ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΕΛΕΝΗΣ (2ο)

(Ἰω. 10:1-9)

Ἡ θύρα

«Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει» (Ἰω. 10:9)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανήγυρις μεγάλη. Ἑορτάζουν δύο θρησκευτικὲς φυσιογνωμίες, δύο ἅγιοι, ποὺ ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἀνέβασε πολὺ ψηλά, στὸ ἐπίπεδο τῶν ἰσαποστόλων. Σήμερα εἶνε ἡ μνήμη τῶν δύο ἁγίων θεοστέπτων βασιλέων καὶ ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ τῆς σεβασμίας μητρός του Ἑλένης.

Σήμερα, κοντὰ στοὺς ἁγίους, ἑορτάζουν καὶ ὅσοι καὶ ὅσες φέρουν τὰ ὡραῖα ὀνόματά τους. Μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἁπλοῖ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ ἀλλὰ καὶ ἀξιωματοῦχοι καὶ κυβερνῆται καὶ πρίγκιπες καὶ βασιλεῖς ἑορτάζουν σήμερα. Δὲν εἶπα τίποτε. Σήμερα ἑορτάζει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἑορτάζουν γενεὲς γενεῶν. Λίγα ὀνόματα στὴν ἱστορία τοῦ πολυπαθοῦς καὶ μαρτυρικοῦ ἔθνους μας ἠλεκτρίζουν τόσο ὅσο τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος. Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἔφερε ὁ σημερινὸς ἅγιος, ὁ Κωνσταντῖνος Α΄ ὁ Μέγας (†337), ὁ ἔνδοξος καὶ ἡρωικὸς ἱδρυτὴς τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ καὶ ὁ τελευταῖος μαρτυρικὸς αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου, ὁ Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ ὁ Παλαιολόγος (1405-1453). Ἔτσι τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος ἔγινε σύμβολο, συνδέθηκε μὲ τὶς παραδόσεις καὶ τοὺς θρύλους τοῦ γένους μας, καὶ ἰδίως μὲ τὸ ὅραμα τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Γι᾿ αὐτὸ ἡ σημερινὴ ἑορτὴ εἶνε θρησκευτικὴ καὶ ἐθνική.

Δὲν θὰ σᾶς διηγηθῶ τὸν βίο τῶν σημερινῶν ἁγίων. Ἀντὶ ν᾿ ἀνοίξω τὸ συναξάριο, τὴν ἱστορία, καὶ νὰ σᾶς διηγηθῶ τὸν βίο τους, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ῥίξουμε ἕνα βλέμμα στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο καὶ μάλιστα στὸ τελευταῖο ῥητό. Τὸ τελευταῖο ῥητὸ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου λέει· «Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει» (Ἰω. 10,9). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ;

Γιὰ πρόβατα καὶ βοσκοὺς μιλάει τὸ εὐαγγέλιο. Μᾶς λέει ὁ Κύριος παραβολικῶς, ὅτι ὅπως τὰ ἄλογα πρόβατα ἀναπαύονται καὶ ἀσφαλίζονται μέσα στὸ μαντρί, ἔτσι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη μάνδρα, πνευματική. Εἶνε ἡ Ἐκκλησία του, στὴν ὁποία ἀναπαύονται καὶ ἀσφαλίζονται τὰ λογικὰ πρόβατα, οἱ ἄνθρωποι, ἐφ᾿ ὅσον βεβαίως τὸ θέλουν. Ὅποιος δὲν θέλει, εἶνε ἐλεύθερος νὰ μείνῃ ἔξω ἀπὸ τὴ μάνδρα. Τὰ λόγια αὐτὰ σημαίνουν, ὅτι ὁ κόσμος χωρίζεται σὲ δύο παρατάξεις· στὴ μία εἶνε οἱ ἐκτὸς τῆς μάνδρας, στὴν ἄλλη οἱ ἐντὸς τῆς μάνδρας· οἱ μὲν βρίσκονται κοντὰ στὸ Χριστό, οἱ ἄλλοι εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό.

Πῶς ζοῦν, ἀγαπητοί μου, οἱ ἐκτὸς τῆς μάνδρας, αὐτοὶ ποὺ μένουν μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό; Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μένει ἔξω ἀπὸ τὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει ἀσφάλεια καὶ ἀνάπαυσι. Καὶ πῶς νὰ ἔχῃ; Σᾶς ἐρωτῶ· μπορεῖ τὸ πρόβατο τὴ νύχτα νὰ εἶνε ἀσφαλισμένο καὶ ἀναπαυμένο ἔξω ἀπὸ τὸ μαντρί του; μπορεῖ τὸ πουλὶ νὰ ζήσῃ καὶ νὰ πετάξῃ χωρὶς ἀτμοσφαιρικὸ ἀέρα; μπορεῖ τὸ λουλούδι ν᾿ ἀντέξῃ ἔξω ἀπ᾿ τὴ γλάστρα; μπορεῖ τὸ ψάρι νὰ ζήσῃ ἔξω ἀπ᾿ τὴ θάλασσα; Ὅσο μπορεῖ τὸ ψάρι νὰ ζήσῃ ἔξω ἀπ᾿ τὴ θάλασσα καὶ τὸ λουλούδι ν᾿ ἀνθήσῃ ἔξω ἀπ᾿ τὸ περιβόλι καὶ τὸ πουλὶ νὰ πετάξῃ χωρὶς ἀέρα καὶ τὸ πρόβατο νὰ ζήσῃ ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαντρί, ἄλλο τόσο μπορεῖ καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ζήσῃ ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαντρὶ τοῦ Χριστοῦ. Ὅ,τι εἶνε γιὰ τὸ σῶμα οἱ πνεύμονες καὶ ἡ καρδιὰ –κι ἀκόμη παραπάνω–, αὐτὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶνε ὁ Χριστός. Δὲν μπορεῖς νὰ ζήσῃς χωρὶς Χριστό.

Λόγια εἶνε αὐτά; Ἀπόδειξις οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι. Τί πέτυχαν μὲ τὰ γράμματα τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὶς θεωρίες τους ἢ μὲ τὰ πλούτη τοὺς θησαυροὺς καὶ τὸν τεχνικὸ πολιτισμό τους; Ἕνα μεγάλο κενό! Μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἀνεξαρτήτως ἰδεολογικῆς τοποθετήσεως, ἀπὸ βορρᾶ μέχρι νότου καὶ ἀπὸ δυσμῶν μέχρι ἀνατολῶν, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι φέρουν ἐπάνω τους τὴν ἀγωνία καὶ τὸ ἄγχος. Ἡ σημερινὴ γενεὰ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη μποροῦσε νὰ ζήσῃ εὐτυχισμένη· καὶ ὅμως ζῇ στιγμὲς δραματικές. Γιατί; Διότι ἔφυγε ὁ «ἀτμοσφαιρικὸς ἀέρας», ἔφυγε τὸ «ἄρωμα», ἔφυγε τὸ «ἔδαφος», ἔφυγε ἡ «ζωή». Δὲν βρίσκει ἀνάπαυσι ὁ ἄνθρωπος, ἀγωνιᾷ, σπαρταρᾷ. Πάρτε τὸ ψάρι, βγάλτε το ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, βάλτε το πάνω σὲ μιὰ ἀμμουδιά –ἂς εἶνε καὶ χρυσῆ–, αὐτὸ σπαρταράει. Ἂν εἶχε γλῶσσα, θὰ σοῦ ἔλεγε· Δός μου τὸ νερό, νὰ πέσω μέσ᾿ στὴ θάλασσα, ν᾿ ἀναπνεύσω, νὰ ζήσω. Ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος.

Ποῦ ζητάει σήμερα ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀνάπαυσι καὶ τὴν ἀσφάλεια; Χτυπάει πολλὲς πόρτες. Ῥίξτε μιὰ ματιὰ στὴν κοινωνία, ἀπὸ τὶς καλύβες τῶν φτωχῶν μέχρι τὰ μέγαρα τῶν πλουσίων. Ὅλοι ζητοῦν ἀνάπαυσι καὶ ἀσφάλεια στὰ χρήματα, στὶς ἀνέσεις, στὶς ἀπολαύσεις, στὶς γυναῖκες, στὶς διασκεδάσεις, στὰ σπὸρ καὶ τὸν ἀθλητισμό, στὶς ἐκδρομὲς καὶ τὸν τουρισμό, στὴ γνῶσι καὶ τὴν πολιτική, σὲ ἐγκόσμια δηλαδὴ στηρίγματα. Ἡ πεῖρα τῆς ζωῆς λέει, ὅτι σὲ κανένα ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν βρίσκουν ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦν. Διότι χτυποῦν λάθος πόρτα! Ποιά εἶνε ἡ ἀσφάλεια τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου; Καμμία ἀσφάλεια. Ταραχὴ καὶ ἀνασφάλεια χαρακτηρίζει τὴ ζωή. Τὸ πρόβατο δὲν εἶνε ἀσφαλισμένο τὴ νύχτα ἔξω ἀπὸ τὸ μαντρί, κι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἀνασφαλὴς καὶ ἀνήσυχος ἔξω ἀπὸ τὴ Μάνδρα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἁγία αὐτὴ Ἐκκλησία. Ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαντρὶ τὸ πρόβατο τὸ τρώει ὁ λύκος· καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἁγία Ὀρθοδοξία μας ὁ ἄνθρωπος θὰ πέσῃ θῦμα λῃστῶν, ἀπατεώνων καὶ ἐκμεταλλευτῶν, ποὺ ζητοῦν νὰ τὸν παρασύρουν καὶ νὰ τὸν ῥίξουν στὶς χαράδρες τῆς ἀπωλείας καὶ καταστροφῆς. Τὸ τέλος τοῦ κόσμου εἶνε ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ σοφὸς Σολομῶν· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2).

Μὴ χτυπᾶτε, λοιπόν, ἄλλες πόρτες· αὐτὸ ποὺ ζητᾶτε δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ. «Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα», φωνάζει ὁ Χριστός. Μέσα στὴν ταλαιπωρία τοῦ κόσμου τούτου ἀκούγεται ἡ γλυκειὰ φωνή του· «Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα», ἡ μόνη θύρα.

«Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει» (ἔ.ἀ.). Ὤ λόγια ἀνεκτίμητα, ὤ λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ! Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ἔχουν βάθος καὶ πλάτος καὶ ὕψος ἐννοιῶν. Οἱ ἄλλες θύρες εἶνε ἀπατηλὲς παγίδες· ἡ θύρα τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἀσφαλὲς καταφύγιο, εἶνε γαλήνιο λιμάνι. Στὶς ἄλλες θύρες οἱ ἄνθρωποι τὸ μόνο ποὺ βρίσκουν εἶνε πικρὰ «κεράτια» σὰν ἐκεῖνα ποὺ ἔτρωγε ὁ ἄσωτος προσπαθώντας νὰ κορέσῃ τὴν πεῖνα του (Λουκ. 15,16)· στὴν θύρα τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τὸ καθαρὸ φαγητὸ καὶ τὸ σωτήριο φάρμακο, βρίσκει τὸ ἄδολο γάλα ἀλλὰ καὶ τὴν στερεὰ τροφή, τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς τὸν ἐπιούσιον, βρίσκει τὸν μόσχο τὸν σιτευτό.

«Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα». Ἐάν, ἀδελφοί μου, μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστὸ ὑπάρχῃ ἡ ἀγωνία, τὸ ἄγχος, ἡ πικρία καὶ ὁ θάνατος, κοντὰ στὸ Χριστὸ ὑπάρχει ἡ βεβαιότης, ἡ σιγουριά, ἡ ἀφοβία, ἡ εἰρήνη, ἡ ἠρεμία, ἡ ἀγαλλίασις ἡ πνευματική, ὑπάρχει τὸ θέλγητρο τοῦ οὐρανοῦ. Λόγια εἶνε αὐτά; Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σᾶς τὸ περιγράψω; Θὰ ἤθελα νὰ ἔχω τὴ θεολογία τοῦ Χρυσοστόμου, τὴν ποίησι τοῦ Δάντη, τὰ χαρίσματα τῶν ῥητόρων, τὴ χάρι τῶν ζωγράφων, γιὰ νὰ παραστήσω μπροστά σας τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίασι ποὺ βρίσκουν ὅσοι περνοῦν τὴν θύρα τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰσέρχονται στὸ βασίλειό του. Μὲ ἕνα λόγο· βρίσκουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦν καὶ διψοῦν οἱ καρδιὲς ὅλων μας, μικρῶν καὶ μεγάλων, βρίσκουν τὴ σωτηρία. Ὅποιος περνᾷ αὐτὴ τὴ θύρα καὶ γίνεται πρόβατο τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ, φθάνει στὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἔτσι συνέβη καὶ μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο· δέχθηκε τὴν κλῆσι καὶ πέρασε τὴν θύρα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου, τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠμέγα, ὁ πνευματικὸς ἄξων γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο στρέφονται οἱ αἰῶνες. Ὀνόματα ἄλλων, ποὺ θεωροῦνται μεγάλοι, σβήνουν καὶ λησμονοῦνται· τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θὰ ζῇ καὶ θὰ βασιλεύῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων «καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. 1,33).

Ἀδελφοί μου, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς μεταδώσω αὐτὸ ποὺ πιστεύω, αὐτὸ ποὺ γνωρίζω· ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπὸ τὸν οὐρανὸν ἄλλο ὄνομα ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς σώσῃ, παρὰ μόνο τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου «πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλ. 2,10-11)· ἀμήν.

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s