ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ 11-6-2022

Ἕνας ἄδολος ἄνθρωπος

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἑορτάζει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Βαρθολομαῖος, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸν θέλω νὰ πῶ λίγα λόγια.

Ὁ ἅγιος αὐτὸς λέγεται Βαρθολομαῖος, λέγεται καὶ Ναθαναήλ· εἶνε ἕνα πρόσωπο, ἔχει ὅμως δύο ὀνόματα. Ὁ Βαρθολομαῖος λοιπὸν ἢ Ναθαναὴλ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Κυρίου.

Ὅταν ὁ Χριστός μας ἦρθε στὸν κόσμο ὡς ἄνθρωπος, στὴν ἀρχὴ τῆς ἐμφανίσεώς του δὲν προκάλεσε θόρυβο. Δὲν ἦρθε σὰν βασιλιᾶς μὲ κορῶνες καὶ στέμματα, δὲν ἦρθε σὰν πλούσιος μὲ χρήματα καὶ μεγάλη οἰκονομικὴ δύναμι. Δὲν γεννήθηκε σὲ παλάτια· γεννήθηκε μέσα σὲ μιὰ σπηλιά. Καὶ δὲν γεννήθηκε ἀπὸ καμμιὰ βασίλισσα· γεννήθηκε ἀπὸ μιὰ πτωχὴ – πολὺ πτωχὴ κόρη, τὴ Μαριάμ. Ἔτσι λοιπὸν ποὺ παρουσιάστηκε δὲν ἔκανε ἐντύπωσι στοὺς πολλούς. Ὅσοι τὸν ἔβλεπαν δὲν μποροῦσαν ἔτσι νὰ τὸν πιστέψουν.

Κατόπιν ὅμως ὁ Χριστός, ὅταν βγῆκε στὸ δημόσιο βίο καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττῃ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἄρχισε νὰ λέῃ τὰ χρυσᾶ του ἐκεῖνα λόγια, τὰ ἀνεκτίμητα λόγια, τότε πίστεψαν ἀρκετοί, πολὺς κόσμος. Ποιοί πίστεψαν; Ὄχι τόσο οἱ μορφωμένοι, οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι. Ἦταν ὅπως καὶ σήμερα, ποὺ σπανίως θὰ δῇς σπουδασμένο σὲ πανεπιστήμια νὰ πιστεύῃ. Μέσ᾿ στοὺς χίλιους ἐπιστήμονες εἶνε ζήτημα ἂν πιστεύῃ ἕνας· οἱ ἄλλοι δὲν πιστεύουν τίποτα· δὲν πατοῦν στὴν ἐκκλησία, ἐμπαίζουν τὴν πίστι, κοροϊδεύουν τοὺς πιστούς. Ἔτσι λοιπὸν καὶ τότε, στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ· δὲν τὸν πίστεψαν οἱ διαβασμένοι, οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς λεγομένης ὑψηλῆς κοινωνίας, οἱ μεγάλοι καὶ τρανοί. Ἀλλὰ ποιοί πίστεψαν; Τὰ φτωχαδάκια· κάτι ψαρᾶδες, ποὺ ἔρριχναν τὰ δίχτυα τους καὶ ἔπιαναν ψαράκια γιὰ νὰ ζήσουν τὶς οἰκογένειές τους· κάτι βοσκοί, ποὺ ἔβοσκαν τὰ πρόβατά τους στὰ ψηλὰ βουνὰ παίζοντας φλογέρα· κάτι ἀγρότες, ποὺ τὴ μέρα ἔσκυβαν πάνω στὴ γῆ καὶ τὴν πότιζαν μὲ ἱδρῶτα, καὶ τὴ νύχτα σήκωναν τὰ μάτια τους στὸν οὐρανό, ἔβλεπαν τὰ ἄστρα καὶ δοξολογοῦσαν τὸ Θεό· κάτι γυναῖκες ἁπλοϊκές, κάτι παιδάκια ἀθῷα, πρὸ παντὸς αὐτὰ τὰ παιδάκια, νά ποιοί πῆγαν κοντὰ στὸ Χριστό. Αὐτοὶ τὸν πίστεψαν.

Ἕνας ἀπ᾿ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους λεγόταν Φίλιππος. Πίστεψε καὶ αὐτὸς στὸ Χριστό, ὅτι εἶνε ὁ Μεσσίας, εἶνε αὐτὸς ποὺ τὸν περίμεναν ἐπὶ αἰῶνες αἰώνων. Καὶ αὐτὸ ποὺ πίστεψε ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ τὸ μεταδώσῃ καὶ σὲ ἄλλους. Δὲν ἦταν σὰν κ᾿ ἐμᾶς, ποὺ δὲν μιλᾶμε γι᾿ αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε, ἀλλὰ τὸ κρύβουμε.

Εἶνε σπάνιο σήμερα νὰ δῇς νὰ μιλάῃ κανεὶς γιὰ τὸ Χριστό. Στὸ βάθος αὐτὸ τί σημαίνει; Ὅτι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δὲν μᾶς συγκινεῖ. Καὶ ἀλλοίμονο στὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν συγκινεῖται γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν μιλάει γιὰ τὸ Χριστό. Τὴ γλῶσσα μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Χριστὸς νὰ μιλᾶμε πρῶτα γι᾿ αὐτόν. Ἐμεῖς τίποτα. Γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα ἔχουμε γλῶσσα, γιὰ τὸ Χριστὸ μένουμε βουβοί. Γιὰ χίλια δυὸ ἀνούσια πράγματα ἀκοῦς ἀκατάσχετες κουβέντες· γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν μιλᾶνε οἱ ἄνθρωποι σήμερα.

Ὁ Φίλιππος ὅμως, ἀπ᾿ τὴν ὥρα ποὺ πίστεψε, αὐτὸ ποὺ γνώρισε δὲν τὸ ἔκρυψε μέσα του· τὸ φανέρωνε. Ὅπως ἕνας ποὺ βρίσκει μιὰ πηγὴ εἰδοποιεῖ καὶ ἄλλους διψασμένους νὰ τρέξουν νὰ πιοῦν, ἔτσι κι αὐτὸς ἔσπευσε νὰ συναντήσῃ ἐκεῖνον μὲ τὸν ὁποῖο συνδεόταν πιὸ στενά, ἦταν ἀδελφικοὶ φίλοι. Καὶ ποιός ἦταν ὁ φίλος του; Ὁ Ναθαναὴλ ἢ Βαρθολομαῖος. Πῆγε τὸν βρῆκε καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸ τοῦ λέει· –Ναθαναὴλ βρήκαμε, βρήκαμε τὸ θησαυρό. Βρήκαμε τὸ Μεσσία· εἶνε ὁ Ἰησοῦς ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ! –Μπᾶ, λέει ἐκεῖνος· ὁ Μεσσίας; Ἦρθε λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο; Καὶ ἀπὸ ποῦ βγῆκε, ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ; Μὰ εἶνε δυνατὸν ἀπὸ τέτοιο χωριὸ νὰ βγῇ καλό; «Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;» (Ἰω. 1,47). Τοῦ λέει ὁ Φίλιππος· –Ἔλα νὰ δῇς.

Παρὰ τὴν ἀντίρρησι ποὺ ἔφερε στὸ φίλο του ὁ Ναθαναὴλ ἢ Βαρθολομαῖος δὲν ἔμεινε ἀδιάφορος. Ἐπιδίωξε νὰ πλησιάσῃ τὸ Χριστό. Καὶ νάτος λοιπὸν ἔρχεται κοντά του. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Χριστὸς εἶπε· –Νά ἕνας ἄνθρωπος ἄδολος, ἀθῷος, ποὺ δὲν ἔχει μέσα πονηριά. Ἐκεῖνος παραξενεύτηκε καὶ ρώτησε· –Καὶ ποῦ μὲ ξέρεις ἐμένα; –Σὲ ξέρω, σὲ γνωρίζω πολὺ καλά, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ Χριστός· προτοῦ νὰ σὲ φωνάξῃ ὁ Φίλιππος, σὲ εἶδα ποὺ ἤσουν κάτω ἀπ᾿ τὴ συκιά… Ἡ ἀποκάλυψι αὐτῆς τῆς λεπτομερείας ἔκανε τὸ Βαρθολομαῖο ν᾿ ἀντιληφθῇ, πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἤξερε λεπτομέρειες τῆς ζωῆς του. Ναί, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα. Ὅπου νὰ κρυφτῇς, ἐσὺ ἡ γυναίκα ἢ ὁ ἄντρας, κι ὅπου νὰ καταφύγῃς, δὲν θὰ τοῦ ξεφύγῃς. Καὶ σὲ σπηλιὲς μέσα νὰ μπῇς, καὶ στὰ βουνὰ ν᾿ ἀνέβῃς, καὶ στὸν οὐρανὸ νὰ πετάξῃς, καὶ στὰ ἄστρα ἀκόμη ἂν φτάσῃς, καὶ στὴ θάλασσα νὰ βυθισθῇς, ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα· εἶνε τὸ μάτι τοῦ Χριστοῦ. Τὸν ἤξερε λοιπὸν καὶ τὸ Βαρθολομαῖο. Κ᾿ ἐκεῖνος ἀπόρησε. Πῶς μὲ ξέρει ἐμένα, σκέφτηκε, ὅτι ἤμουν κάτω ἀπ᾿ τὴ συκιά; Ἄ, τώρα πείθομαι στὰ λόγια τοῦ Φιλίππου. –Διδάσκαλε, λέει, ἐσὺ εἶσαι «ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ», ἐσὺ εἶσαι «ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Τοῦ ἀπαντᾷ ὁ Χριστός· –Πιστεύεις, ἐπειδὴ σοῦ εἶπα ὅτι σὲ εἶδα κάτω ἀπ᾿ τὴ συκιά; ἀπὸ μιὰ λεπτομέρεια πίστεψες; Θὰ δῇς πολὺ μεγαλύτερα πράγματα. «Μείζω τούτων ὄψει» (ἐ.ἄ. 1,50-51).

Ἔτσι ὁ ἅγιος Βαρθολομαῖος ἢ Ναθαναὴλ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὰς καὶ ἔμεινε πλέον κοντὰ στὸ Χριστό. Τὸν ἀκολούθησε παντοῦ. Καὶ μετὰ τὴ Ἀνάστασι καὶ τὴν Πεντηκοστὴ πῆρε τὸ ῥαβδί του καὶ περιώδευσε. Πέρασε χωριὰ καὶ πολιτεῖες, βουνὰ καὶ λαγκάδια, θάλασσες καὶ ποτάμια. Καὶ ἔφτασε – μέχρι ποῦ; Πάρτε ἕνα χάρτη νὰ δῆτε. Ἔφτασε, μέχρι τὶς Ἰνδίες. Ἐκεῖ τὸν συνέλαβαν, τὸν ἀπείλησαν, τὸν χτύπησαν καὶ τέλος τὸν σταύρωσαν.

Ἀπὸ τὸ διάλογο μὲ τὸν Κύριο, ἀγαπητοί μου, καὶ τὸ χαρακτηρισμὸ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ Ναθαναὴλ φαίνεται ἕνα ἰδιαίτερο γνώρισμα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἁγίου αὐτοῦ ἀποστόλου.

Καθένας ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ κάθε ἄνθρωπος, ἔχει κάτι τὸ ἰδιαίτερο ποὺ τὸν χαρακτηρίζει. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅταν ἐξέλεξε τοὺς μαθητὰς ἔδωσε μερικὰ ὀνόματα καὶ εἶπε ὡρισμένους ἐκφραστικοὺς χαρακτηρισμούς. Γιὰ τὸν τότε Σίμωνα λ.χ. καὶ τοὺς δύο ἀδελφοὺς Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη σημειώνει τὸ ἱερὸ κείμενο· «Καὶ ἐπέθηκεν ὄνομα τῷ Σίμωνι Πέτρον, καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰακώβου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὀνόματα Βοανεργές, ὅ ἐστιν υἱοὶ βροντῆς» (Μᾶρκ. 3,16-17). Ἄλλον τὸν χαρακτηρίζει ὁ αὐθορμητισμός, ἄλλον ἡ αὐτοθυσία, ἄλλον ὁ ἐνθουσιασμός, ἄλλον ἡ ἀγάπη καὶ ἡ στοργή.

Τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ ἁγίου Βαρθολομαίου ἢ Ναθαναὴλ ποιό εἶνε; «Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὔκ ἔστι» (Ἰω. 1,48). Εἶνε ἄδολος, ἁγνὸς καὶ καθαρὸς ἄνθρωπος. Ἀνυπόκριτος, εὐθύς, τίμιος. Δὲν κρύβει τί σκέπτεται, ἀλλ᾿ ἐκφράζεται μὲ εἰλικρίνεια. Δὲν λέει κάτι οὔτε ἀπὸ ἐχθρότητα οὔτε πάλι γιὰ νὰ φανῇ εὐχάριστος. Τὰ λόγια, ποὺ εἶπε, δὲν σημαίνουν ἀπιστία· δείχνουν ἄνθρωπο ποὺ ἐξετάζει καὶ ἐρευνᾷ καλόπιστα μέχρις ὅτου βεβαιωθῇ. Δὲν χλευάζει, δὲν περιφρονεῖ. Ἐνδιαφέρεται μὲ ζῆλο γιὰ τὴν ἀλήθεια. Δὲν ἔχει πονηρία καὶ κακότητα.

Αὐτὸς ἦταν, ἀγαπητοί μου, ὁ ἅγιος Βαρθολομαῖος ποὺ ἑορτάζει σήμερα. Καὶ μὲ τὴν ἑορτή του μᾶς φωνάζει· Πιστεύετε στὸ Χριστό! Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θ᾿ ἀκούσετε τὰ λόγια αὐτά, σᾶς εὐλογῶ καὶ εὔχομαι κανένας σατανᾶς νὰ μὴ μπορέσῃ νὰ σᾶς κλονίσῃ. Γιατὶ σὲ λίγο θὰ δῆτε νὰ γίνουν πολλὰ φοβερὰ πράγματα. Καὶ θὰ μᾶς ποῦνε· Ἢ πιστεύεις ἢ δὲν πιστεύεις. Ἐκεῖ θὰ φτάσουμε. Καὶ ὅσοι πιστεύουν, θὰ μαρτυρήσουν. Νὰ εἶστε ἕτοιμοι γιὰ μαρτύριο, παιδιά! Μέσα στὶς φλέβες σας δὲν τρέχει νερό. Δέστε πίσω σας καὶ σκεφτῆτε. Πίσω ἀπὸ σᾶς εἶνε μιὰ γιαγιά, εἶνε ἕνας μακρινὸς πρόγονος ποὺ μαρτύρησαν γιὰ τὸ Χριστό. Ἔτσι κρατήθηκε τόσα χρόνια ἡ πίστι μας. Μείνετε πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι στὸν Κύριο. Ἀκοῦστε τὸ Ναθαναὴλ – τὸ Βαρθολομαῖο ποὺ φωνάζει· «Βρήκαμε τὸ Χριστό». Ὅποιος πίστεψε στὸ Χριστό, βρῆκε θησαυρό, βρῆκε πηγὴ ποὺ ξεδιψάει, βρῆκε ἥλιο ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει καὶ ζωογονεῖ τὴν καρδιά. Στὸ Χριστὸ εἶνε ἡ εὐτυχία καὶ ἡ χαρά. Σ᾿ αὐτὸν νὰ πιστεύετε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s