Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα χρόνια που σίγησαν οι καμπάνες» 

Ιωάννης Κωτσάκης

14 Μαρτίου 1941 πολεμούσαμε στα βουνά της Βορείου Ηπείρου, σε μια δύσβατη τοποθεσία μεταξύ Τρεμπεσίνας και Μπούμπεσι.

Μια οβίδα έσκασε δίπλα στον σωρό με τα πτώματα των Ιταλών κι ένα από αυτά εκτινάχτηκε σε ύψος δέκα μέτρων και ξανάπεσε στον σωρό διαμελισμένο. Αυτή ήταν και η τελευταία σκηνή που αντίκρισα. Την ίδια στιγμή ένιωσα να σκάει ένα καζάνι ζεματιστό νερό στα πόδια μου κι αμέσως γέμισαν τα σωθικά μου αέρα καθώς πεταγόμουνα έξω από το χαράκωμα. Χίλια καρφιά τρυπούσαν το σώμα μου κι αιμορραγούσα. Δεν πονούσα τόσο πολύ. Ένα γενικό μούδιασμα, όμως, με είχε παραλύσει. Σαν συνήλθα λιγάκι, έστρεψα το βλέμμα μου δεξιά, παρασυρμένος από τις άγριες κραυγές πόνου που έρχονταν από γειτονικό χαράκωμα. Στα εξήντα μέτρα περίπου κειτόταν πεσμένος στο χώμα ένας δικός μας φαντάρος, που το ωστικό κύμα της έκρηξης τον είχε πετάξει έξω από το χαράκωμα, όπως κι εμένα. Δίπλα του, σε μικρή απόσταση, το αριστερό του πόδι αποκομμένο από το γόνατο. Ούρλιαζε από τους πόνους! Οι κραυγές του μου μάτωσαν την καρδιά και προς στιγμή ξέχασα το δικό μου χάλι και κοιτούσα συμπονετικά προς το μέρος του.

Ο βομβαρδισμός συνεχιζόταν με την ίδια ένταση. Σκέφτηκα, καθώς κολυμπούσα στο αίμα μου που είχε μουσκέψει τη στολή μέχρι έξω, πως έφτασε το τέλος μου. Ήρθε αστραπιαία στον νου μου η μορφή της μάνας μου, του μόνου συγγενούς που μου είχε απομείνει. Και τότε… Τότε… Την είδα!

Ήταν μια πανύψηλη, μαυροντυμένη γυναίκα που έτρεχε εδώ κι εκεί με θαυμαστή ταχύτητα, σαν να μην πατούσε στη γη. Γύρω της ο χαλασμός του κόσμου από οβίδες και σφαίρες, που δεν τολμούσε κανείς να βγάλει το δαχτυλάκι του έξω από το χαράκωμα. Μα Εκείνη άτρωτη, πλησίαζε τους τραυματίες κι έκανε πάνω στο σώμα τους το σημείο του σταυρού. Πλησίασε και τον φαντάρο που ούρλιαζε και μόλις τον σταύρωσε σταμάτησε αμέσως τα ουρλιαχτά και φώναξε ανθρωπινά στους συναδέλφους του «ελάτε να με πάρετε από ’δω». Εγώ δεν κατάλαβα πότε αν με σταύρωσε, αλλά κάποια στιγμή πλημμύρισε την ύπαρξή μου μια υπέροχη ευωδία που ποτέ στη ζωή μου δεν ξανάνιωσα. Όλα γύρω μου μοσχοβόλησαν και αμέσως οι πόνοι, που εν τω μεταξύ δυνάμωναν, περιορίστηκαν αισθητά. Μέσα μου απλώθηκε μια ηρεμία, μια χαλάρωση κι εκείνη τη στιγμή λιποθύμησα. Ήταν τόσο μεγάλο το σοκ που έπαθα από εκείνο που είδα, πολύ μεγαλύτερο κι από τον πολλαπλό τραυματισμό μου, που δεν έχανα ευκαιρία να διηγούμαι το περιστατικό στους συναδέλφους, στους γιατρούς και το προσωπικό του νοσοκομείου. Άλλοι με πίστευαν. Οι περισσότεροι, όμως, κουνούσαν δύσπιστα το κεφάλι και ίσως πολλοί απ’ αυτούς να απέδιδαν τις διηγήσεις μου σε ψυχολογικές επιδράσεις που μου προκάλεσαν τα τραύματά μου

Το μυαλό μου, όμως, φωτίστηκε και ξεκαθάρισαν μέσα μου πολλά και σημαντικά πράγματα. Πιστεύω, χωρίς καμιά αμφιβολία, πως ο άνθρωπος είναι πολύ μεγάλο δημιούργημα για να βρέθηκε τυχαία πάνω στη Γη ή να είναι προϊόν εξέλιξης. Είναι πολύ μεγάλο δημιούργημα για να προορίζεται να χαθεί ολοκληρωτικά στη σκοτεινιά του τάφου. Γιατί δεν είναι μονάχα σώμα που λιώνει με τον θάνατο. Είναι και ψυχή και μάλιστα αθάνατη. Είναι, λοιπόν, φοβερό και αδιανόητο, γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, τα πλάσματά Του να βρίζουν τον Δημιουργό τους! Γι’ αυτό εξαγριώνομαι όταν ακούω να βρίζουν τα Θεία και ιδιαίτερα την Παναγία μας!

Πηγή: Έαρ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s