες το σκοτάδι της πλάνης και της αποστασίας. Προσπαθούν σήμερα οι άνθρωποι να φωτίσουν το σκοτάδι τους το πνευματικό με τα φώτα της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας, της πολιτικής κουλτούρας. Αλλά όλα αυτά τα φώτα μπροστά στο Φως του ευαγγελίου είναι πυγολαμπίδες γιατί έχουν γεννήτρια τους τη γη. Το ευαγγέλιο του απ. Λουκά έχει γεννήτρια τον ουρανό, γιατί δεν είναι θεωρίες και ιδεολογίες του κόσμου τούτου και ανθρώπινες ανακαλύψεις, αλλά αποκαλύψεις του ίδιου του Θεού. Φαντασθείτε μερικούς ανθρώπους να ζουν όλη τους τη ζωή σε μια σκοτεινή σπηλιά, προσπαθώντας να φωτιστούν μ΄ ένα καπνιστό δαδί και να μην έχουν αντικρύσει ποτέ το φως του ήλιου. Κάποιος όμως που τους αγαπά πάει στη σπηλιά και τους μιλά. Τους λέγει ότι υπάρχει ένα άλλο Φως πολύ πιο ανώτερο και δυνατό απ΄αυτό που έχουν και δεν σβήνει ποτέ! Μερικοί τον χλευάζουν, ενώ άλλοι τον ακολουθούν και τους βγάζει έξω από τη σπηλιά στο φως του ήλιου!…

Αυτό συνέβη με τον Χριστό, ήρθε μέσα στο σπήλαιο των αμαρτιών μας που φωτιζόταν απ’ τα καπνιστά δαδιά της ανθρώπινης φιλοσοφίας και της γήινης ιδεολογίας…

Αυτό συνέβη και με τον απ. Λουκά. Ο Λουκάς πρώτα φωτίσθηκε ο ίδιος κι έπειτα βγήκε να φωτίσει. Έγραψε αφού έπραξε, δίδαξε αφού εποίησε, εφάρμοσε το ευαγγέλιο. Εμείς σήμερα κάνουμε το δάσκαλο στους άλλους, αλλά σύμφωνα με το ρητό «Δάσκαλε που δίδασκες και λόγο δεν εκράτης». Συμβουλεύουμε τα παιδιά μας για το καλό, ενώ εμείς είμαστε χειρότεροι απ΄αυτά!

Ο απ. Λουκάς φώτισε τον κόσμο, αφού πρώτα έγινε ο ίδιος φως και συνδέθηκε όχι τυπικά αλλά ουσιαστικά με την πηγή του Αιωνίου και αφθάρτου Φωτός που είναι ο Χριστός. Αυτή την οδό μας καλεί σήμερα να βαδίσουμε και εμείς ο Άγιος Απόστολος Λουκάς.

ὑπό Ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΛΟΥΚΑ

Παραβολή τοῦ σπορέα (2ο)

(Λουκ. 8:5-16)

Παραβολη του Σπορέα

Τό χειρότερο χωράφι

Ὁ Ἰησοῦς μᾶς εἶπε στήν συγκεκριμένη παραβολή, ὅτι ὁ πιό πολύς σπόρος πῆγε χαμένος· ἔπεσε σέ δρόμο, σέ πέτρες, σέ ἀγκάθια! Ἐλάχιστος σπόρος ἔπεσε σέ καλό χωράφι καί ἔφερε καρπό! Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔχοντας ὑπόψη του αὐτό, σχολιάζει: «Τά ¾ ἀπό τό σπόρο πού χρησιμοποίησε ὁ γεωργός πῆγε χαμένο· μόνο τό ¼ καρποφόρησε! Καί αὐτό ὁ Χριστός τό ἤξερε ἐκ τῶν προτέρων· παρόλο αὐτό συνέχισε τήν «σπορά». Διδάσκοντας σέ μᾶς, νά μήν ἀπαγοητευόμαστε ἀπό τό ἀποτέλεσμα, ἀλλά νά συνεχίζουμε νά «σπέρνουμε» τό λόγο τοῦ Θεοῦ ἁπλόχειρα. Καί τό ἐξίσου σημαντικό: Οἱ σπόροι πού χάθηκαν, δέν χάθηκαν ὅλοι στήν ἴδια μεριά· ἄλλοι χάθηκαν, γιατί ἔπεσαν σέ πέτρες, ἄλλοι γιατί ἔπεσαν στά ἀγκάθια, καί ἄλλοι ἐπειδή ἔπεσαν στό δρόμο. Πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ ὁδός τῆς ἀπωλείας δέν εἶναι ἡ ἴδια γιά ὅλους· δέν ὑπάρχει δηλαδή μόνος ἕνας δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν Κόλαση!» ( ΜΔ΄ εἰς τό κατά Ματθαῖο, P.G. 469-470) .

Ὅσο καλός καί ἄν εἶναι ὁ σπόρος, ὅταν πέσει σέ δρόμο, σέ πέτρα καί σέ ἀγκάθια δέν θά «πιάσει», ἀλλά θά νεκρωθεῖ καί θά διαλυθεῖ καί γι’αὐτό δέν θά φταίει ὁ σπόρος. Καί αὐτό σημαίνει: Ὅσο καλός καί ἄν εἶναι ὁ κήρυκας τοῦ θείου λόγου, ὅταν μιλάει σέ «δρόμους», σέ «πέτρες» καί σέ «ἀγκάθια», δέν θά ἔχει τό ποθούμενο ἀποτέλεσμα. Βροντερό παράδειγμα: Τό πιό ἄριστο, τό πιό τέλειο κήρυγμα πού ἔγινε πάνω στή γῆ, ἔγινε ἀπό τό Χριστό. Κανένας δέν μίλησε μέ τέτοια σοφία, μέ τέτοια διάκριση, μέ τέτοια ἀγάπη, μέ τέτοια καλωσύνη πού μίλησε ὁ Χριστός! Καί ὅμως οἱ φαρισαῖοι, πού ἦταν ἕνα μεγάλο μηδενικό ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, δέν ὠφελήθηκαν ἀπό τό κήρυγμά Του οὔτε στό ἐλάχιστο! Δέν τούς ἄγγιξε καθόλου! Λές καί ὁ Χριστός μιλοῦσε σέ ἄψυχες πέτρες! Καί ἀσφαλῶς δέν ἔφταιγε γι’αὐτό ἡ Σοφία, (ὁ Χριστός) ἀλλά ἔφταιγαν αὐτοί πού ἄκουγαν τή Σοφία! (Καί αὐτό μᾶς δίδει τήν εὐκαιρία νά εἰποῦμε, ὅτι δέν φταῖνε οἱ ἱερεῖς, πού δέν πᾶνε οἱ ἄνθρωποι στήν ἐκκλησία, ἀλλά φταῖνε οἱ ἄνθρωποι πού ἔκαναν τίς καρδιές τους πέτρες, δρόμους καί ἀγκάθια!).

Ἀντίστροφα, ὅσο ἀδύνατος καί ἄν εἶναι ὁ σπόρος, ὅταν πέσει σέ γόνιμο χωράφι, κάτι θά κάνει, κάτι θά παράγει, ἔστω καί ἕνα ἐλάχιστο. Πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ὅσο ἄσχημα καί νά μιλάει ἕνας κήρυκας τοῦ θείου λόγου, ὁ ἀκροατής πού τόν ἀκούει, ἄν ἔχει καλή, γόνιμη καρδιά, κάτι θά ἁρπάξει, κάτι θά ὠφεληθεῖ, γιατί τό ζητάει ἡ καρδιά του. Εἶναι σάν τόν ὑγιῆ πεινασμένο: Ὅταν βρεῖ ἕνα σταφύλι, πού νά ἔχει μία ρόγα καλή καί δέκα χαλασμένες, θά πετάξει τίς δέκα καί θά φάει αὐτή τήν μία, τήν καλή, γιατί πεινάει, τό ζητάει ὁ ὀργανισμός του. Μπορεῖ, λοιπόν, καί ὁ κήρυκας τοῦ θείου λόγου νά μᾶς εἰπεῖ δέκα ἄχρηστες κουβέντες καί μία καλή. Αὐτός πού πεινάει, πού ἔχει ὄρεξη, διάθεση γιά νά ἀκούσει κάτι τό ὠφέλιμο, θά ἁρπάξει αὐτή τή μία καλή κουβέντα καί θά τή κάνει πράξη. Ἐνῶ αὐτός πού ἔχει κακή διάθεση, θά πετάξει αὐτή τήν μία καλή κουβέντα καί θά κολλήσει στίς δέκα κακές κουβέντες.

Τό χειρότερο ὅμως δέν εἶναι, ὅταν ὁ σπόρος πέφτει ἤ σέ πέτρα ἤ σέ δρόμο ἤ σέ ἀγκάθια, ἀλλά τό χειρότερο εἶναι, νά ἔχει ὁ ἄλλος μέσα του ἕνα σατανικό «μηχανισμό», πού νά μήν ἀφήνει τόν σπόρο νά πέσει κἄν πάνω στήν πέτρα ἤ στό δρόμο ἤ στ’ἀγκάθια, ἀλλά νά τόν ἐκσφεντονίζει μακρυά, πρίν ἀκόμα προλάβει καί πέσει στή γῆ! Νά κλείνει δηλαδή ἐκ τῶν προτέρων τά αὐτιά του, γιά νά μήν ἀκούσει τόν σωτήριο λόγο Κυρίου. Φοβερό παράδειγμα: Ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος ἀπολογεῖτο στό Μ. Συνέδριο. Οἱ σύνεδροι «εἶδαν ὅτι τό πρόσωπό του ἔλαμπε σάν νά ἦταν πρόσωπο ἀγγέλου» (Πράξ.6:15). Καί ὅμως αὐτοί οἱ σύνεδροι ἀκούγοντας αὐτόν τόν ἄγγελο νά τούς μιλάει γιά τό Χριστό, «ἐξαγριώθηκαν καί ἔτριζαν τά δόντια τους ἐναντίον του» (Πράξ.7:54). «Τόν ἔσυραν ἔξω ἀπό τήν πόλη καί τόν λιθοβόλησαν» (Πράξ.7:58).

Σέ αὐτή τήν φοβερή κατάσταση εἶχαν φθάσει καί οἱ φαρισαῖοι: Δέν ἄντεχαν νά ἀκοῦν τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ. Μόλις ὁ Χριστός ἄνοιγε τό πανάγιο στόμα Του, αὐτοί ἐκνευρίζονταν. Καί τοῦ ἐπετίθεντο! Πόσες φορές προσπάθησαν νά Τόν σκοτώσουν, ἐξ αἰτίας τοῦ κηρύγματός Του! (Ἰωαν.10:31). Καί ἦταν γιά τό λαό ἡ «ἀφρόκρεμα» τῆς εὐσεβείας! Ἰδού κατάντημα ἀνθρώπου! Καί τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν παντοῦ καί πάντοτε! Καί σήμερα! Θυμᾶμαι: Πρίν ἀπό μερικά χρόνια, καθώς σάν ἱερέας περπατοῦσα μέσα στό κέντρο τῶν Ἀθηνῶν (πρός τήν πλατεία «Κάνιγγος»), μέ πλησίασε ἕνας ἄγνωστος νεαρός, καί μέ ρώτησε: «Τί λέτε κύριε γιά τήν μετενσάρκωση;!». Τοῦ ἀπάντησα: «Πῶς τό ξέρεις ὅτι μετά θάνατον ὑπάρχει μετενσάρκωση; Πέθανες καί εἶδες;». Μοῦ ἀνταπάντησε: «Καί ἐσύ πῶς τό ξέρεις, ὅτι δέν ὑπάρχει; Πέθανες καί εἶδες;». Τοῦ ἀπάντησα ξανά: «Εἴμαστε μέσα στό δρόμο καί δέν μποροῦμε νά συνεχίσουμε τήν συζήτηση. Θά σᾶς εἰπῶ μόνο τοῦτο: Ὅπως βλέπετε, εἶμαι ὀρθόδοξος κληρικός. Καί πιστεύω στήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ πού λέει ὅτι ὑπάρχει Παράδεισος καί Κόλαση. Γιά μένα λοιπόν εἶναι σίγουρο, ὅτι μετά θάνατον, δέν ὑπάρχει μετανσάρκωση. Ἐσύ λοιπόν σκέψου, πώς ἄν ὑπάρχει Κόλαση, ποιά θά εἶναι ἡ τύχη σου;!». Καί ἡ ἀντίδρασή του; «Εἶσαι πωρρωμένος;!», μοῦ φώναξε ὀργισμένος, καί ἔφυγε τρέχοντας ἀπό κοντά μου! Ὁ Θεός νά μᾶς φυλάει ἀπό ἕναν τέτοιο κατάντημα, πνευματικό θάνατο.

ὑπό Ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

 

Ὑπάρχει Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου;

Προσκομιδη

ὑπό Ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Στό ξεκίνημα τῆς Ἐκκλησίας μας δέν ὑπῆρχαν βιβλία «Ἱερατικά», πού νά περιέχουν τή Θ. Λειτουργία. Οἱ Ἀπόστολοι ἐπιτελοῦσαν το Μυστήριο μέ βάση ὅ,τι εἶχαν ἰδεῖ ἀπό τό Χριστό (Ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων P.G. 87:3982). Καί τό «πλαισίωναν» μέ προσωπικές εὐχαριστήριες εὐχές. Ἄλλες ἔλεγε ὁ Πέτρος, ἄλλες ὁ Ἀνδρέας, ἄλλες ὁ Ἰωάννης, ἄλλες ὁ Ἰάκωβος κ.ο.κ.

Τό ἴδιο ἔκαναν μετά καί οἱ μεταποστολικοί Πατέρες. Εἴχαμε, λοιπόν, ἐν χρήσει πολλές λειτουργίες καί μάλιστα μέ ἐκτενέστατες εὐχές, κάτι πού ἀνάγκαζε τούς Ἱερεῖς νά τίς «περικόβουν». «Μή διά θεραπείαν ἀνθρωπίνην ἐπισπεύσης τάς εὐχάς ἤ συντέμης», ἔλεγε ὁ Μ. Βασίλειος στό «παράγγελμα πρός τόν Ἱερέα».

Ὁ Μ. Βασίλειος, προκειμένου νά ὑπάρχει ὁμοιομορφία στην Ἐκκλησία, ἀλλά καί μιά πιό σύντομη Λειτουργία, πῆρε την πρωτοβουλία καί ἔφτιαξε τήν ἐπ΄ὀνόματί του Θ. Λειτουργία, με βάση τό «ὑλικό» που ὑπῆρχε στίς ἐν χρήσει Θ. Λειτουργίες. Τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἔχοντας ὡς βάση τη Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου (Ἅγιος Πρόκλος Κων/πόλεως P.G. 65:849-852). Ὁπότε οἱ Λειτουργίες πού ἦταν ἐν χρήσει μέχρι τότε ἔπεσαν σέ ἀπραξία, καί χάθηκαν. Ἄρα, λοιπόν, δέν ὑπάρχει γνήσια, αὐτούσια Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου.

Ὁ τρόπος πού ἐπιτελεῖται ἡ «Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου» στις ἡμέρες μας, δέν ἔχει σχέση μέ τό πῶς γινόταν στήν ἀρχαία Ἐκκλησία. Π.χ.,τότε κλῆρος καί λαός στή Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων προσεύχονταν γονατιστοί, καί κοινωνοῦσαν γονατιστοί. Γονάτιζε ὁ Ἐπίσκοπος, καί ὁ Ἱερέας τοῦ πρόσφερε τή Θ. Κοινωνία. Γονάτιζε ὁ Ἱερέας, καί ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ πρόσφερε τή Θ. Κοινωνία. Καί καταλάβαιναν, Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς, ὅτι ὡς μέλη τοῦ ἰδίου σώματος (τῆς Ἐκκλησίας), ὁ ἕνας ἔχει τήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου.

Οἱ λαϊκοί λάμβαναν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, και τό Αἷμα ἀπό τόν Ἱερέα, σέ εἰδικό «κυπελάκι». Παρέμεναν γονατιστοί (!), ὥσπου νά κοινωνήσει καί ὁ τελευταῖος πιστός, ἐξ οὗ καί ἡ προτροπή «ὀρθοί οἱ μεταλαβόντες». Ἐπί πλέον: Ἄλλο πρᾶγμα ἦταν τότε ἡ Πρόθεση, ἄλλο ἡ Προσκομιδή, ἄλλο ἡ Μικρή Εἴσοδος ἄλλο ἡ Μεγάλη κ.λ.π. κ.λπ. (Περισσότερα: Ναός, Ἱερέας, Λειτουργία, «Θαβώρ», 2η ἔκδοση, ἐμπλουτισμένη, 2021, σελ. 15-16, 67-68, 81-89).

Τό ἐφάμαρτο στή «Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου» εἶναι, ὅτι γίνονται πράγματα, πού δέν γίνονταν ποτέ στήν Ἐκκλησία μας. π.χ., ἐξ ἀρχῆς ἡ Θ. Λειτουργία γινόταν «ἐν τῷ κρυπτῷ», μακρυά ἀπό τά μάτια τῶν «ἀμυήτων», ὅμως, ἡ τοῦ Ἰακώβου γίνεται ἐν τῷ φανερῷ, πρός το θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις!

Τό Θυσιαστήριο, Ἁγία Τράπεζα ἐγκαινιάζεται γιά νά ἐπιτελεῖται τό Μυστήριο, ὅμως, στή Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου, τό Θυσιαστήριο καταφρονεῖται καί χρησιμοποεῖται ἕνα τραπεζάκι! Τό ἀντιμήνσιο ἐπ΄οὐδενί ἀντικαθιστᾶ τό Θυσιαστήριο, διαφορετικά, γιατί νά γίνονται ἐγκαίνια Θυσιαστηρίου;! Οἰκονομία ἐφαρμόζεται, ὅταν εἶναι ἀδύνατο νά ἐφαρμοσθεῖ ἡ ἀκρίβεια. Διαφορετικά, δέν γίνεται οἰκονομία, ἀλλά αὐθαιρεσία.

Στίς ἡμέρες μας προέκυψε καί τοῦτο: Θ. Λειτουργία στίς αἴθουσες(!) καί στά προαύλια(!) τῶν σχολείων, «παγώνοντας» τή συνείδηση δασκάλων καί μαθητῶν, μέ αὐτό τό πρωτοφανές πού βλέπουν. Μά δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἀρρώστους, παραλύτους πού δεν μποροῦν νά πᾶνε στήν ἐκκλησία! Καί νά ἦταν μόνο αὐτό; Ἡ αἴθουσα ἤ τό προαύλιο, ὅπου γίνεται τό Μυστήριο, και ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστός, παραδίδονται στήν καθημερινή τους χρήση, ὡς νά μήν συνέβη κάτι!

Μέ τή «φόρα» πού πήραμε, θά βρεθοῦν «ζηλωτές» να λειτουργοῦν στά super market, στά καφενεῖα, καί δέν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ, μέ τό σκεπτικό «ἐφόσον ὁ λαός δέν πάει στήν Ἐκκλησία, ἄς πάει ἡ Ἐκκλησία στό λαό!». Ὅμως, ὁ κόσμος ὠφελεῖται, ὅταν τηροῦμε μέ εὐλάβεια τά παραδεδομένα, καί ὄχι ὅταν τά καταφρονοῦμε.

Στή λατρεία μας ὑπάρχουν πράγματα κακῶς κείμενα. Π.χ. στήν ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία, ἕνας εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅμως ἐμεῖς κάθε Ἐπίσκοπο τόν κάνουμε καί Ἀρχιεπίσκοπο, «ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν…», λέμε γιά κάθε ποιμενάρχη!

Ἄλλο: Ὁ ἄλλος σκοτώνει τήν πεθερά του, τή γυναῖκα του, αὐτοκτονεῖ, καί στήν κηδεία του ψέλνουμε «μακαρία ἡ ὁδός ἧ πορεύῃ σήμερον….!».

Ἄλλο: Οἱ πιστοί στίς ἐκκλησίες μας προσκυνοῦν ἄλογα, δράκοντες, δαίμονες (εἰκόνες ἁγίων Δημητρίου, Γεωργίου, Χαραλάμπους, Μαρίνης κ.λ.π.), καί ἡμεῖς ἄδομεν. Καί ἄλλα πολλά πού βγάζουν μάτι…!

Ἀντί, λοιπόν νά διορθώνουμε τά κακῶς κείμενα στή λατρείας μας, ἰσοπεδώνουμε (!) τά καλῶς κείμενα! Τί συμβαίνει;

Πηγή: Αναστασιος (12/10/2021)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΛΟΥΚΑ

Ἀνάσταση τοῦ γυιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναϊν

(Λουκ. 7:11-16)

Ανασταση Ναϊν

Ὁ σκοπός τοῦ θαύματος

Ὁ Χριστός μέχρι τώρα ἔκανε πολλά θαύματα· θεράπευσε δαιμονισμένους καί ἄλλους πολλούς ἀρρώστους, ἀλλά δέν ἀνέστησε νεκρό καί ἄρα ὁ κόσμος δέν εἶχε πλήρη εἰκόνα τῆς ἐξουσίας τοῦ Χριστοῦ. Καί ἔπρεπε λοιπόν νά δείξει στόν κόσμο, ὅτι δέν θεραπεύει μόνο ἀρρώστους, ἀλλά ἀνασταίνει καί νεκρούς. Ὅτι δέν ἔχει ἐξουσία μόνο σέ ζωντανούς, ἀλλά καί σέ νεκρούς. Καί ἔκρινε ὅτι τώρα ἦρθε ἡ κατάλληλη στιγμή γιά νά δείξει στόν κόσμο καί αὐτή Του τήν ἐξουσία.

Ἡ Ναϊν ἦταν μιά πόλη πού ἀπεῖχε ἀπό τήν Καπερναούμ 35 χιλιόμετρα· μέ δρόμο ἀνηφορικό· χρειαζόταν κάποιος κάπου ὀχτώ ὧρες γιά νά φθάσει. («Ναϊν» σημαίνει ὡραία, καλλονή. Καί ἡ Ναϊν σάν πόλη ἦταν ὡραία· ἦταν κτισμένη σέ μαγευτική τοποθεσία). Καί καθώς ὁ Ἰησοῦς βρισκόταν στήν Καπερναούμ, εἶδε ὅτι στήν ὡραία αὐτή πόλη πέθανε ὁ μοναχογυιός μιᾶς χήρας. Καί χωρίς κανένας νά Τόν εἰδοποιήσει ἤ νά Τόν προσκαλέσει, ὅπως ἔγινε μέ τήν κόρη τοῦ Ἰαείρου (Λουκ.8:41) καί μέ τόν φίλο Του τόν Λάζαρο (Ἰωαν.11:3) ξεκίνησε πρωί-πρωί γιά τή Ναϊν (Λουκ.7:10-11) χωρίς νά ἔχει ἄγχος, ἄν θά φθάσει ἐγκαίρως, ἤ μήπως δέν θά τά καταφέρει γιά νά ἀναστήσει τό νεκρό.

«Μόλις πλησίαζε τήν πύλη τῆς πόλης, ἔβγαζαν ἕνα νεκρό, τό μονάκριβο γιό μιᾶς μάνας, πού μάλιστα ἦταν χήρα» (Λουκ.7:12). Μπροστά-μπροστά πήγαιναν οἱ εἰδικοί θρηνωδοί καί αὐλητές (πού ἔπαιζαν εἰδική, πένθιμη μουσική). Ἀκολουθοῦσαν ἡ μάνα καί στενοί συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ. Μετά ἀκολουθοῦσε ὁ νεκρός πάνω σέ εἰδικό νεκροκρέββατο, καί πίσω ἀκολουθοῦσαν οἱ διάφοροι φίλοι του καί οἱ γνωστοί. Καί ἐπειδή ὁ νεκρός ἦταν νέος καί μοναχογυιός, εἶχε ἔρθει στήν κηδεία του πολύς κόσμος γιά νά συμπαρασταθεῖ στή χήρα (Λουκ.7:12).

«Μήν κλαῖς» εἶπε ὁ Χριστός στή χήρα μάνα (Λουκ.7:13) ὄχι γιατί δέν ἔπρεπε νά κλαίει, ἀλλά ἐπειδή τώρα θά ἔβλεπε τό γυιό της καί πάλι ζωντανό. Καί προχώρησε (ὁ Χριστός) πρός τό νεκρό. Αὐτοί πού μετέφεραν τό νεκρό, σταμάτησαν. Ὁ Χριστός ἀκούμπησε τό νεκρό παιδί καί χωρίς νά προσευχηθεῖ, γιά νά ζητήσει ἄνωθεν βοήθεια (γιατί ἦταν Θεός, ἄρα δέν εἶχε ἀνάγκη θείας βοηθείας) μίλησε στόν νεκρό, ὅπως ἐμεῖς μιλᾶμε σέ ἄνθρωπο ζωντανό. Καί γιά να μήν νομίσει κανείς ὅτι μιλάει σέ κάποιον ἄλλον, εἶπε στόν νεκρό: «Νεαρέ, σέ σένα μιλάω, σήκω!» (Λουκ.7:14)· «Καί ἀνακάθισεν ὁ νεκρός, κι’ἄρχισε νά μιλάει!» (Λουκ. 7:14-15). Τόν πῆρε ἀπό τό χέρι «καί τόν παρέδωσε στή μητέρα του» (Λουκ.7:15). Δέν τόν ἄφησε νά πάει μόνος του στή μάνα του, οὔτε εἶπε σέ ἄλλους νά τόν πᾶνε (ὅπως ἔκανε σέ ἄλλες περιπτώσεις, «ἔδωσε ἐντολή νά τόν φέρουν (τόν τυφλό) κοντά Του»). (Λουκ.18:40). Φαντασθεῖτε αὐτό τό ὡραῖο σκηνικό: Τόν Χριστό νά κρατάει ἀπό τό χέρι τόν ἀναστημένο γυιό καί νά τόν παραδίδει στήν χήρα μάνα (πάντα «ἀνθρώπινος» ὁ Κύριος!). Στέλνοντας παράλληλα, μέ τήν κίνησή Του αὐτή καί τό ἐλπιδοφόρο μήνυμα ὅτι «Ἐγώ εἶμαι κύριος ζώντων καί νεκρῶν! Νά πιστεύετε σέ Μένα!».

Ὄντως εἶναι ἐκπληκτικό νά ἀνασταίνεται ἕνας νεκρός καί στήν περίπτωσή μας ὁ μοναχογυιός τῆς χήρας τῆς Ναϊν. Τό ἐξίσου ἐκπληκτικό εἶναι ὅτι ὁ νεκρός δέν ἀναστήθηκε σιγά-σιγά, ὅπως ἀναρρώνει αὐτός πού εἶναι σέ «κῶμα», ἀλλά ἀναστήθηκε ταχύτατα. Ὅπως ἐπίσης ταχύτατα ἐπανῆλθε στούς κανονικούς ρυθμούς τῆς ζωῆς «ἀνακάθισεν ὁ νεκρός, κι’ἄρχισε νά μιλάει!» (Λουκ.7:14-15). Φαντασθεῖτε καί πάλι νά κηδεύεται στήν ἐκκλησία τῆς ἐνορίας σας ἕνα παλικάρι, νά σταθεῖ κάποιος μπροστά του καί νά τοῦ εἰπεῖ, «νεκρέ· σέ σένα μιλάω· σήκω ἀπό τό φέρετρο!» καί ἀμέσως νά σηκωθεῖ, νά μιλάει καί νά περπατάει! Δέν θά σοκαρισθεῖτε;! Δέν θά εἰπεῖτε ποιός εἶναι αὐτός πού ἔχει τέτοια δύναμη, ὥστε νά ἀνασταίνει νεκρούς, καί μάλιστα τόσο ἄνετα;! Τό ἴδιο ἀκριβῶς «σόκ» ἔπαθαν, καί αὐτοί πού εἶδαν τήν ἀνάσταση τοῦ γυιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναϊν: «Καί ὅλους τούς κυρίεψε δέος καί δόξαζαν τό Θεό λέγοντας: «Μεγάλος Προφήτης ἐμφανίσθηκε ἀνάμεσά μας», καί «ὁ Θεός ἦρθε νά σώσει τό λαό Του» (Λουκ.7:16-17).

Μπορεῖ νά προβληματισθοῦμε, γιατί ὁ Χριστός μέ δική Του πρωτοβουλία, ἀνέστησε μόνο αὐτόν τό γυιό αὐτῆς τῆς χήρας καί ὄχι καί ἄλλα παιδιά πού ἔτυχαν νά πεθάνουν ἐπί τῶν ἡμερῶν Του. Ἀπάντηση: Ὁ Χριστός δέν ἦρθε στή γῆ γιά νά κάνει ἀναστάσεις νεκρῶν σωμάτων, ἀλλά γιά νά κάνει, μέ τό σωτήριο κήρυγμά Του, ἀναστάσεις νεκρῶν ψυχῶν! Ποιό τό «κέρδος» Του, ἄν ἀνάσταινε νεκρούς, ἀδειάζοντας τά νεκροταφεῖα, ἀλλά οἱ ἀνθρώπινες ψυχές παρέμειναν νεκρές; Ἄν χάριζε ζωή στά νεκρά σώματα, ἐνῶ οἱ ψυχές τους παρέμεναν νεκρές;

Καί ὅσο εὔκολο Τοῦ ἦταν νά ἀναστήσει ἕνα νεκρό σῶμα, τόσο δύσκολο Τοῦ ἦταν νά ἀναστήσει μιά νεκρή ψυχή, γιατί ἡ νεκρή ψυχή θά πρέπει ἀπό μόνη της νά πάρει τήν πρωτοβουλία, κάνοντας τό πρῶτο της βῆμα. Πρᾶγμα πολύ δύσκολο, γιατί πρόκειται περί νεκρῆς ψυχῆς! Γι’αὐτό καί τό πιό μεγάλο πρᾶγμα πάνω στή γῆ, εἶναι ἡ ἀνάσταση (ἡ μετάνοια) μιᾶς νεκρῆς ψυχῆς καί ὄχι ἡ ἀνάσταση ἑνός νεκροῦ ἀνθρωπίνου σώματος, πού γίνεται μέ τόση ἄνεση ἀπό τόν παντοδύναμο Κύριο.

Οὔτε ἀκόμα ὁ Χριστός ἦρθε στή γῆ γιά νά δείξει τίς θαυματουργικές Του «ἱκανότητες», ἀλλά ἦρθε γιά νά ἐργασθεῖ γιά τήν ἀνάσταση, σωτηρία τοῦ κόσμου. Καί τά θαύματα πού ἔκανε, τά ἔκανε γι’αὐτόν τόν σκοπό: Γιά νά «ἐνισχυθεῖ» τό κήρυγμά Του καί νά Τόν πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι σάν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί σωτῆρα τοῦ κόσμου καί ὄχι σάν θαυματουργό!

Καί ἕνα τελευταῖο: Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του νίκησε τόν θάνατο πρός χάρη μας. Παρόλο αὐτό ὁ θάνατος ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει. Ὅπως πέθαιναν (σωματικά) πρίν ἀπό τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πεθαίνουν καί μετά τήν Ἀνάστασή Του. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει: Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ, ἔγινε ἀλαζόνας. Καί ὁ θάνατος εἶναι γιά ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, ἡ ἐσχάτη ταπείνωσή του· ὁ ἔσχατος ξευτελισμός του. Ὅμως αὐτό ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καί τό καλύτερο φάρμακό του, τό καλύτερο ἀντίδοτο κατά τῆς ἀλαζονίας του. Γι’αὐτό καί ὁ Θεός δέν ἔκαμε ἁπλά τό ἀνθρώπινο σῶμα θνητό, ἀλλά τό ἔκανε, πεθαίνοντας, καί νά σαπίζει, καί νά μυρίζει ἀνυπόφορα, καί νά βγάζει σκουλήκια, νά ὁδηγεῖται σέ τελεία ἀποσύνθεση! Ὁδηγώντας ἔτσι σέ ταπείνωση τόν ἀλαζόνα ἄνθρωπο (Ὁμιλία εἰς Γότθους P.G. 63: 505.).

Φαντασθεῖτε, λοιπόν, πόσο μεγάλο κακό θά ἦταν γιά τόν ἄνθρωπο , νά μήν ὑπῆρχε αὐτό τό «φόβητρο» πού λέγεται θάνατος! Δέν θά ὑπῆρχε τίποτε στόν κόσμο πού νά τόν τρομάζει γιά νά τόν συνεφέρει. Τό κακό θά ἦταν ἀκόμα πιό κακό! Γι’αὐτό λοιπόν ὁ Κύριος, παρόλο πού νίκησε πρός χάρη μας τόν θάνατο, ἐπιτρέπει νά ὑπάρχει ὁ θάνατος, μέχρι τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Του Παρουσίας.

Ὅπως ἰσχύει «ὅλα τά ἔφτιαξε σοφά», ἰσχύει καί «μέ σοφία ἐργάζεται σέ αὐτή τή γῆ», πρός σωτηρίαν ἡμῶν.

ὑπό Ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη