Περί χρήσης εικόνων στη λατρεία

«Απαντήσεις στις κυριότερες Προτεσταντικές πλάνες»

– Η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει κάθε λατρεία κτίσματος: είτε ανθρώπων, είτε αγγέλων, είτε ύλης και εικόνων.

– Οι Προτεστάντες που έχουν εικόνες βιβλικών προσώπων στα βιβλία τους, θα θεωρούνταν ειδωλολάτρες από τους εικονομάχους, διότι θεωρούσαν βλάσφημη κάθε τέτοια απεικόνιση.

– Η τιμή προς τα αγαπημένα βιβλικά πρόσωπα γίνεται αυτοστιγμεί, κάθε φορά που το βλέμμα μας συναντά τη μορφή τους. Οι Προτεστάντες απεικονίζουν τα βιβλικά πρόσωπα στα βιβλία και στα βίντεό τους ακριβώς επειδή τα αγαπούν και έτσι με τη συγκίνηση της καρδιάς τους τα τιμούν όταν τα βλέπουν, όπως ο γονιός όταν βλέπει μια εικόνα των παιδιών του.

Λένε οι Προτεστάντες: «Δεν πιστεύουμε στη λατρεία ή την προσκύνηση των εικόνων ή οποιοδήποτε ομοιώματος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως έχουμε αντίρρηση όσον αφορά την αισθητική και διδακτική τους χρήση».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

Το ζήτημα των εικόνων είναι ένα από τα πολλά που έχουν μπερδέψει στο μυαλό τους οι Προτεστάντες.

Καταρχάς, θα πούμε για πολλοστή φορά ότι η ταύτιση από τους Προτεστάντες των όρων «προσκύνηση» και «λατρεία» αποτελεί εσκεμμένη παραπλάνηση. Έχει ειπωθεί ξανά και ξανά, ότι η Εκκλησία έχει σαφέστατη δογματική διδασκαλία που καταδικάζει ως έργο του σατανά την λατρεία κτισμάτων και την λατρευτική τους προσκύνηση:

«Διότι τον Θεό και μόνο Αυτόν προσκυνούμε λατρευτικά» (Ιωάννης Καρμίρης, «Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ Β΄, σελ. 809-810»).

Ας σταματήσουν λοιπόν οι Προτεστάντες αυτή την πλαστογράφηση.

Και προχωρούμε με την απίστευτη ομολογία των Προτεσταντών, ότι χρησιμοποιούν εικόνες βιβλικών προσώπων για «αισθητική και διδακτική χρήση»!

Οι Προτεστάντες, οι οποίοι πάντα υπερασπίζονται τις δολοφονικές -κατά των Ορθοδόξων- εποχές της Εικονομαχίας, τις οποίες θεωρούν θεολογικά «ορθές», κάνουν πως «δεν θυμούνται» ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε τυπογραφία. Υπήρχαν μόνο εικόνες ζωγραφισμένες με το χέρι. Αν υπήρχε τυπογραφία την εποχή εκείνη, οι εικονομάχοι μόλις θα έβλεπαν στα βιβλία των Προτεσταντών τις τυπωμένες αγιογραφίες για «αισθητική και διδακτική χρήση», θα κυνηγούσαν τους Προτεστάντες ως ειδωλολάτρες.

Διότι η εικονομαχία μισούσε τις αγιογραφίες συνολικά, ασχέτως χρήσεως. Εικονομαχία σήμαινε να μην υφίστανται αγιογραφίες. Εικονομαχία σήμαινε, ότι η ίδια η ζωγραφιά αποτελούσε έκφραση βλασφημίας, όχι η χρήση της.

Γι’ αυτό στα κείμενα του εικονομάχου ψευδο–Επιφάνιου είναι ξεκάθαρη η καταδίκη κάθε εικόνας ακόμα και για «αισθητική και διδακτική χρήση»:

«ποιος από τους αρχαίους επισκόπους ατίμασε τον Χριστό ζωγραφίζοντάς τον;»«στην εκκλησία ή στο δικό του σπίτι ή στις πόρτες των εισόδων;» [Holl Karl,“Gesammeltc Aufsatze zur Kirchengeschichte”, τόμ. 2 (1964), σελ. 361].

Ο Χριστός, όπως λέει ο ψευδο–Επιφάνιος, ήδη «ατιμάστηκε» και μόνο που κάποιος τον απεικόνισε, χωρίς να έχει καμία σημασία σε τι υλικό αποτυπώθηκε η ζωγραφιά και σε ποιο χώρο βρισκόταν (σε ναό ή σε σπίτι). Άλλωστε η έναρξη της Εικονομαχίας δεν σχετίζεται με απομάκρυνση εικόνων από ναούς. Η εικονομαχική έριδα ξεκίνησε το 726 μ.Χ. με την απόφαση του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ του Ισαύρου που αποφάσισε να αποσύρει την εικόνα του Χριστού από τη Χαλκή Πύλη, από την κυρία δηλαδή πύλη εισόδου στο ανακτορικό συγκρότημα της πρωτευούσης, της Κωνσταντινουπόλεως, ένα μέρος που ουδεμία σχέση είχε με ναό.

Όσο για τις προτεσταντικές αργολογίες περί «προσκύνησης των εικόνων», αρκεί να δείξουμε με ένα απλό παράδειγμα ποια είναι η ουσία της τιμητικής αυτής προσκύνησης:

Υποθέτουμε ότι ένας πιστός Ορθόδοξος είναι τετραπληγικός ή έχει οποιαδήποτε άλλη βαριά αναπηρία και δεν μπορεί ούτε να πλησιάσει τις εικόνες στο ναό, ούτε να τις ασπαστεί, ούτε να τις αγγίξει καθ’ οιονδήποτε τρόπο.

Το ζήτημα είναι απλό: υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για το αν ο πιστός αυτός, αν και ανάπηρος, τιμά τις εικόνες; Ασφαλώς και δεν υπάρχει αμφιβολία διότι η τιμή προς κάποιον είναι πρωτίστως κίνηση της καρδιάς. Είναι μια καθαρά εσωτερική υπόθεση που συμβαίνει έτσι κι αλλιώς μέσα στη καρδιά κάποιου όποτε βλέπει αγαπητά πρόσωπα ζωντανά ή σε εικόνα και αυτό λειτουργεί όπως ακριβώς η κίνηση της καρδιάς προς το κακό:

«ήδη διέπραξε με αυτή μοιχεία μέσα στη καρδιά του» (Ματθαίο 5:28).

Όπως βλέπουμε, ακόμη και η κίνηση της καρδιάς αρκεί.

Οι Προτεστάντες λοιπόν, αφού έχουν δήθεν διαφορετική αντίληψη από την Εκκλησία για το τι σημαίνει «τιμή», ας αναρωτηθούν και το αντίστροφο: ποιος θα μπορούσε ποτέ να πάρει εικόνες του Ιησού ή των Αποστόλων από τα περιοδικά ή τα βιβλία τους και να αρχίσει να χοροπηδά επάνω τους και επιδεικτικά να τις σκίζει, να τις καίει ή να τις βανδαλίζει με οποιονδήποτε τρόπο; Παριστάνουν πως δεν αντιλαμβάνονται ότι μια τέτοια ενέργεια θα έμοιαζε με δαιμονικό μίσος κατά του Κυρίου και των βιβλικών προσώπων;

Ας σταματήσουν λοιπόν να κοροϊδεύουν. Η εικόνα του Σταυρού σε κάποιους προτεσταντικούς ναούς, οι εικόνες των Αποστόλων, του Χριστού και των άλλων βιβλικών προσώπων στα φυλλάδια και τα περιοδικά τους, υπάρχουν ακριβώς επειδή τους γεννούν θετικά, όμορφα, ευχάριστα συναισθήματα. Όλα αυτά τα συναισθήματα μεταβαίνουν σε μηδενικό χρόνο προς τα πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα και έτσι, μέσα στη καρδιά κάθε Προτεστάντη γίνεται η απόδοση τιμητικού σεβασμού προς τα εικονιζόμενα πρωτότυπα.

Κάθε θετική κίνηση της καρδιάς του Προτεστάντη προς μία εικόνα σεβαστού βιβλικού προσώπου, αποτελεί ταυτόχρονα και μια τιμητική προσκύνηση. Όπως ακριβώς αρκεί μια κίνηση της καρδιάς για να γίνει «μοιχεία στη καρδιά» κάποιου.

Οι εικόνες της Εκκλησίας αποτελούν ένα μέσον μνήμης του παραδείγματος των ζωντανών αγίων που βρίσκονται στον ουρανό, ώστε να ενδυναμώνεται η προσευχή μας που ζητά να δεηθούν και αυτοί για εμάς προς τον Μεσίτη Κύριο Ιησού Χριστό, σύμφωνα με το:

«προσευχηθείτε εσείς για μένα στον Κύριο» (Πράξεις 8:24).

Διότι όπως είπαμε, «νεκροί» άγιοι δεν υπάρχουν: «Δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών» (Μάρκου 12:26-27, Ματθαίου 22:32). Και αφού οι άγιοι είναι ζωντανοί, ισχύει ότι «η προσευχή του δικαίου έχει μεγάλη δύναμη στα αποτελέσματά της» (Ιακώβου 5:16).

Επιπλέον, η Εκκλησία διδάσκει πως η προσευχή μας, στην οποία αιτούμαστε το «προσευχηθείτε εσείς για μένα στον Κύριο», δεν απευθύνεται στην εικόνα: «Η τιμή στην εικόνα πηγαίνει στο πρωτότυπο» (Μ. Βασίλειος PG32,149C).

Αυτό όλοι το γνωρίζουμε βιωματικά και γι’ αυτό έχουμε μαζί μας εικόνες των αγαπημένων μας. Το να κατηγορεί κάποιος την τιμητική προσκύνηση της Εκκλησίας είναι τόσο αφελές, σαν να κατηγορεί κάποιον που σε μακρινό ταξίδι, βγάζει φωτογραφίες των παιδιών του ή των γονιών του και τις ασπάζεται με αγάπη. Είναι τόσο αφελές, σαν να λέει κάποιος ότι αυτός που ασπάζεται τις φωτογραφίες των παιδιών του δεν το κάνει επειδή συγκινείται από τη μορφή τους, αλλά επειδή του αρέσει να φιλά το… χαρτί της φωτογραφίας!

Άρα λοιπόν, το αυτονόητο και βιβλικό διδάσκει η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος λέγοντας ότι η προσκύνηση και ο ασπασμός αυτός είναι κάτι που «μαρτυρά η ανθρώπινη σχέση» και «γίνεται από εμάς προς τους αγαπημένους» (Mansi 13,405C). Αυτό λέει και η Γραφή:

«Εξήλθε ο Μωϋσής σε συνάντηση με το γαμπρό του και προσκύνησε αυτόν και φίλησε αυτόν» (Έξοδος 18:7).

Όπως ακριβώς διδάσκει η Εκκλησία, ο Μωϋσής δεν προσκύνησε και φίλησε κάποιο κτίσμα για να το λατρέψει σαν «Θεό», αλλά προσκύνησε και φίλησε τιμητικά. Κατά συνέπεια η προτεσταντική επίθεση κατά της Εκκλησίας, ουσιαστικά είναι επίθεση κατά της Αγίας Γραφής που όπως βλέπουμε επιτρέπει σαφώς την τιμητική προσκύνηση που συνοδεύεται από ασπασμό.

Πηγή: https://www.oodegr.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s