ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Κλήση μαθητῶν (Ἰωαν. 1:44-52)[1]

Ἡ μεγάλη ἀνακάλυψη!

ὑπό ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Καθώς ὁ Ἀρχιμήδης ἔκανε τό μπάνιο του, ἀνακάλυψε ἕναν φυσικό νόμο (τήν ἄνωση). Καί ἀπό τή μεγάλη του χαρά βγῆκε γυμνός ἔξω στό δρόμο, φωνάζοντας δυνατά: «Εὕρηκα! Εὕρηκα!». Κάτι ἀνάλογο εἶπε σήμερα ὁ Φίλιππος στόν Ναθαναήλ: «Βρήκαμε τόν Μεσσία», (Ἰωαν.1:45). Ὅμως τί βρῆκε ὁ Ἀρχιμήδης, καί τί βρῆκαν ὁ Φίλιππος καί ὁ Ναθαναήλ! Ὁ πρῶτος ἀνακάλυψε ἕναν φυσικό νόμο, καί αὐτό τόν ἔκανε νά φωνάζει σάν τρελός! Οἱ δεύτεροι «ἀνακάλυψαν» τόν δημιουργό τῶν φυσικῶν νόμων, ἀλλά καί ὁλόκληρου τοῦ κόσμο, τόν Ἰησοῦ Χριστό! Σκεφθεῖτε λοιπόν τήν χαρά τοῦ Ἀρχιμήδη καί τήν χαρά τοῦ Φίλιππα καί τοῦ Ναθαναήλ! «Ἀξίζει νά κοπιάσεις ἀκόμα καί χίλια χρόνια, γιά νά ἰδεῖς ἔστω καί ἕνα δευτερόλεπτο τόν Χριστό», ἔλεγε ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης (+1994).

Ἄς δοῦμε πῶς ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης περιγράφει τό μεγάλο αὐτό γεγονός.

Ὁ Κύριος ἤδη εἶχε βαπτισθεῖ. Στή συνέχεια ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο γιά σαράντα μέρες (Ματ. 4:1-3). Μετά ξανακατέβηκε στόν Ἰορδάνη, ὅπου ὁ Ἰωάννης συνέχιζε νά κηρύττει καί νά βαπτίζει. Καί ὁ Ἰωάννης βλέποντας τό Χριστό, εἶπε στούς μαθητές του Ἀνδρέα καί Ἰωάννη: «Νά αὐτός εἶναι ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ». (Ἰωαν.1:36). Καί αὐτοί Τόν ἀκολούθησαν. Ἔτσι, ἔγιναν οἱ πρῶτοι μαθητές Του (Ἰωαν.1:36-37).

Τήν «ἑπομένη κιόλας ὁ Ἰησοῦς τό ἀποφάσισε καί ξεκίνησε γιά τήν Γαλιλαία» (Ἰωαν.1:44). Ἦταν ἡ πρώτη φορά πού θά πήγαινε στή Γαλιλαία (μετά ἀπό τή Βάπτισή Του). Καί ἀσφαλῶς εἶχε τό σκοπό Του. Θά καλοῦσε καί ἄλλους γιά μαθητές Του. Ἤξερε ὅτι ἐδῶ στή Γαλιλαία ἦταν δυό ἁπλοί ἄνθρωποι πού ἄξιζαν γιά μαθητές Του: Ὁ Φίλιππος ἀπό τό χωριό τοῦ Ἀνδρέα καί τοῦ Πέτρου (Ἰωαν.1:45) καί ὁ φίλος τοῦ Φιλίππου, ὁ Ναθαναήλ, (Βαρθολομαῖος) ἀπό τήν Κανᾶ (7 χιλιόμετρα Β.Α. τῆς Ναζαρέτ). Καί οἱ δυό εἶχαν ἕναν κοινό πόθο: Ἀναζητοῦσαν τόν Μεσσία.

Ὁ Ναθαναήλ καθόταν κάτω καιρούς κάτω ἀπό τή συκιά, πού εἶχε στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ του καί «ἄφηνε τό νοῦ του νά πετάει» πρός τόν Μεσσία: «Πῶς θά εἶναι ἄραγε ὁ Μεσσίας; Ποῦ νά εἶναι τώρα; Πότε θά ἔρθει; Πῶς δέν ἦρθε ἀκόμα;!». Καί τώρα πού ὁ Μεσσίας (ὁ Χριστός) ἔφθασε στή Γαλιλαία, ὁ Ναθαναήλ καθόταν καί πάλι ἀπέξω στήν αὐλή του (κάτω ἀπό τή συκιά) καί σκεπτόταν! Καί τή στιγμή αὐτή ἔφθασε ὁ φίλος του ὁ Φίλιππος (πού μόλις τόν κάλεσε ὁ Χριστός γιά μαθητή Του) καί τοῦ ἀνήγγειλε: «Αὐτόν, γιά τόν ὁποῖον γράφει ὁ Μωυσῆς στόν Νόμο καί οἱ Προφῆτες, Τόν εὑρήκαμε! Εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υἱός τοῦ Ἰωσήφ, ἀπό τή Ναζαρέτ!» (Ἰωαν.1:45). Ἄν δέν μέ πιστεύεις, «ἔλα νά ἰδεῖς!» (Ἰωαν.1:47). Καί ὅταν Τόν ἰδεῖς, θά πιστέψεις!

Ἤξεραν ἅπαντες (καί ὁ Ναθαναήλ) ὅτι ὁ Μεσσίας θά ἐρχόταν ἀπό τή Βηθλεέμ (Μιχ.5:2). Καί τώρα ὁ Ναθαναήλ ἀκούει τόν Φίλιππο νά τοῦ λέει ὅτι ὁ Μεσσίας ἦρθε ἀπό τή Ναζαρέτ! (Ἰωαν.1:45). Θά μποροῦσε νά τοῦ ἀπαντήσει: «Κάνεις λάθος! Ἄν μοῦ ἔλεγες νά πᾶμε στή Βηθλεέμ, θά ἐρχόμουν, τώρα ὅμως ὄχι». Ἀλλά τοῦ εἶπε: «Εἶναι ποτέ δυνατό νά βγεῖ ἀπό τή Ναζαρέτ καλό;» (Ἰωαν.1:47). Ὅμως ἐπειδή ἤθελε ἐκ καρδίας νά ἰδεῖ τόν Μεσσία, ἄφησε στήν ἄκρη τίς ἀμφιβολίες καί ξεκίνησε γιά τόν Μεσσία. Δέν πρόλαβε νά «χαιρετίσει» τόν Μεσσία, καί ἄκουσε (τόν Μεσσία) νά τοῦ λέει: «Νά ἕνας πραγματικός Ἰσραηλίτης στόν ὁποῖον δέν ὑπάρχει δόλος!» (Ἰωαν.1:48). «Ἀπό ποῦ μέ ξέρεις;». Τόν ρώτησε ὁ Ναθαναήλ (Ἰωαν.1:49). «Σέ εἶδα, πού λίγο πρίν σέ φωνάξει ὁ Φίλιππος· καθόσουν κάτω ἀπό τήν συκιά!». (Ἰωαν.1:49).

Ὁ Χριστός ἐπίτηδες τοῦ ἔκανε αὐτή τήν «ἀποκάλυψη». Ἤξερε, ὅτι ὁ ἀδύνατος ἄνθρωπος πιό πολύ γοητεύεται ἀπό τό «προορατικό χάρισμα», παρά ἀπό ἕνα θαῦμα! Πιό πολύ συγκλονίζεται, ὅταν ἕνας Γέροντας τοῦ ἀποκαλύψει ὅλα τά μυστικά του, παρά ὅταν τοῦ θεραπεύσει λ.χ. τό αὐτί του ἤ τό μάτι. Ἡ μοιχαλίδα Σαμαρείτιδα ἀκούγοντας ἀπό τόν Χριστό, «μέχρι τώρα ἐπῆρες πέντε ἄνδρες· καί αὐτός, πού ἔχεις τώρα δέν εἶναι δικός σου ἄνδρας» (Ἰωαν.4:19), σοκαρισμένη τοῦ ἀπάντησε: «Κύριε, βλέπω ὅτι Σύ εἶσαι προφήτης!» (Ἰωαν.4:19). Τό ἴδιο ἔγινε τώρα καί μέ τόν Ναθαναήλ! «Ραββί, σύ εἶσαι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Σύ εἶσαι ὁ βασιλιάς τοῦ Ἰσραήλ», εἶπε ὅλος χαρά στό Χριστό (Ἰωαν.1:50). (Βλέπετε, ἀμέσως Τόν πίστεψε! Γιατί ἦταν ἄδολος, εἰλικρινής! Ἀντίστροφα οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι ὄχι μόνο δέν Τόν πίστεψαν, ἀλλά προχώρησαν καί παραπέρα: Τόν σταύρωσαν! Γιατί δέν εἶχαν τήν ἄδολη καρδιά τοῦ Ναθαναήλ, ἀλλά ἦταν δόλιοι καί κακοπροαίρετοι).

Ἄν δέν μέ πιστεύεις, «ἔλα νά ἰδεῖς», εἶπε ὁ Φίλιππος στόν Ναθαναήλ (Ἰωαν.1:47). Τό ἴδιο μποροῦμε νά εἰποῦμε καί σέ ὅποιον ἄπιστο, πού θέλει νά ἰδεῖ τόν Μεσσία Χριστό: «Ἔλα νά ἰδεῖς!». Κάνε κάτι, «κινήσου». Ἔλα εἰς ἑαυτόν· γονάτισε· παρακάλεσέ Τον, νά σοῦ δώσει «σημεῖα ζωῆς». Δέν Τοῦ «στοιχίζει» τίποτε, νά σοῦ δώσει «σημεῖα ζωῆς!». Σταυρώθηκε πρός χάρη σου, καί δέν θά σοῦ δώσει «σημεῖα ζωῆς;». Ἀρκεῖ ἐσύ νά γονατίσεις, νά ταπεινωθεῖς! («Ὄρθιος» καί μέ τά χέρια στίς τσέπες σου, μήν περιμένεις νά ἰδεῖς Χριστό…!).

Στόν χιτώνιο ἑνός ἀμερικανοῦ στρατιώτη, πού σκοτώθηκε στό Ἰράκ (2005) βρέθηκε μιά χειρόγραφη ἐπιστολή, πού εἶχε γράψει στόν Χριστό. Ἀπό τήν ἐπιστολή του φαίνεται, ὅτι ἦταν πρίν ἄπιστος, ἀλλά κάτι συνέβη στόν πόλεμο, καί ἀνακάλυψε τόν Μεσσία Χριστό! Μπορεῖ νά ἀπελπίσθηκε, νά ταπεινώθηκε, νά σήκωσε τά χέρια του ψηλά, καί τοῦ φανερώθηκε ὁ Χριστός! Μεταξύ τῶν ἄλλων ἔγραφε στήν ἐπιστολή του: «Θεέ μου! Μοῦ εἶπαν πώς δέν ὑπάρχεις, καί σάν χαζός τό πίστεψα! Ὅμως χθές βράδυ ἀπό τό βάθος μιᾶς σπηλιᾶς, εἶδα τό μεγαλεῖο Σου, καί τότε κατάλαβα ὅτι μοῦ εἶχαν πεῖ ψέμματα! Παράξενο! Ἔπρεπε νά ἔλθω σ’αὐτό τόν καταχθόνιο τόπο γιά νά ἀνακαλύψω τό πρόσωπό Σου! Σέ ἀναζητοῦσα παντοῦ, ἀκόμη καί μέσα στή δική μου καρδιά, στό σπίτι μου, καί στήν οἰκογένειά μου. Μά δέν σέ εὕρισκα πουθενά! Μά συνέχιζα νά σέ ἀναζητῶ καί γύρω μου καί μέσα μου. Καί ἔνοιωσα τήν παρουσία Σου, καί εἶδα τήν μορφή Σου, καί ἄκουσα τήν φωνή Σου: «Εἶμαι δίπλα σου, εἶμαι κοντά σου! Ἄνοιξέ μου τήν καρδιά σου.» Ὤ Κύριε! Ἔλα! Σέ περιμένω! Σέ λαχταρῶ…! Θέλω νά εἶμαι αἰώνια μαζί Σου· γιά πάντα κοντά Σου! Τώρα πού Σέ γνώρισα Σ’ἀγαπῶ τρομερά, Θεέ μου! Ἄχ, Νά Σέ εἶχα γνωρίσει πιό νωρίς Θεέ μου!» («Λυχνία» Ἱ. Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Ἰούνιος 2006).

Σέ λίγο σκοτώθηκε. Ὅμως πρόλαβε καί ἔκανε, ἔστω καί στό παραπέντε τήν πιό μεγάλη ἀνακάλυψη πού μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος ἐπί γῆς: Τήν «εὕρεση» τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.

[1] Λέγεται «Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας». Γιορτάζεται ἡ ἐπαναφορά (ἀναστήλωση) τῶν εἰκόνων στούς Ἱ. Ναούς. Ἦταν ἡ λήξη ἑνός ἐμφυλίου ἐκκλησιαστικοῦ πολέμου (717-843 μ.Χ. συνολικά 126 χρόνια!), πού τάραξε τήν Ἐκκλησία. Ὅλος ὁ πόλεμος στρεφόταν γύρω ἀπό τήν προσκύνηση τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ. «Τήν Ἄχραντον εἰκόνα Σου, προσκυνοῦμεν, ἀγαθέ», λέει τό ἀπολυτίκιον τῆς ἡμέρας. Ἡ ὀρθόδοξη ἀπάντηση στό θέμα αὐτό ἦταν: Ἐφόσον ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος, μποροῦμε νά Τόν εἰκονίζουμε καί νά Τόν προσκυνοῦμε. Μέ τή μεγάλη διαφορά, ὅτι δέν προσκυνοῦμε τό ξύλο, γιατί ἔτσι θά εἴμασταν εἰδωλολάτρες, ἀλλά τόν Θεό, πού εἰκονίζεται στό ξύλο. Γι’αὐτό, ὅταν φύγει ἡ εἰκόνα ἀπό τό ξύλο, τότε τό ξύλο τό πετᾶμε στή φωτιά. Παλαιότερα μάζευαν τίς παλιές εἰκόνες καί τίς ἔστελναν στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Καί κατά τή Μ. Πέμπτη πού ἔκαναν τό μύρο, ἄναβαν μέ αὐτές φωτιά, καί ἔφτιαχναν τό μύρο.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s