Γ΄ Στάσις τῶν Χαιρετισμῶν

Τὸ ἄκαρπο καρποφόρο

«Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ᾽ οὗ σκέπονται πολλοί»

(Ἀκάθ. ὕμν. Ν3)

Ἀπόψε, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ Τρίτη (Γ΄) στάσις τῶν Χαιρετισμῶν. Ἔχουμε πεῖ ἄλλοτε ὅτι οἱ Χαιρετισμοὶ εἶνε ἕνα ὑπέροχο ἐμπνευσμένο ποίημα, τὸ ὁποῖο συνέταξαν οἱ Βυζαντινοὶ πρόγονοί μας ὅταν διασώθηκαν ἀπὸ τὸν φοβερὸ κίνδυνο ἁλώσεως τῆς Πόλεως ἀπὸ βαρβαρικὰ στίφη. Τὸ ποίημα αὐτὸ εἶνε ὕμνος τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Εἶνε ἡ ἐπανάληψις τοῦ ἀγγελικοῦ χαιρετισμοῦ (βλ. Λουκ. 1,28)· 144 φορὲς ἐπαναλαμβάνει τὸν χαιρετισμὸ ποὺ ἔφερε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὴν Κόρη τῆς Ναζαρέτ, τὴν Παρθένο Μαρία, γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλῃ τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς ὅτι θὰ γεννήσῃ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου.

Ἀπὸ ὅλο τὸ ποίημα πηγαίνουμε στὸ ψηφίο Νῦ καὶ παίρνουμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸν χαιρετισμὸ ἐκεῖνον ποὺ λέει· «Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον ὑφ᾿ οὗ σκέπονται πολλοί» (Ἀκάθ. ὕμν. Ν3). Τί σημαίνουν αὐτά; Μιλάει γιὰ δέντρα. Διότι στὸ ὑπέροχο αὐτὸ ποίημα ὁ ποιητὴς παίρνει εἰκόνες ἀπὸ ὅλη τὴ φύσι· ὅ,τι ὡραῖο βρίσκει, τὸ κάνει μέσο – παράδειγμα, γιὰ νὰ μᾶς δώσῃ μιὰ ἰδέα τοῦ μεγαλείου τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Δέντρο λοιπόν. Τί εἶνε τὸ δέντρο, ἀγαπητοί μου; Ἕνα θαῦμα εἶνε. Δέντρα ὑπάρχουν μόνο ἐπάνω στὴ Γῆ. Ἂν πᾶμε στὴ σελήνη, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν δέντρα οὔτε ἄλλη βλάστησι· ξηραΰλα ἐπικρατεῖ. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν οὔτε πουλιὰ νὰ κελαϊδοῦν, οὔτε ζῷα νὰ βόσκουν, οὔτε ἄνθρωποι ν᾽ ἀπολαμβάνουν τοὺς ὡραίους καρπούς. Τὸ δέντρο εἶνε πολὺ κάτι θαυμαστό. Φτάνει ἕνα δέντρο ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός.

Τί εἶνε ἕνα δέντρο; Ἕνα ἄφθαστο χημικὸ ἐργοστάσιο. Πῶς ζοῦν τὰ δέντρα; ῾Ρουφᾶνε νερὸ ἀπὸ τὴ γῆ. Ὅλα τὰ δέντρα ἀντλοῦν τὸ ἴδιο νερὸ ἀπὸ τὸ ἴδιο ἔδαφος. Καὶ ὅμως τὸ νερὸ αὐτὸ ποὺ ῥουφᾶνε ἀλλοῦ μὲν γίνεται σταφύλι, ἀλλοῦ γίνεται ῥοδάκινο, ἀλλοῦ γίνεται ἀχλάδι, ἀλλοῦ γίνεται μῆλο, ἀλλοῦ γίνεται ὅ, τι ἄλλο εἶδος θέλετε. Πῶς γίνεται αὐτό; Ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσῃ· ἄγνωστο μυστήριο κρύβεται ἐδῶ. Ἂς φτειάξῃ λοιπὸν καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἂν μπορῇ, ἕνα κλῆμα, ποὺ νὰ ῥουφάῃ νερό, νὰ βγάζῃ σταφύλι καὶ τὸ σταφύλι νὰ γίνεται κρασί· δὲν μπορεῖ.

Ὁ Θεός, γιὰ νὰ εὐεργετήσῃ τὸν ἄνθρωπο, δημιούργησε μεγάλη ποικιλία δέντρων, ποὺ ἄλλα προσφέρουν τὸ ξύλο τους, ἄλλα τὰ φύλλα μὲ τὶς ἰαματικές τους ἰδιότητες καὶ ἄλλα τοὺς καρπούς τους· στὰ νότια καὶ θερμὰ κλίματα βρίσκεις τροπικὰ δέντρα, στὰ μεσογειακὰ ἐλιὲς συκιὲς ἀμπέλια, στὰ ἠπειρωτικὰ μηλιὲς ἀχλαδιές, στὸν κάμπο τῆς Βεροίας ῥοδακινιὲς ποὺ φύτεψαν οἱ Μικρασιᾶτες πρόσφυγες, στὰ πιὸ ὀρεινὰ καστανιὲς κ.τ.λ..

Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ φυσικὰ αὐτὰ δέντρα ὑπάρχουν καὶ ἄλλου εἴδους δέντρα, δέντρα πνευματικά. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, τὴν πνευματική, χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ ποιητὴς τῶν Χαιρετισμῶν τὴν εἰκόνα τοῦ δέντρου. Τὸ δέντρο ἐδῶ λαμβάνεται ὡς σύμβολο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀλλὰ καὶ καθενὸς ἀνθρώπου ποὺ ζῇ χριστιανικά. Καὶ ὅπως τὰ φυσικὰ δέντρα καθένα φέρνει τὸν καρπό του, ἔτσι καὶ κάθε πιστὸς πρέπει νὰ φέρνῃ καρποὺς στὸν Κύριο. Ἡ Παναγία, μὲ τὸ νὰ συλλάβῃ καὶ νὰ φέρῃ στὸν κόσμο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἔφερε στὴν ἀνθρωπότητα τὸν πιὸ λαμπρὸ καὶ ἔνδοξο, τὸν ἀτίμητο καρπό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν ἴδιο τὸ Θεό· γι᾽ αὐτὸ λέγεται «δένδρον ἀγλαόκαρπον» (ἀγλαὸς θὰ πῇ λαμπρὸς – φωτεινός, καὶ μεταφορικὰ ὡραῖος – ἔνδοξος).

Στὸ δεύτερο μέρος τοῦ χαιρετισμοῦ αὐτοῦ ὁ ποιητὴς ἀναφέρει ἄλλη εἰκόνα. Λέει, ὅτι ἡ Παναγία εἶνε καὶ «ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ᾽ οὗ σκέπονται πολλοί», δέντρο δηλαδὴ μὲ ὡραία σκιὰ ποὺ σκεπάζει καὶ δροσίζει πολλούς, ὅλο τὸν κόσμο. Ἡ σκιὰ εἶνε μία ἄλλη εὐεργεσία ποὺ προσφέρει τὸ δέντρο. Ὅσοι περιωδεύσαμε τὴν ὕπαιθρο, γνωρίζουμε τί ἀνάπαυσι βρίσκει ὁ ὁδοιπόρος, τὸν Ἰούλιο μῆνα ποὺ καίει ὁ ἥλιος, κάτω ἀπὸ τὰ φυλλώματα ἑνὸς δέντρου ἀκούγοντας τὰ πουλιά.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του ἀπαριθμεῖ ἐννέα καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ πρέπει νὰ παρουσιάσῃ ὁ Χριστιανός, καὶ αὐτοὶ εἶνε· «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5,22). Ἡ Παναγία ἀξιώθηκε νὰ φέρῃ στὸν κόσμο τὸν ἔνδοξο καρπό, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, μὲ τὸν ὁποῖο «τρέφονται πιστοί», ὅσοι κοινωνοῦν τὸ πανάγιο σῶμα καὶ τὸ τίμιο αἷμα του. Πῶς ἀξιώθηκε ἡ Παναγία αὐτῆς τῆς μεγάλης τιμῆς; διότι προηγουμένως στὴ ζωή της παρουσίασε ὅλους αὐτοὺς τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Νά λοιπὸν γιατί τὴν χαιρετίζουμε ὡς «δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί».

Ἐμεῖς ἆραγε τί καρποὺς φέρουμε; Πολλοὶ δυστυχῶς εἴμαστε δέντρα ἄκαρπα. Καὶ τί διαβάζουμε στὸ Εὐαγγέλιο; Πρῶτος ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς καὶ κατόπιν ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς λένε μὲ ἕνα στόμα· «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 3,10· 7,19). Τσεκούρι καὶ φωτιὰ περιμένει – ἀλλοίμονο– κάθε ἄκαρπο δέντρο, κάθε ἄνθρωπο ἢ κάθε κοινωνία ἀνθρώπων, ποὺ δὲν φιλοτιμοῦνται νὰ παρουσιάσουν καλὰ ἔργα.

Παρ᾽ ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί μου, ἂν κάποιος μέχρι τώρα ὑπῆρξε στὴ ζωή του δέντρο ἄκαρπο, ἂς μὴν ἀπελπιστῇ. Οἱ γεωπόνοι γνωρίζουν ὅτι στὴ φύσι ὑπάρχει ἕνας τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἕνα ἄκαρπο δέντρο μπορεῖ νὰ γίνῃ καρποφόρο· ὁ τρόπος αὐτὸς λέγεται ἐμβολιασμός. Παίρνουν δηλαδὴ ἕνα «μάτι» – ζωτικὸ τμῆμα μιᾶς ἐλιᾶς ἥμερης ποὺ παράγει καλοὺς καρπούς, σχίζουν τὴ φλούδα τῆς ἄγριας ἐλιᾶς κι ἀνοίγουν ἐκεῖ μία ὑποδοχή, ἐνθέτουν – βάζουν μέσα στὴν ὑποδοχὴ αὐτὸ τὸ «ἐμβόλιο» καὶ τὸ δένουν, κι αὐτὸ μὲ τὸν καιρὸ δίνει στὴν ἄγρια ἐλιὰ ἥμερους πλέον καρπούς. Τὴν εἰκόνα αὐτὴ χρησιμοποιεῖ ἡ ἁγία Γραφὴ μεταφορικῶς· ἔτσι, λέει, «ἐγκεντρίζεται» – μπολιάζεται ἡ ἀγριελιὰ σὲ ἥμερη ἐλιά· ὁ ἀβάπτιστος δηλαδὴ ἄγριος ἄνθρωπος, ὅταν λάβῃ τὴ χάρι τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καὶ γίνῃ ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἥμερος καὶ εὐλογημένος (βλ. ῾Ρωμ. 11,17-24)· γίνεται ἥμερη καρποφόρος ἐλιά, σὰν ἐκείνη τῆς Γεθσημανῆ στοὺς Ἁγίους Τόπους, ποὺ κάτω ἀπ᾿ αὐτὴν προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν οὐράνιο Πατέρα γιὰ τελευταία φορὰ τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, ἂν κάνῃ τὸ ἐμβόλιο, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γίνεται δέντρο κάρπιμο· ὁ κλέφτης γίνεται ἐλεήμων, ὁ θυμώδης γίνεται πρᾶος, ὁ ὑπερήφανος γίνεται ταπεινός…

Ὁ χαιρετισμὸς αὐτὸς μὲ κάνει νὰ θυμηθῶ ἕνα ἐπεισόδιο τῆς ζωῆς μου. Πᾶνε τώρα πολλὰ χρόνια. Γύρω στὸ 1945 ὑπηρετοῦσα στὴν Κοζάνη· μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δίδασκα καὶ προσπαθοῦσα νὰ βοηθήσω τὸ λαό μας. Δροῦσαν τότε οἱ κομμουνισταί. Μιὰ μέρα μὲ κάλεσαν στὸ διοικητήριο καὶ παρουσιάστηκα μπροστὰ στοὺς ἐπὶ κεφαλῆς. Μαζί τους ἦταν καὶ ὁ δεσπότης, ὁ Ἰωακείμ (Ἀποστολίδης)· ἦταν Μικρασιάτης, εὐφυέστατος, ἀλλὰ πῆγε μαζί τους. –Τί θέλετε; λέω. –Νά· σὲ βλέπουμε δραστήριο, καὶ θέλουμε ν᾽ ἀκολουθήσῃς τὸ παράδειγμα τοῦ δεσπότη, νὰ γίνῃς κ᾽ ἐσὺ κομμουνιστής, νὰ σὲ ἔχουμε ἐπιτελικό. –Λάθος κάνετε, λέω. Ἐκεῖ ποὺ εἶστε ἐγὼ δὲν ἔρχομαι, ἐκεῖ ποὺ εἶμαι θά᾿ρθῆτε μιὰ μέρα κ᾽ ἐσεῖς· γιατὶ ἐσεῖς ἔχετε τὸ ἀτελές, ἐνῷ ἐγὼ ἔχω τὸ τέλειο. –Πῶς μᾶς θεωρεῖς; –Θὰ φέρω μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή· εἶστε δέντρο θαλερό, ἀλλὰ ἄκαρπο· χρειάζεστε μπόλι· ἂν μπολιαστῆτε, θὰ γίνετε καρποφόρο. Πετιέται ὁ Ἰωακείμ· –Ἐγὼ θὰ τὸ μπολιάσω. Λέω· –Ἐὰν μπορῇς, ἅγιε δέσποτα… Ἐγὼ προσπάθησα, ἀλλὰ δὲν μπόρεσα (βλ. π. Αὐγουστίνου Μύρου, Ἡ ἀντίστασι τῆς ἀγάπης, Παλαιογράτσανο – Κοζάνης 20143, σ. 333).

Δέντρο ἄκαρπο ὑπῆρξε ὁ κομμουνισμὸς ποὺ στοίχισε πολὺ αἷμα. Καὶ τέτοια ἄκαρπα δέντρα ὑπάρχουν πολλά.

Καὶ τὸ δικό μας ἔθνος, ἀγαπητοί μου, ἦταν κάποτε ἄκαρπο· εἰδωλολατρία βασίλευε στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἦρθε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τὸ μπόλιασε, ἔγινε ἔθνος Χριστιανικό· καὶ τότε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα βγῆκαν ἅγιοι, μάρτυρες, διδάσκαλοι, κήρυκες, μεγάλοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ Ἑλλάδα ἔγινε δέντρο καρποφόρο. Καὶ τέτοιο πρέπει νὰ μείνῃ μέχρι τέλους. Ἡ παιδεία μας (τὰ σχολεῖα, τὰ πανεπιστήμια), ὁ στρατός μας, καὶ ἰδίως ἡ οἰκογένεια νὰ γίνουν δέντρο καρποφόρο. Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ μποροῦμε καὶ ἐδῶ νὰ ποῦμε· Χαῖρε, Ἑλλάς, «δένδρον ἀγλαόκαρπον καὶ ξύλον εὐσκιόφυλλον ὑφ᾿ οὗ σκέπονται πολλοί».

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s