Η μετάδοση τού θανάτου

Η σχέση τής γέννησης με τη μετάδοση τού προπατορικού αμαρτήματος ή τής αθανασίας

Π. Ι. Ρωμανίδης

Είδαμε ότι η κατάσταση των προ Χριστού δικαίων υπό την εξουσία της φθοράς και του θανάτου θεωρείται από τους Πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέτασιν περιόδου, ως μία άδικη ή προσωρινή αιχμαλωσία από τον διάβολο, που επιτράπηκε από τον Θεό για λόγους ευσπλαχνίας, «για να μη γίνει αθάνατο το κακό» και για να δοκιμασθεί ο άνθρωπος και να μετανοήσει.

Από την αιχμαλωσία αυτή εξαιρέθηκε μόνο ο Κύριος, ο οποίος γεννήθηκε δια Πνεύματος Αγίου από την Παρθένο. Από αυτό φαίνεται σαφώς ότι οι προϋποθέσεις για την πτώση και τη σωτηρία των εν λόγω θεολόγων τείνουν ισχυρά προς την περί traducianismus θεωρία. Η αποδοχή της θεωρίας περί creationismus θα σήμαινε ότι ο Θεός είναι αίτιος της αιχμαλωσίας των ανθρώπων από τον θάνατο και τον διάβολο και δεν θα είχαν ισχύ οι λόγοι[1] που προαναφέρθηκαν σχετικά με τη γέννηση του Χριστού από την Παρθένο. Παρ’ όλα αυτά όμως δεν μπορεί κανείς να επιβάλει μία μονόπλευρη θεωρία περί traducianisinus στη σκέψη των εν λόγω θεολόγων.

Και οι δύο θεωρίες σχετικά με τον traducianismus και τον creationismus έχουν ως προϋπόθεση την άποψη, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι, ανεξάρτητος κάπως από τις άμεσες άκτιστες ενέργειες του Θεού επειδή κυβερνείται από κτιστούς φυσικούς νόμους, το οποίο δεν αποτελεί την άποψη των θεολόγων της υπό εξέταση περιόδου[2]. Σύμφωνα με τις θεωρίες αυτές δύο πράγματα μπορούν να συμβαίνουν: Ή δηλαδή η ψυχή γεννιέται με το σώμα ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άμεση ενέργεια του Θεού, ή δημιουργείται άμεσα από τον Θεό και ενώνεται με το σώμα που προέρχεται ανεξάρτητο, από τους γονείς σύμφωνα με τους κτιστούς νόμους της φύσης.[3]

Εάν η θεία πρόνοια είναι πραγματικά άκτιστη ενέργεια του Θεού, η οποία συντηρεί και ζωοποιεί, όχι έμμεσα μέσω κτιστών νόμων της φύσης αλλ’ άμεσα, είναι αρκούντως φανερό, ότι όχι μόνο η ψυχή αλλά και το σώμα οφείλονται στην άμεση δημιουργική ενέργεια τού Θεού, σε συνεργασία μαζί με τους γονείς.[4] Ο Θεός «σε έφτιαξε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Επειδή αν δεν υπήρχε ο πατέρας σου, ούτε η μητέρα σου, πολύ περισσότερο ούτε εσύ θα υπήρχες ποτέ. Και σε έπλασε από υγρή ουσία μικρής και ελάχιστης ρανίδας, η οποία κάποτε ούτε αυτή υπήρχε· και σε προήγαγε ο Θεός σε αυτή τη ζωή».[5]

Κατά γενικότερο τρόπο ο Θεόφιλος γράφει, ότι «το θέειν εστίν το τρέχειν και κινείν και ενεργείν και τρέφειν και προνοείν και κυβερνάν και ζωοποιείν τα πάντα».[6] Ο Θεός είναι «Αυτός που δίνει Πνεύμα που την τρέφει (τη γη), τού Οποίου η πνοή ζωογονεί το παν, ο Οποίος αν συγκρατήσει το Πνεύμα σ’ Αυτόν, θα εκλείψει το κάθε τι».[7] Γιατί λοιπόν η γέννηση του ανθρώπινου σώματος ν’ αποτελεί τη μόνη εξαίρεση της άμεσης δημιουργικής και ζωοποιού ενέργειας του Θεού; Η ένσταση ότι σε αυτή την περίπτωση ο Θεός θα ήταν αίτιος του κακού δεν ευσταθεί. Το σώμα δεν είναι κάτι κακό, ούτε η δύναμη του θανάτου και της αμαρτίας που κατοικεί σε αυτό είναι από τον Θεό. Επομένως η ένσταση αυτή ανάγεται στο γενικότερο πρόβλημα, στο πώς η θεία πρόνοια επιτρέπει γενικά να υπάρχει ο θάνατος ως κάποιο παράσιτο στην κατ’ αρχήν πολύ καλή δημιουργία. Είτε ο Θεός ενεργεί έμμεσα είτε άμεσα το πρόβλημα σχετικά με την ύπαρξη του κακού ως παράσιτου στον κόσμο παραμένει το ίδιο. Δεν λύνεται με απομάκρυνση του Θεού από τον κόσμο σε κάποιο μικρό βαθμό. Λύνεται μόνο εντός των πλαισίων της αγιογραφικής και ελληνικής πατερικής αντίληψης σχετικά με την ελευθερία, σχετικά με τον πραγματικό πόλεμο μεταξύ Θεού και σατανά και σχετικά με την αναγκαιότητα των πειρασμών για την τελείωση του ανθρώπου.

Όταν λάβουμε υπ’ όψιν το γεγονός ότι για τους Πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέτασιν περιόδου οι πρωτόπλαστοι δεν δημιουργήθηκαν ούτε αθάνατοι ούτε θνητοί,[8] και ότι η αθανασία επιτυγχάνεται μόνο μέσω της ηθικής τελειοποίησης, τότε είναι φανερό ότι και σε περίπτωση αναμαρτησίας του Αδάμ, οι απόγονοί του δεν θα γεννιόντουσαν ούτε αθάνατοι ούτε κάτω από το κράτος του θανάτου, απλούστατα επειδή η αθανασία του καθενός δεν εξαρτάται από την ίδια του τη φύση, αλλά από την άσκησή του για την τελείωση και από τη θέληση και θεοποιό ενέργεια του Θεού.

Σύμφωνα με αυτά δεν υφίσταται πρόβλημα, περί του πώς μπορεί μία από τη φύση της αθάνατη ψυχή, να γεννηθεί με το σώμα. Ολόκληρος ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα, μπορούσε να γεννηθεί από τους πρωτοπλάστους δεκτικός και της αθανασίας και του θανάτου. Στην περίπτωση που δεν αμάρταναν οι πρωτόπλαστοι, κανείς λόγος δεν θα γινόταν περί αποκλεισμού της συνεργασίας του Θεού και των γονέων στη γέννηση ολόκληρου του ανθρώπου κατά τη ψυχή και το σώμα, απλούστατα επειδή δεν θα υπήρχε κίνδυνος να νομισθεί ότι ο Θεός είναι ο αίτιος του κακού που κατοικεί στον άνθρωπο. Γιατί, λοιπόν, μετά την πτώση η μεταξύ Θεού και ανθρώπου συνεργασία ν’ αποκλείεται; Ακριβώς μετά την παρακοή «Αδάμ έγνω Εύαν τη γυναίκα αυτού και συλλαβούσα έτεκε τον Κάϊν και είπεν· Εκτησάμην άνθρωπον διά του Θεού».[9]

Το ότι ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας ως παράσιτο μέσα του, τη δύναμη του θανάτου και της αμαρτίας, δεν οφείλεται στον Θεό, αλλά στην ενέργεια του σατανά και στην ασθένεια όλης της κτίσης και της ανθρώπινης φύσης, από την οποία δημιουργεί ο Θεός κάθε νέο άνθρωπο. Αφού ο άνθρωπος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φύσης, αδυνατεί να ξεφύγει από τη φθορά που βασιλεύει σ’ αυτήν. Η ύπαρξή του εξαρτάται από τη φύση, με την οποία συνεχώς ανταλλάσσει συστατικά. Πράγματι ο άνθρωπος είναι «γη».[10] Δεν πλάσθηκε ως ανεξάρτητο ον, αλλά μέλος και μέρος της όλης κτίσης και ανθρωπότητας. Κληρονομεί αρκετά καλά και κακά χαρακτηριστικά των γονέων και προγόνων του. Τόσο στενή είναι η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, ώστε και η ζωή κάποιου που κινδυνεύει να σώζεται με το αίμα άλλων ανθρώπων. Μεταξύ των κληρονομικών ασθενειών της ανθρωπότητας, ασφαλώς η βάση όλων των ασθενειών γενικά, είναι η φθορά και ο θάνατος,[11] μέσω των οποίων ο σατανάς και η αμαρτία βασιλεύουν.[12] Μόνο ο Χρίστος δια του Αγίου Πνεύματος και από την Παρθένο, γεννήθηκε έξω από την τυραννία του διαβόλου.


Σημειώσεις

[1] Δες παραπάνω, σελ. 80 και μετά.

[2] Δες παραπάνω, σελ. 52 και μετά.

[3] Σύμφωνα με τα φυσιολογικά δεδομένα η θεωρία περί Creationismus προϋποθέτει αναγκαστικά την τριχοτομία.

[4] Δες Χ. Ανδρούτσου, Δογματική, σελ. 136.

[5] Θεοφίλου, όπως παραπάνω, Α΄, 8. Παρομοίως ο Μέγας Αθανάσιος γράφει, ότι ο πρωτόπλαστος «επειδή από τη γη έγινε, όπως όλοι» και «το χέρι όμως που έπλασε τότε τον Αδάμ, Αυτό και τώρα και πάντα τους ανθρώπους μετά από εκείνον πάλι πλάθει και δημιουργεί». (Επιστολή, ότι η εν Νίκαια Σύνοδος εωρακυΐα την πανουργίαν των περί Ευσέβιον κτλ., κεφ. 9, Migne, P. G., 25, 429).

[6] Όπως παραπάνω, Α΄, 4.

[7] Στο ίδιο Α΄, 7.

[8] Σύμφωνα με άλλη εκδοχή δημιουργήθηκαν θνητοί χωρίς να υπόκεινται στην ανάγκη να πεθάνουν και επομένως χωρίς να είναι υπό την εξουσία του θανάτου. Ιουστίνου, Αμφιβαλλόμενον. Αποκρίσεις προς Ορθόδοξους, Ερώτηση λβ΄, ΒΕΠΕΣ, τόμ. 4, σελ. 88.

[9] Γεν. 4, 1.

[10] Γεν. 3, 19.

[11] «Ενεργούντος του θανάτου εξ αιτίας της ομοιότητας του Αδάμ σε όλο το γένος που προήλθε απ’ αυτόν, όπως σε ένα φυτό που έπαθε βλάβη στη ρίζα, αναγκαστικά θα μαραθούν και όλα τα κλωνάρια που φυτρώνουν απ’ αυτό». Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία στην προς Ρωμαίους Επιστολή, Migne, P. G., 74, 785.

[12] Χρυσοστόμου, Ομιλία Δ΄ στην προς Εβραίους Επιστολή δ΄, Migne, P. G., 63, 4142.

Πηγή: https://www.oodegr.com

Το σώμα κατά τον Πλάτωνα

Ομοιότητες και συγκρίσεις με τη Χριστιανική αντίληψη

Μαρία Σκαμπαρδώνη

Φοιτήτρια Θεολογίας και Δημοσιογράφος

Διόρθωση φιλοσοφικών σφαλμάτων και για την ψυχή

Ο Πλάτων και ο Σωκράτης είναι οι δύο φιλόσοφοι οι οποίοι εξέφρασαν την άποψή τους για την ψυχή και τη σχέση της με το σώμα.

Και οι δύο εγκαινίασαν μία άποψη τρομερά πρωτοποριακή για την εποχή τους: θεωρούσαν το μεν σώμα φθαρτό, ενώ την ψυχή αιώνια.

Ο δε Πλάτων, θεωρείται ένας διανοητής ο οποίος δοκίμασε να διεισδύσει στο μυστήριο που λέγεται Ψυχή, να το ερευνήσει και να το ανακαλύψει.

Ο ίδιος δε είχε καταλήξει στη θεώρηση πως η Ψυχή υπερέχει το σώματος και πρέπει η ίδια να θεωρείται αυτόνομη και ανώτερη του ίδιου.

Η ψυχή, για τον ίδιο, εγκλωβίζεται στο σώμα και η αιώνια και αθάνατη ψυχή απαλλάσσεται από αυτό με το βιολογικό τέλος, το οποίο στην πραγματικότητα την απελευθερώνει.

Χαρακτηριστικά, ο μεγάλος φιλόσοφος γράφει στον Φαίδων: «όταν η ψυχή προσπαθεί με το σώμα να εξετάσει κάτι, είναι φανερό ότι εξαπατάται τελείως από αυτό».

Η σύγκριση του Πλάτωνα με τη Χριστιανική διδασκαλία σχετικά με τις διδαχές του ίδιου για το σώμα, γειτνιάζουν σε ένα κομβικό σημείο: στο γεγονός πως υπάρχει η κοινή πίστη για την αθανασία της ψυχής, η πεποίθηση πως η ζωή δεν τελειώνει με το βιολογικό τέλος.

Η πλήρης αντίθεση έρχεται όμως στην αντίληψη γύρω από το σώμα: το σώμα θεωρείται κάτι μιαρό, κάτι κατώτερο για τον Πλάτωνα, με την ψυχή να θεωρείται φυλακισμένη μέσα σε αυτό.

Η Χριστιανική πεποίθηση θεωρεί το σώμα ιερό και το μέρος στο οποίο φυλάσσεται η ψυχή μέχρι το βιολογικό τέλος του θανάτου. Ωστόσο, ούτε ο θάνατος του σώματος θεωρείται μόνιμος, αλλά προσωρινός. Στη Χριστιανική πεποίθηση, το σώμα θα αναστηθεί και το ίδιο, ενώ η αθανασία δεν περιορίζεται μονάχα στην ψυχή του ανθρώπου. Το σώμα χαρακτηρίζεται «ναός του Αγίου Πνεύματος», κατέχει περίοπτη θέση στην αξία του ανθρώπου και η συνύπαρξή του με την ψυχή είναι αλληλένδετη.Συνεπώς, το σώμα μας αξίζει το σεβασμό, τη φροντίδα και την επιθυμία μας για την καλή του κατάσταση σε κάθε του έκφανση.

Όσο για την ψυχή, και αυτή κατά τη Χριστιανική πίστη, είναι όπως και το σώμα θνητή κατά τη φύση της, και επίσης όπως και το σώμα, αθάνατη μόνο κατά χάριν, επειδή ο Θεός θέλει να τη διατηρήσει. Και φυσικά ΔΕΝ προϋπάρχει τού σώματος, αλλά δημιουργείται ταυτόχρονα με το σώμα και αναπτύσσεται μαζί με αυτό.

Πηγή: https://www.oodegr.com

Ομοφυλοφιλία: Απελευθέρωση ή Δουλεία;

«Οὐαὶ οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς,

οἱ τιθέντες τὸ πικρὸν γλυκύ,

Οὐαὶ οἱ συνετοὶ ἐν ἑαυτοῖς,

καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες»

Ἠσαΐας 5, 20-21

Ἐξ ἀφορμῆς τῶν θέσεων τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ν. Ἰωνίας κ. Γαβριὴλ ἐπὶ τῆς ὁμοφυλοφιλίας καὶ μὲ δεδομένο τὴν ἀπὸ ἐτῶν ἔκπτωση ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν στὸ μεῖζον αὐτὸ ζήτημα τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας, γίνεται ἰδιαίτερα ἐπίκαιρο τὸ ἐρώτημα τῆς Σοφίας Σειράχ: «τὶ ἐστιν ἄνθρωπος;» καὶ «τὶς ἡ χρῆσις αὐτοῦ;» (Σοφ. Σειρ. 18,8)

Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου χαρακτηρίζει τὴν ὁμοφυλοφιλία ὡς παρὰ φύσιν πάθος ἀτιμίας καὶ ἀσέλγειας, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἁμαρτία αὐτὴ καθ’ἑαυτὴν ἐξεβίασε τὴ φωτιὰ τῆς γέενας νὰ φανεῖ ἐνωρίτερα κατὰ τὸν Ἱερὸν Χρυσόστομον. Παρὰ ταῦτα, ἄνθρωποι ποὺ ἐμπνέονται ἀπὸ τὸν φθηνό »ἀγαπισμό» τοῦ αἰῶνος τούτου, τοῦ ἀπαταιῶνος, μὲ περισσὸ θράσος ἐπιμένουν νὰ διαβρώνουν τὴν ποιμαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὰ νοσηρὰ διανοήματά τους. Ἡ διδαχή ‘’ἑτέρου Εὐαγγελίου’’ παρ’ ὅ ἐδόθῃ ἡμῖν ἐκ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, καθιστᾶ αὐτομάτως τὸν ἑτεροδιδάσκαλον ἐκτὸς Ἐκκλησίας.

Στὶς ἄκρως ἐμετικὲς ἀποστροφές, τοῦ ὡς ἄνω Μητροπολίτου, μὲ τὴν προωθημένη ἡμιμάθειά του, ὅπως ἀπεδείχθῃ, τόσο σὲ θεολογικὸ ὅσο καὶ σὲ ἐπιστημονικὸ πεδίο, ἔχω νὰ ἐπισημάνω τὰ ἀκόλουθα ἐλάχιστα ἀλλὰ ἐνδεικτικά, ποὺ ἀποτελοῦν προδημοσίευση, ἀπὸ τὴν ὑπὸ ἔκδοση μονογραφία μου, Ἡ Αὐτονομία τοῦ ἔρωτα, Ὁμοφυλοφιλία: Ἀπελευθέρωση ἢ δουλεία. Πρόκειται γιὰ μελέτη στὶς ρίζες τῆς ζωῆς, στὴν ἔκπληξη τῆς δημιουργίας, μέσα ἀπὸ τὴν διαλεκτικὴ ἱεροῦ καὶ βεβήλου στὴν διαχρονία καὶ τὸ τώρα.

1. Ἁγία Γραφὴ καὶ Πατερικὴ διδασκαλία (ἀντιπροσωπευτικὰ χωρία)

α. Ἀπὸ τὴν κατ’ ἐξακολούθηση ἀμετεώριστη διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐπιλέγω τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Ἰούδα περὶ ὁμοφυλοφιλίας: «Ὅπως τὰ Σοδομα καὶ τὰ Γόμορα καὶ οἱ τριγύρω τοὺς πόλεις, ποὺ κατὰ παρόμοιο τρόπο πρὸς τοὺς ἀσεβεῖς αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποίους μίλησα παραπάνω παρέδωκαν τοὺς ἑαυτούς τους στὴν πορνεία καὶ πῆγαν πίσω ἀπὸ ἄλλη σάρκα καὶ παρασύρθηκαν σὲ παρὰ φύσιν ἀσέλγειες εἶναι ἐνώπιον μας παράδειγμα ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποῖοι τιμωρήθηκαν μὲ τὴν ποινὴ τῆς φωτιᾶς ποὺ τοὺς ἔκαυσε ἀμετάκλητα καὶ γιὰ πάντα.» (στίχ. 7 κ. ἑ.)

β. Ἀπὸ τὴν Πατερικὴ διδασκαλία, συνοπτικώτατος, ὁ ἁγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας κατηγορεῖ τοὺς ὁμοφυλοφίλους, ὅτι διαφθείρουν τὴν πλασθεῖσα ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀνδροπρεπῆ μορφή (»θεόπλαστον ἀνδροπρεπῆ μορφήν») ἑκουσίως ἢ ἀναγκαζόμενοι καὶ ἔτσι γίνονται μολυσματικὴ θανατηφόρα νόσος (»λοιμοὶ τῆς φύσεως»), μίασμα τῆς πολιτείας (»σπίλοι πολιτείας») καὶ τῆς ζωῆς ὑβριστές (»ζωῆς ἐφύβριστοι»).

2. Ἑλληνική ἀρχαιότητα

Ὁ Λουκιανὸς ὁ Σαμοσατεὺς (120-192 μ.Χ.) συνοψίζει τὴν ἀντίληψη περὶ ὁμοφυλοφιλίας, ποὺ ἀπαντᾷ στὴν ὁμηρική, τὴν ἀρχαϊκή, τὴν κλασσική, τὴν ἑλληνιστικὴ καὶ τὴν ῥωμαϊκὴ περίδο. Τὴν χαρακτηρίζει ὡς «ἀμφίβολον αἴνιγμα διπλῆς φύσεως» ἢ «ἀσπόρων τεράστιον αἴνιγμα». Τὴν θεωρεῖ σαφῶς ὡς «νόσον» μὲ τὸ αἰτιολογικόν ὅτι «ἡ πάντα τολμῶσα τρυφὴ» παρενόμησε «θεσμὸν ἀνάγκης ὅσιον» παραβιάζουσα «τὰ ἀκίνητα τῆς προνοίας δόγματα». Ἀποτέλεσμα δὲ αὐτοῦ ἀποτελεῖ τὸ ἐνδεχόμενο, ὅπως «τελείως ἄσπερμον ἡμῶν φθαρῇ τὸ γένος».

3. Θεωρία τῆς ἐξέλιξης καὶ ὁμοφυλοφιλία

Ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι ἀσύμβατη μὲ τὴν ἐξελικτικὴ θεωρία, ποὺ διέπει τοὺς ὅρους τῆς κληρονομικότητας. Ἀναδύεται, λοιπόν, τὸ ἐρώτημα˙ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρεῖται ἕνας γονότυπος, ὁ ὁποῖος παράγει φαινότυπο, ποὺ ἀποκλείει τὴ ἀναπαραγωγὴ νέου γονότυπου; Ἐτσι φθάνουμε σὲ φαινοτυπικὸ ἀδιέξοδο.

Μὲ ἄλλα λόγια, ἀφοῦ οἱ ὁμοφυλόφιλοι, στὴ πλειονότητά τους, δὲν ἀποκτοῦν παιδί, θὰ ἔπρεπε μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου νὰ ἔχει ἐξαφανισθεῖ ἐκεῖνος ὁ γονότυπος, ποὺ προσδιορίζει τὴν ὁμοφυλοφιλία, ἐφ’ὅσον αὐτὸς ὑπάρχει. Τὸ γεγονός, ὅμως, ὅτι ἡ ὁμοφυλοφιλία ὑπάρχει στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες, ὠθεῖ τοὺς ἐρευνητὲς νὰ ὁμιλοῦν γιὰ »δαρβινικὸ παράδοξο». Αὐτὸ τό »παράδοξο», τῆς ἀνδρικῆς ὁμοφυλοφιλίας, προσπαθοῦν νὰ ἑρμηνεύσουν, μὲ διάφορες προσεγγίσεις ἐκ τῶν ὁποίων καμμιὰ δὲν ἔχει ἐπαληθευθεῖ.

4. Γενετικὴ καὶ ὁμοφυλοφιλία

Μὲ τὴν ἐξέλιξη τῆς γενετικῆς ὑπῆρξαν, ἀπὸ ἐτῶν, πολλὲς προσπάθειες, ποὺ εἶχαν ὡς στόχο νὰ ἀνιχνευθεῖ ἐνδεχόμενη γενετικὴ προδιάθεση γιὰ ὁμοφυλοφιλία. Μέχρι σήμερα δὲν ἔχει δοθεῖ ἀπάντηση, οἱ περισσότεροι δὲ τῶν ἐρευνητῶν θεωροῦν, ὅτι ἀποτελεῖ οὐτοπία νὰ ἀναζητεῖται ἡ ὁμοφυλοφιλικὴ τάση σὲ ἕναν καὶ μόνον παράγοντα. ‘’Ἡ προσδοκία, ὅτι κάθε ψυχικὴ διαταραχὴ θὰ ἐξηγεῖται βάσει κάποιου ἁπλοῦ γονιδίου, νευροδιαβιβαστὴ ἢ νευρωνικοῦ κυκλώματος, ἀποδείχθηκε ἀφελὴς καὶ ἀπατηλή ‘’, σύμφωνα μὲ τὴν ἔρευνα τῶν Jannini E.A., Blanchard R, κ.ἄ.

Τὸ 1993 ἀναφέρθηκε ἀπὸ τὸν Hamer καὶ συνεργάτες ἡ γενετικὴ σύνδεση τῆς ἀνδρικῆς ὁμοφυλοφιλίας μὲ τοὺς μικροδορυφορικοὺς δεῖκτες στὸ χρωμόσωμα Χ, καὶ μάλιστα τῆς περιοχῆς Xq28, μὲ βάση μοριακὲς προσεγγίσεις˙ ἀργότερα αὐτὸ ἐπιχειρήθηκε καὶ στὶς χρωμοσωμιακὲς περιοχὲς 7q36, 8p12 καὶ 10q26. Τὸ εὔρημα αὐτὸ δὲν ἐπιβεβαιώθηκε σὲ μετέπειτα μελέτες, ἀλλὰ καὶ νεώτερες ἔρευνες δὲν ὑποστηρίζουν τὴν ὕπαρξη ἑνὸς X-συνδεδεμένου γονιδίου, ποὺ μπορεῖ νὰ ὑποκρύπτει τὴν ἀρσενικὴ ὁμοφυλοφιλία˙ οἱ μελέτες σύνδεσης παράγουν μηδενικὰ ἀποτελέσματα.

Τὴν γενετικὴ ὑπόθεση τῆς ὁμοφυλοφιλίας δὲν εὐνοεῖ οὔτε ἡ σεξουαλικὴ συμπεριφορὰ τῶν ζώων. Σημαντικὴ μάλιστα εἶναι ἡ πειραματικὴ παρατήρηση, ὅτι τὰ ζῶα δὲν ἐκδηλώνουν ὁμοφυλοφιλικὲς τάσεις σὲ ἐλεύθερο χῶρο.

Ὁ κοινωνιοβιολόγος E.Wilson στηριζόμενος σὲ παρατηρήσεις τοῦ Calhoun (1992), ἐπισημαίνει ὡσαύτως, ὅτι σὲ πειραματικὰ συνωστισμένο πληθυσμὸ ἀρσενικῶν ἀρουραίων παρατηρήθηκε «ὑπερτεταμένη συμπεριφορά, ὡρισμένοι μάλιστα ἐξ αὐτῶν ἐπέδειξαν ὑπερσεξουαλικότητα καὶ ἐνεπλάκησαν σὲ κανιβαλισμό.» Ἀκόμη καὶ σὲ χαρακτηριζόμενες ὡς ὁμοφυλοφιλικὲς ἐνδείξεις στὴ συμπεριφορὰ κάποιων ζώων, ὅπως ἡ λόρδωση σὲ ποντίκια, ὑπάρχει ἀμφισβήτηση, διότι ἡ παρουσία τοῦ θηλυκοῦ τίς ἀκυρώνει.

Ὑπάρχει μιὰ ἄνευ προηγουμένου προσπάθεια νὰ ἐγκαταστήσουν τὴν ὁμοφυλοφιλία ὡς μιὰ ἄλλου εἴδους ἔκφραση τῆς σεξουαλικότητας ἐξ ἴσου φυσιολογικὴ μὲ τὴν ἑτεροφυλοφιλία. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο παραποιοῦνται τὰ πραγματικὰ δεδομένα, εἴτε ἀπὸ πρόθεση εἴτε ἀπὸ μεθοδολογικὲς ἀστοχίες ἑνὸς προβλήματος, ἰδιαίτερα πολύπλοκου, ἀπὸ ὁμοφυλόφιλους κλινικοὺς ἐρευνητές, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ἐπιβεβαιώνουν, ὅτι ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου ἀποστρέφεται τὸ παρὰ φύσιν, καὶ ἀναζητοῦν ἐρείσματα γιὰ τὴν δικαίωση τῆς ἐκτροπῆς τους. Ἀγνοοῦν ἢ ἀρνοῦνται ὅτι ἡ φύση οὐδὲν μάτην ποιεῖ, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, γι’ αυτὸ καὶ ἀποστρέφεται τὸ κενό. Ἰσχυρὰ παραδείγματα ἀποτελοῦν ὁ Alfred C. Kinsey, ὁ Kallman καὶ οἱ Bailey JM Pillard RC.

Ἀλλωστε, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἐρευνῶν γίνεται στὴν πολυπολιτισμικὴ ἐπικράτεια τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὅπου τὰ πληθυσμιακὰ μεγέθη εἶναι μεγάλα, ἀλλὰ κινοῦνται πάνω σὲ κενὴ γῆ, χωρὶς ἱστορικὸ ὑπόβαθρο καὶ ἀξίες ζωῆς.

5. Ἐπιγενετικὴ καὶ ὁμοφυλοφιλία

Ἐπιγενετικὴ εἶναι ἡ μελέτη κληρονομήσιμων ἀλλαγῶν στὴν ἔκφραση των γονιδίων, οἱ ὁποῖες ὅμως ἀναστρέφονται, χωρὶς νὰ ἀλλάζει ἡ ἀλληλουχία τῶν γονιδίων. Ὡς ἐπιγενετικὲς ἀλλαγὲς θεωροῦνται οἱ ἀλλαγὲς στὰ χαρακτηριστικὰ τῶν κυττάρων, ἀνάλογα μὲ τὸ περιβάλλον καὶ γιὰ συγκεκριμένα χρονικὰ διαστήματα, καὶ γίνονται μέσα ἀπὸ τὴν μεθυλίωση τοῦ DNA, ἀκόμη καὶ στὴν ἐμβρυικὴ ζωή.

Μὲ τὴν ἐπιγενετικὴ ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ DNA δὲν εἶναι τό ‘’πεπρωμένο’’ μας. Ἔτσι σπάζει ἡ νομοτέλεια τοῦ DNA καὶ ἀκυρώνεται ὁ γενετικὸς ντετερμινισμός.

Ἑπομένως, ἔχουμε κληρονομικότητα ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ DNA, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ περιβάλλοντος. Παράδειγμα ἡ ἐπίδραση φαρμάκων, ὅπου οἱ χημικὲς οὐσίες μπορεῖ νὰ προκαλέσουν ἀλλαγὲς στὴν ἔκφραση γονιδίων, ποὺ παραμένουν πολὺ καιρὸ μετὰ τὴ διακοπὴ τῆς ἔκθεσης. Αὐτὸ ὀνομάζεται Pharmacoepigenomics («φαρμακοεπιγονιδιωματική»).

Ἡ διαφορά, λοιπόν, μεταξὺ τῆς γενετικῆς κληρονομικότητας καὶ τῆς ἐπιγενετικῆς κληρονομικότητας ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πρώτη δὲν εἶναι ἀναστρέψιμη ἡ δεύτερη, ὅμως, εἶναι καὶ διαρκεῖ γιὰ συγκεκριμένο καὶ μόνον χρονικὸ διάστημα.

Οἱ νέοι ὅσιοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης καὶ Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ἄμοιροι ἰατρικῆς καὶ ἐν γένει ἐπιστημονικῆς παιδείας, ἀλλὰ πλήρεις Ἁγίου Πνεύματος, ἐπεσήμαιναν τὴν ἀνάγκη τῆς κατὰ φύσιν εὐπρέπειας στὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν συζύγων, διότι διαφορετικά, ὅπως τόνιζαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ταλαιπωρήσουν τὰ παιδιὰ τους μὲ ἐπιγενετικὰ προβλήματα, ὅπως καὶ αὐτὸ τῆς ὁμοφυλοφιλίας.

6. Περιβαλλοντικοὶ παράγοντες καὶ ὁμοφυλοφιλία

Σήμερα παρατηρεῖται, ὅτι γίνεται προσπάθεια ἡ ὁμοφυλοφιλία νὰ ἀποτελέσει προϊὸν μάθησης, ἐφ’ὅσον οὔτε ἡ θεωρία τῆς ἐξέλιξης, οὔτε ἡ γενετικὴ μποροῦν νὰ τὴν αἰτιολογήσουν ὡς φυσιολογικὴ κατάσταση.

Ἡ Ἑλληνικὴ Παιδοψυχιατρικὴ Ἑταιρία σὲ πλήρη ταύτιση μὲ τίς θέσεις τοῦ ἀμερικανικοῦ Κολλεγίου Ψυχιάτρων, ἀποφαίνονται κατηγορηματικῶς, ὅτι «κανεὶς δὲν γεννιεται μ’ἕνα κοινωνικὸ φῦλο. Τὸ κοινωνικὸ φῦλο (gender) εἶναι μιὰ κοινωνικὴ καὶ ψυχολογικὴ ἀντίληψη καὶ ὄχι μιὰ ἀντικειμενικὰ βιολογική (sex)» καὶ ὅτι «ἡ πεποίθηση ἑνὸς ἀτόμου, ὅτι αὐτὸς ἢ αὐτὴ εἶναι κάτι ποὺ δὲν εἶναι, στὴν καλλίτερη περίπτωση εἶναι ἕνα σημάδι σύγχυσης», δηλαδὴ ψυχικῆς διαταραχῆς.

Κατὰ συνέπεια, ἡ ἄσκηση ἀγωγῆς καθὼς καὶ τὸ περιβάλλον παίζουν, καθοριστικὸ ρόλο στὴ διαμόρφωση ἀντιλήψεων καὶ τρόπου ζωῆς.

Συνεπῶς, τὰ ὑποστηριχθέντα ἀπὸ τὸν ὡς ἄνω Μητροπολίτη κ. Γαβριήλ, εἶναι ἀπολύτως ἀσύμβατα μὲ τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ τὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα. Τὸ πρόβλημα εἶναι σοβαρὸ καὶ οἱ τρεῖς Συνοδικὲς Ἐπιτροπές, ἐπὶ τῶν Δογματικῶν καὶ Νομοκανονικῶν Ζητημάτων, ἐπὶ τῆς Χριστιανικῆς ἀγωγῆς καὶ Νεότητος, ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων, καὶ ἡ Εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ Βιοηθικῆς δὲν μποροῦν πλέον νὰ προσποιοῦνται ἄγνοια ἢ, κατὰ τὸ κοινῶς λέγεσθαι, νὰ παριστάνουν τόν »κινέζο.»

Ἀντίθετα πρὸς τὴν ἄπόψη γνωστοῦ πρεσβυτέρου γιὰ τὶς ὁμοφυλοφιλικὲς θεωρίες του, ὅτι ὑπάρχουν ἀναπάντητα ἐρωτήματα ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἡ πίστη μας καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων βεβαιώνει, ὅτι τὰ πάντα βρίσκουν τὴ λύση τους μέσα στὴν ὀρθοδοξη χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ ζωή.

Οἱ Ἐπίσκοποι δὲν βρίσκονται στὸ ἀπυρόβλητο καὶ ἐπισκοπικὸ ἀλάθητο στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία δὲν ἀπαντᾷ. Ἐπὶ τέλους, ἂς μὴ δυσχεραίνουν τὸ ἁγιαστικὸ ἔργο τῶν πρεσβυτέρων, οἱ ὁποῖοι εὐσυνειδήτως ἀγωνίζονται νὰ ἐπιτελέσουν τὸ πνευματικό τους καθῆκον ἀκινδύνως, διακονοῦντες τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας, μέσα ἀπὸ τὸν χρυσοῦν ποιμαντικὸν κανόνα: Κατακρίνεται ἡ ἁμαρτία καὶ ὄχι ὁ ἁμαρτάνων.

Ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι πάθος ἄτιμον, κατὰ τὸν Ἱερὸν Χρυσόστομον, καὶ ὁ Σωκράτης στὸν Φαῖδρο διαπιστώνει, ὅτι »ὡς λύκοι ἄρνας ἀγαπῶσ’ ὡς παῖδας φιλοῦσιν ἐρασταί» δηλαδὴ ὅπως οἱ λύκοι ἀγαπᾶνε τὸ ἀρνί, ἔτσι καὶ οἱ ὁμοφυλόφιλοι ἐρωτεύονται τὸν σύντροφό τους.

Ὁ Θεὸς δὲν δημιουργεῖ ἀρσενοκοῖτες. Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Αὐτὲς εἶναι διαβολικὲς ἐπινοήσεις καὶ πνευματικῶς νοσηρὰ ἐπιτεχνάσματα, τὰ ὁποῖα ἐνισχύει πολλαπλῶς ἡ παράνοια ἀναγώγων ἀνθρώπων, ξένων πρὸς τὸ χριστιανικὸν ἦθος καὶ συσχηματισμένων μὲ τὴν ἀπάτη τοῦ κόσμου τούτου.

Ἐμεῖς γνωρίζουμε, ὅτι, ‘’ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔχει ἔλθει καὶ μᾶς ἔδωκε νοῦν γιὰ νὰ γνωρίζουμε Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀληθινός˙ καὶ εἴμεθα πραγματικὰ ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ Υἱῷ Αὐτοῦ, Ἰησοῦ Χριστῷ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος. Παιδιά, φυλαχθεῖτε ἀπὸ τὰ εἴδωλα.’’ (Α’ Ἰωάν. 19-21)

π.Στυλιανός Εμμ. Καρπαθίου MD, MSc, PhD, Θεολόγος-Ψυχίατρος (Εὐρύτατη βιβλιογραφία ὑπάρχει στὴν ὑπὸ ἔκδοση μονογραφία)

Πηγή: http://aktines.blogspot.com

Τα διατάγματα τού Μ. Κωνσταντίνου περί θρησκείας

Τι δείχνει η ιστορική μελέτη για τους νόμους αυτούς

Τού Σπύρου Ν. Τρωϊανού ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή: Το παρακάτω άρθρο, είναι απόσπασμα που δημοσιεύθηκε στα «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας  Νο 135, στις 23 Μαΐου 2002 σελ. 43 – 49. Είναι άρθρο του Σπύρου Ν. Τρωϊανού ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με εξειδίκευση στη Ρωμαϊκή νομοθεσία, και αναδημοσιεύουμε το παρακάτω τμήμα του με την ευγενική άδεια τού κου Τρωϊανού.

Οι Νεοειδωλολάτρες για να δικαιολογήσουν την εγκατάλειψη τής ειδωλολατρικής θρησκείας από τους αρχαίους προγόνους μας, προσπαθούν απεγνωσμένα να την αποδώσουν σε διώξεις που δήθεν υπέστησαν από τους Χριστιανούς αυτοκράτορες, ώστε να μη φανεί ότι εγκαταλείφθηκε λόγω τής κατωτερότητάς της και τής βαρβαρότητάς της. Όμως η σύγχρονη ιστορική έρευνα, ρίχνει άπλετο φως στην εποχή εκείνη, και αποδεικνύει το δόλο και τη διαστρέβλωση που επιχειρείται από τις Νεοειδωλολατρικές πηγές.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος έλαβε μια σειρά από μέτρα τα οποία ευνόησαν την Εκκλησία. Όταν γίνεται λόγος για τα μέτρα αυτά, η σκέψη όλων πηγαίνει στην κατάπαυση των διωγμών ύστερα από τη γνωστή συμφωνία (που δεν φαίνεται να περιβλήθηκε την τυπική μορφή του «Διατάγματος» όπως διδασκόταν στο παρελθόν) για την καθιέρωση ανεξιθρησκίας το 313 μ.Χ. στο Μεδιόλανον (σήμερα Μιλάνο), που δεν έτυχε ωστόσο γενικής εφαρμογής, γιατί οι διωγμοί τερματίσθηκαν οριστικά μόλις το 324, όταν ο Κωνσταντίνος, αφού κατέβαλε και τον Λικίνιο στη μάχη της Χρυσούπολης, έμεινε μονοκράτορας.

Ιδιαίτερη σημασία είχε για την Εκκλησία η απόδοση στις Χριστιανικές κοινότητες της περιουσίας που στο παρελθόν είχε δημευθεί, καθώς και η θέσπιση της νομικής δυνατότητας για επαύξηση αυτής της περιουσίας από ελευθεριότητες με διατάξεις τελευταίας βουλήσεως.

Η ενίσχυση της θέσης του κλήρου, όχι μόνον από υλική, αλλά και ηθική άποψη, υπήρξε επίσης σημαντική. Στην υλική ενίσχυση ανήκει, για παράδειγμα, η απαλλαγή των κληρικών από διάφορα δημόσια βάρη και στην ηθική η λεγόμενη «επισκοπική δικαιοδοσία», δηλαδή η παροχή στους επισκόπους του δικαιώματος να επιλύουν – μάλλον διαιτητικώς – ιδιωτικές διαφορές, επειδή οι άνθρωποι έτρεφαν γενικώς μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αμεροληψία των Χριστιανών ποιμένων, παρά των πολιτειακών δικαστών.

Δεν πρέπει να λησμονηθεί ακόμη η προσαρμογή της νομοθεσίας σε πολλά θέματα του ιδιωτικού δικαίου προς τις αρχές που διείπαν τη Χριστιανική διδασκαλία, μολονότι αυτό όχι σπάνια οδήγησε σε λύσεις ανεπιεικείς. Σε αυτές τις περιπτώσεις ανήκει ένας νόμος, με τον οποίο απαγορεύθηκε η νομιμοποίηση νόθων τέκνων υψηλών αξιωματούχων ακόμη και με πράξη του αυτοκράτορα (Ιους. Κώδ. 5.27.1). Λόγω των σοβαρών ανισοτήτων που έτσι προκαλούνταν, καταργήθηκε ο νόμος αυτός το 539 με τη Νεαρά 89 του Ιουστινιανού.

Τους πρώτους μήνες μετά τον Κωνσταντίνο, λόγω της ανάμιξης θρύλου και πραγματικότητας, επικράτησε – και μάλιστα στην Ανατολή – αρκετή σύγχυση ως προς τα μέτρα που έλαβε. Χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο της «Συρορωμαϊκής Νομοβίβλου», μιας διακαιικής συλλογής που συντάχθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας στο δεύτερο μισό του Ε΄ αιώνα. Τα οικεία κεφάλαια της συλλογής μας πληροφορούν ότι ο Κωνσταντίνος απάλλαξε τους κληρικούς από κάθε φορολογική υποχρέωση, με μνεία συγκεκριμένων φόρων, καθώς και από την υπεξουσιότητα. Αυτά όμως δεν επιβεβαιώνονται από καμία άλλη πηγή. Μερικά μάλιστα από τα προνόμια αυτά παρασχέθηκαν αποδεδειμένως πολύ αργότερα από άλλους αυτοκράτορες. Αντιθέτως, εντάσσονται μέτρα του Κωνσταντίνου στη νομοθεσία του επομένου αιώνα.

Παρά το προσωπικό ενδιαφέρον που επέδειξε ο Κωνσταντίνος για τη διατήρηση της Εκκλησιαστικής ειρήνης και για την άρση των δογματικών αντιθέσεων με πειθώ (παράδειγμα αποτελούν οι σύνοδοι για τους Δονατιστές και η Σύνοδος της Νίκαιας), δεν απέβαλε την ιδιότητα του pontifex maximus της θρησκείας των Ρωμαίων και για αρκετά χρόνια δεν εξαφανίζονται τα εθνικά σύμβολα από τα νομίσματα. Έτσι όσες διηγήσεις περιγράφουν γενικά μέτρα στρεφόμενα κατά των ειδωλολατρών, όπως η καταστροφή των εθνικών ναών, δεν αποδεικνύονται ιστορικώς.

Εξαίρεση στα παραπάνω αποτέλεσε ίσως το κλείσιμο λατρευτικών κέντρων με άσεμνες τελετές, γιατί ο Χριστιανισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με τις εθνικές θρησκείες και στο θέμα της λατρείας. Επί δεσποτείας, περισσότερο παρά σε οποιαδήποτε άλλη παλαιότερη περίοδο της ιστορίας της Ρώμης, προκαλούσε καχυποψία η προσπάθεια προσέγγισης των υπερφυσικών δυνάμεων. Έτσι όπως μας πληροφορούν αποσπάσματα στον Πανδέκτη (48.8.1, 3 και 13) από τα έργα του Μαρκιανού και του Μοδεστίνου, είχε αρκετά νωρίς ποινικοποιηθεί η μαγεία στη Ρώμη με επίκεντρο κυρίως δύο πράξεις που προέβλεπε ο Κορνήλιος νόμος περί φονέων: την άσκηση λατρείας μη ανεκτής από την έννομη τάξη και την οποιαδήποτε σχέση με δηλητηριώδεις ουσίες, επειδή η επίδρασή τους αποδιδόταν στην ενέργεια υπερφυσικών δυνάμεων.

Τα μέτρα έγιναν πολύ δραστικότερα επί του Μ. Κωνσταντίνου. Το 319 εξέδωσε νόμο, με τον οποίο απαγόρευσε στους θυοσκόπους, στους ιερείς και σε όσους άλλους τελούσαν θυσίες με αντικειμενικό σκοπό την πρόβλεψη του μέλλοντος (από τα σπλάχνα των θυμάτων στις θυσίες), να διαβαίνουν το κατώφλι κατοικιών, έστω κι αν συνδέονταν φιλικά με τους ενοίκους.

Κατά των παραβατών απειλούνταν σκληρές ποινές: για μεν τους θυοσκόπους και τους ιερείς θάνατος επί της πυράς, για όσους δε προσκαλούσαν τα πρόσωπα αυτά στα σπίτια τους γενική δήμευση και εξορία με κάθειρξη σε νησί. Για να καταστήσει μάλιστα αποτελεσματικότερη τη δίωξη των πράξεων αυτών, τόνισε ο νομοθέτης ότι όσοι τις καταγγέλλουν δεν θα θεωρούνται καταδότες, αλλά άξιοι επαίνου και αμοιβής. Ρητώς όμως προέβλεπε ο νόμος πως η δημόσια άσκηση της λατρείας δεν κωλυόταν (Θεοδ. Κώδ. 9.16.1). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι εκείνο που απαγορευόταν ήταν οι ιδιωτικές και/ή νυκτερινές, επομένως οι μυστικές και ανεπίδεκτες ελέγχου λατρευτικές πράξεις με τέλεση θυσιών. Οι δημόσιες, και συνεπώς φανερές, επιτρέπονταν. Η στάση αυτή του Κωνσταντίνου είναι απόλυτα κατανοητή. Δεν ήταν δυνατό να απαγορεύσει το λατρευτικό τυπικό της θρησκείας εκείνης, της οποίας εξακολουθούσε να είναι ο «ύπατος λειτουργός».

Τον επόμενο χρόνο (320/321) έκανε ο Μ. Κωνσταντίνος μία ακόμη μεγαλύτερη παραχώρηση στην παράδοση. Στο κείμενο άλλου νόμου (Θεοδ. Κώδ. 16.10.1) ομολογεί ότι και αυτός ενδέχεται να προσφύγει στις υπηρεσίες των θυοσκόπων: Αν πέσει στο παλάτι ή σε άλλο δημόσιο κτίριο κεραυνός, θα τους καλέσει για να του δώσουν επίσημη ερμηνεία του φαινομένου. Αφήνει μάλιστα να νοηθεί ότι μία τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε συμμόρφωση σε αρχαίο έθιμο.

Η ύπαρξη αυτού του νόμου, του οποίου δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, εξουδετερώνει ένα φάντασμα που πλανάται επάνω από τη νομοθεσία των χρόνων εκείνων. Συγκεκριμένα, σε νόμο του 341 ο Κωνστάντιος, γιος του Μ. Κωνσταντίνου, αναφέρεται σε νόμο του πατέρα του, με τον οποίο απαγορεύθηκαν – υποτίθεται – χωρίς καμία εξαίρεση όλες οι θυσίες (Θεοδ. Κώδ. 16.10.2). Νόμος ωστόσο με τέτοιο περιεχόμενο δεν εντοπίσθηκε μέχρι τώρα, παρά τις εντατικές προσπάθειες των ιστορικών του Δικαίου προς την κατεύθυνση αυτή. Η λογική λοιπόν επεξεργασία της δεύτερης έκδοσης του Ιουστιανιάνειου Κώδικα σε συνδυασμό με τον παραπάνω νόμο του 320/321 επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ο Μ. Κωνσταντίνος δεν φαίνεται να εξέδωσε ποτέ γενικό νόμο, ο οποίος απαγόρευε την τέλεση θυσιών.

Πιθανώς κάτω από την επίδραση μιας διαδεδομένης πρακτικής και ίσως κάποιας αμφιθυμίας ως προς τη γενική αποδοκιμασία των artes magicae, προχώρησε περίπου την ίδια εποχή (μεταξύ 321 και 324) ο αυτοκράτορας στην έκδοση ενός νόμου, με τον οποίο καθιερώθηκε νέο κριτήριο στην ποινική αξιολόγηση των μαγικών πράξεων: «Πρέπει να τιμωρείται και δικαίως να διώκεται με αυστηρότατους νόμους η γνώση εκείνων, που εξοπλισμένοι με μαγικές τέχνες αποκαλύπτονται, είτε ότι έχουν επιβουλευθεί τη σωτηρία των ανθρώπων είτε ότι έχουν διαστρέψει σώφρονες ψυχές προς την ηδονή. Δεν θα κατακρίνονται όμως τα θεραπευτικά μέσα που έχουν επινοηθεί για χάρη των ανθρώπινων σωμάτων ή οι λέξεις που με αθώο τρόπο απαγγέλθηκαν στους αγρούς, για να μην απειλήσουν οι βροχές τους ώριμους καρπούς στ αμπέλια ή να τους καταστρέψει το χαλάζι σαν λιθοβολισμός. Με αυτά κανενός η σωτηρία ή η υπόληψη δεν βλάπτεται. Αντιθέτως μάλιστα συμβάλλουν στο να μην εκμηδενίζονται τα θεία δώρα και ο ανθρώπινος κάματος» (Θεοδ. Κώδ. 9.16.3). Έτσι διακρίθηκε η μαγεία σε «καλή» και «κακή» (σε «λευκή» και «μαύρη» μαγεία θα λέγαμε σήμερα), κάτι που δεν μπορούσε να γίνει δεκτό από την Εκκλησία, για την οποία οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία με υπερφυσικές δυνάμεις ξένες προς τη Χριστιανική πίστη αποτελούσε αποστασία. Η διάκριση αυτή, που τελικά αποδοκιμάσθηκε και καταργήθηκε από τον Λέοντα τον Σοφό, είχε – παρά την υποτιθέμενη κατάργηση της εξαίρεσης – σοβαρές επιπτώσεις σε ολόκληρη τη βυζαντινή περίοδο.

Εκδήλωση του σεβασμού του προς τις αρχές του Χριστιανισμού αποτέλεσε νόμος του 321, με τον οποίο ο Μ. Κωνσταντίνος καθιέρωσε ουσιαστικά την αργία της Κυριακής, αλλά και αυτήν με κάποιους περιορισμούς. Ιδού το κείμενο του νόμου σε ελληνική απόδοση: «Όλοι οι δικαστές, οι κάτοικοι των πόλεων και οι τεχνίτες να αργούν κατά τη σεπτή ημέρα του Ηλίου (= χρησιμοποιήθηκε και αυτή η ονομασία στους πρώτους αιώνες για τη δήλωση της Κυριακής). Μόνον δε στους γεωργούς επιτρέπεται να εργάζονται κατ αυτήν, επειδή συχνά συμβαίνει να τύχει να είναι αυτή η ημέρα καταλληλότερη για όργωμα ή για την περιποίηση των αμπελώνων και δεν είναι σωστό να χάσουν την ευκαιρία που τους προσφέρει η ουράνια πρόνοια» (Ιουστ. Κώδ. 3.12.2). Παρατηρούμε ότι και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην προηγούμενη της επιτρεπόμενης μαγείας, οι εξαιρέσεις εισάγονται προς το κοινό συμφέρον με έμμεση αναγωγή στη θεία πρόνοια. Και αυτός ο νόμος προκάλεσε την αντίδραση του Λέοντος του Σοφού, που επισήμανε ότι έτσι παραβιάζεται ο «νόμος των κορυφαίων μαθητών», υπονοώντας τις λεγόμενες «Αποστολικές διαταγές», όπου επιβάλλεται απαρέγκλιτη τήρηση της Κυριακής αργίας, ώστε να εκπληρώνουν οι πιστοί απερίσπαστοι τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Η έντονη αποδοκιμασία των δύο νόμων του Μ. Κωνσταντίνου που εισήγαν εξαιρέσεις, πρώτον στην απαγόρευση άσκησης των μαγικών τεχνών και δεύτερον στην απόλυτη τήρηση της αργίας της Κυριακής, δεν εμπόδισε ωστόσο τη συντακτική επιτροπή της κωδικοποίησης του Θ΄ αιώνα από το να περιλάβει στα «Βασιλικά» (60.39.25 και 7.17.19) και τις δύο αυτές διατάξεις.

Αντιφάσεις διαπιστώνει η έρευνα και στη θρησκευτική πολιτική του αυτοκράτορα στη νέα πρωτεύουσα – αντιφάσεις κατά την εξιστόρηση των γεγονότων στις πηγές, καμιά φορά και μέσα στην ίδια πηγή από τη μία σελίδα στην άλλη. Σύγχρονός μας ιστορικός παρατηρεί ότι εμφανίζεται ο Κωνσταντίνος να καταλύει την ειδωλολατρία (συνεχίζοντας το έργο του Σεπτιμίου Σεβήρου) και να ενισχύει τη Χριστιανική λατρεία, με την οικοδόμηση ναών, όπως, για παράδειγμα, του αγίου Μωκίου, του πρώτου μάρτυρα από την περιοχή της νέας πρωτεύουσας, που θανατώθηκε επί Διοκλητιανού. Συγχρόνως όμως βεβαιώνεται ότι ίδρυσε και ειδωλολατρικούς ναούς.

Η αντεγκληματική πολιτική, όπως αποδεικνύει η ιστορική της διαδρομή, συχνά επηρεάστηκε από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τη συναφή πολιτική του εκάστοτε νομοθέτη. Νεότεροι ερευνητές έχουν επισημάνει σημαντική επίταση της αυστηρότητας κατά την ποινική μεταχείριση των εγκληματιών στους νόμους του Μ. Κωνσταντίνου, αντίθετης – τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως – προς την επιείκεια και τη φιλανθρωπία που διδάσκει ο Χριστιανισμός.

Για λόγους ευνόητους καταργήθηκε η (όχι σπάνια στο Ρωμαϊκό δίκαιο) ποινή της σταύρωσης. Κατά τα λοιπά όμως θεσπίστηκαν φρικιαστικές ποινές. Περιορίζομαι στην παράθεση (σε ελληνική απόδοση) νόμου του 318/319 (Θεοδ. Κώδ. 9.15.1): «Όποιος φονεύσει (με πρόθεση) τον γονέα, ή το παιδί ή γενικώς συγγενή του, αδιάφορο αν ο φόνος διαπράχθηκε κρυφά ή φανερά, υπόκειται στην ποινή της πατροκτονίας. Δεν θα εκτελείται όμως με ξίφος, ή με το να ριχθεί στην πυρά ή με οποιονδήποτε άλλο συνηθισμένο τρόπο, αλλά θα εγκλείεται σε δερμάτινο σάκο μαζί, όσο το επιτρέπει ο στενός χώρος, με φίδια. Αφού δε ραφτεί ο σάκος θα ρίχνεται, ανάλογα προς τη διαμόρφωση του τόπου, είτε στη γειτονική θάλασσα είτε σε ποταμό, ώστε ο κατάδικος να αρχίσει στη διάρκεια της ζωής του να στερείται διαδοχικά όλα τα στοιχεία: Πρώτα τον αέρα, ενόσω ακόμα ζει, και τη γη μετά το θάνατό του (υπονοείται εδώ ότι δεν θα ταφεί)».

Έχω τη γνώμη ότι η σκλήρυνση στη στάση του Μ. Κωνσταντίνου οφείλεται σε επηρεασμό από Χριστιανούς συγγραφείς των πρώτων αιώνων, οι οποίοι θεωρούσαν τους νόμους των ανθρώπων περιττούς και μη αποτελεσματικούς, εφόσον η συμπεριφορά των πιστών ρυθμιζόταν από το «Νόμο» που είχε κηρύξει ο Χριστός.* Επομένως, ορισμένες εγκληματικές πράξεις, όπως οι στρεφόμενες κατά της ζωής που είναι θείο δώρο, κατ’ εξοχήν δε εναντίον στενών συγγενών, αξιολογήθηκαν από τον αυτοκράτορα ως προσβολή του «Θεού Νόμου» και η ποινή δηλώνει την ιδιαίτερη ηθική απαξία της πράξης.

Η Εκκλησία κατέταξε τον Κωνσταντίνο (μαζί με τη μητέρα του Ελένη) μεταξύ των αγίων της, δίνοντάς του μάλιστα ξεχωριστή θέση. Δεν επικρατεί όμως ομοφωνία ως προς το χρόνο, στον οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η γενική αναγνώριση της αγιότητάς του στη συνείδηση των πιστών. Οι ειδικοί ερευνητές ταλαντεύονται μεταξύ του Δ΄ αιώνα, με αρκετούς δισταγμούς, και του Η΄ , περισσότερο κατηγορηματικά. Ίσως κάπου στη μέση να βρίσκεται η πιο πιθανή εκδοχή. Ενταφιάσθηκε στο προετοιμασμένο γι αυτόν και την οικογένειά του μνημείο δίπλα στα κενοτάφια των Δώδεκα Αποστόλων στο ναό της Βασιλεύουσας, που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Άλλωστε αποκλήθηκε «ισαπόστολος» και ανάλογα τιμήθηκε. Μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τα προάστιά της μαρτυρείται η ύπαρξη περίπου μιας δεκάδας ναών αφιερωμένων στη μνήμη του.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος εορτάζεται την 21η Μαϊου, ημέρα του θανάτου του κατά το έτος 337. Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως «άπρακτος», δηλαδή ως ημέρα πλήρους αργίας των δικαστηρίων, μόλις το 1166 με Νεαρά του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού. Σε αντίστοιχα κείμενα προγενεστέρων χρόνων δεν γίνεται μνεία της εορτής.

Επειδή φρονώ ότι η υμνογραφία αντλεί από την παράδοση και την αναπαράγει, παραθέτω το βασικό ύμνο από την ακολουθία για κάθε άγιο, δηλαδή το απολυτίκιο, του Αγίου Κωνσταντίνου για να φανούν τα στοιχεία που κατά την παράδοση υπήρξαν άξια εξάρσεως.

«Του Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος

και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος,

ο εν βασιλεύσιν απόστολός σου, Κύριε,

βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο.

Ην περίσωζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε».

Επομένως το βάρος πέφτει στο όραμα πριν από τη μάχη στη Μιλβία γέφυρα, στην κλήση χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση (όπως στην περίπτωση του αποστόλου «των εθνών», ως ερμηνείας κατά κάποιον τρόπο του τίτλου του «ισαποστόλου») και στην ίδρυση μιας Χριστιανικής πρωτεύουσας, που ιδεατά εικονίζεται να προσφέρει ο Κωνσταντίνος ως κτίτορας στον Χριστό. Η γέννηση αυτής της πόλης σφράγισε ολόκληρο το μήνα Μάιο και τον μετάβαλε σε μια περίοδο συνεχών εορταστικών εκδηλώσεων, τόσο εκκλησιαστικών όσο και κοσμικών, με επίκεντρο τη Βασιλεύους. Την 1η Μαϊου εορτάζονταν τα εγκαίνια της Νέας Εκκλησίας που είχε οικοδομηθεί από τον Βασίλειο Α΄, ακολουθούσαν εορτές προς τιμήν διαφόρων τοπικών αγίων, για να κορυφωθούν οι εορτασμοί στις 11 του μηνός, επέτειο της ίδρυσης της Κωνσταντινούπολης, και να ολοκληρωθούν στις 21, ημέρα της μνήμης του ιδρυτή.

Σε άλλα κείμενα δεν παραλείπει ο υμνογράφος να τονίσει – κατά χρονολογική, υποτίθεται, τάξη ** – το βάπτισμα του αυτοκράτορα από τον πάπα Σιλβέστρο (314 – 335), την επικράτησή του στην εξουσία, και, πάλι, την ίδρυση της Νέας Ρώμης: «(…) άναξ κράτιστε, Κωνσταντίνε μέγιστε, (…) καταυγασθείς γαρ ακτίσι του παναγίου Πνεύματος υπό Σιλβέστρου ιερέως δια του βαπτίσματος, εν βασιλεύσιν ώφθης αήττητος, την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή», ενώ σε άλλο σημείο διευρύνει τους ιδεολογικούς του στόχους: «ιερεύς τε χρισθείς και βασιλεύς ελαίω, εστήριξας την εκκλησίαν του Θεού, ορθοδόξων βασιλέων πατήρ, (…)***». Εδώ προβάλλεται ως η ιδεώδης μορφή του Χριστιανού ηγεμόνα, κάτι που αντικατοπτρίζεται στη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται το όνομα Κωνσταντίνος στους αυτοκράτορες του Βυζαντίου.

Τα παραπάνω υμνογραφικά κείμενα αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, μια επιτομή της εκκλησιαστικής παράδοσης, η οποία – και αυτή – ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιστορικότητα και στο θρύλο.

(Απόσπασμα)

Βιβλιογραφία


Επειδή οι μελέτες που αναφέρονται στην κωνσταντίνεια εποχή είναι αναρίθμητες, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω μόνο ένα πρόσφατο συλλογικό έργο, στο οποίο γίνεται ανασκόπηση της μέχρι τώρα έρευνας με τις αναγκαίες παραπομπές: Die konstantinische Wende, με επιμέλεια Ε. Muhlenberg, Gutersloh 1998 (εκδ. οίκος Chr. Kaiser), που περιέχει συμβολές των Κ. Μ. Girardet, F. Winkelmann, H.G. Thummel και K. Nowak. Πέρα από αυτό πρέπει να επισημάνω το βασικό έργο του G. Dargon, Η γέννηση μιας πρωτεύουσας, σε πρόσφατη μετάφραση από τη Μ. Λουκάκη, Αθήνα (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης) 2000, με πλούσιο υλικό για τον Μ. Κωνσταντίνο και την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης.

Σημειώσεις του αντιγραφέα του άρθρου:

* Θεωρώ εσφαλμένη τη γνώμη του αρθρογράφου, ότι δήθεν η αυστηρότερη νομοθεσία του Κωσταντίνου προήλθε από επιρροές των πρωτοχριστιανικών κειμένων περί «Νόμων» του Χριστού και ιερότητας της ζωής, για τους εξής λόγους:

1. Η ιερότητα της ζωής, θα τον ωθούσε να γίνει περισσότερο επιεικής, ως ακόμα και την κατάργηση των εκτελέσεων, όπως άλλωστε θεωρεί η Εκκλησία ως δόκιμο.

2. Η μη αποτελεσματικότητα των νόμων κατά τη Χριστιανική αντίληψη, θα τον ωθούσε σε λιγότερο αυστηρές ποινές.

3. Η Χριστιανική πίστη, δεν μιλάει για «Νόμο» του Χριστού, αλλά για ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ του νόμου, και κατά συνείδησιν ζωή. Άρα θα ήταν αντιφατικό το να επηρεασθεί από την Χριστιανική διδασκαλία για κατάργηση του Νόμου, για να κάνει αυστηρότερους νόμους.

Η μόνη περίπτωση να έχει κάποιο δίκιο ο συγγραφέας του άρθρου στο ζήτημα αυτό, είναι το να μην είχε κατανοήσει ο Κωνσταντίνος (ως εθνικός που ήταν) τη Χριστιανική πίστη.

** Στην υμνογραφία της Εκκλησίας, δεν έχει νόημα η χρονική κατάταξη των γεγονότων, όπως υποθέτει ο συγγραφέας του άρθρου. Στην Εκκλησία υπάρχει ο λεγόμενος «λειτουργικός» ή «σταυρικός» χρόνος, όπου ο γραμμικός χρόνος καταργείται, και οι άγιοι εμφανίζονται μέσα από αυτή την κατάλυση του χρόνου, σε ένα αιώνιο παρόν, κάτι που σημαίνει ότι δεν έχει καμία σημασία η σειρά με την οποία εμφανίζονται τα γεγονότα. Πέραν αυτού, όσον αφορά τα λεγόμενα στην υμνολογία του αγίου Κωνσταντίνου περί του βαπτίσματός του, δεν αφορούν κατ ανάγκην την επίγεια «αήττητη» βασιλεία του, αλλά εκεί τονίζεται ότι καταστάθηκε αήττητος όταν καταυγάσθηκε από το Άγιο Πνεύμα εν τω βαπτίσματι.

*** Τα περί «ιερέως και βασιλέως», και «ορθοδόξων βασιλέων πατρός», δεν δείχνουν την «ιδανική» εικόνα του ηγεμόνα, αλλά τονίζουν αφ ενός το ότι ήταν Ο ΠΡΩΤΟΣ (δηλαδή ο πατέρας) των Ορθοδόξων ηγεμόνων της αυτοκρατορίας, και αφ ετέρου γίνεται παραλληλισμός με τους «χρισμένους» βασιλείς των αρχαίων Ισραηλιτών, οι οποίοι λάμβαναν το Άγιο Πνεύμα ως καθήμενοι «εις τόπον Θεού». Το ότι λοιπόν ο Κωνσταντίνος βαπτίσθηκε (έστω και στο τέλος της ζωής του), δείχνει ότι ήταν κάτι παράλληλο με τους αρχαίους πιστούς βασιλείς της Π.Δ., ανεξαρτήτως χρόνου βαπτίσματος, κάτι που όπως είπαμε καταλύεται στην Ορθόδοξη υμνολογία.

Μεταγραφή Ν. Μ.

Πηγή: https://www.oodegr.com

Η μετάνοια και η αναγνώριση αγιότητας του αγίου Κωνσταντίνου

Γιατί κάνουν λάθος αυτοί που τον συκοφαντούν.

Προτεστάντες και Παγανιστές στο ίδιο στρατόπεδο απάτης

Όταν οι Νεοπαγανιστές ανοίγουν το στόμα τους για να κατηγορήσουν τον άγιο Κωνσταντίνο, όχι μόνο υποτιμούν το μεγαλείο της Χριστιανικής μετανοίας και συγχωρητικότητας, αλλά θέλουν να ξεχνούν, ότι όλα αυτά για τα οποία κατηγορούν τον άγιο Κωνσταντίνο, είναι πράξεις τις οποίες έκανε όταν ήταν ομόθρησκός τους ειδωλολάρης!!! Και από δίπλα, σύμμαχοί τους σε αυτή τη βλασφημία, οι Προτεστάντες!

Α. Γενικά περί μετανοίας

Αρχικά οφείλουμε να θυμίσουμε τον ληστή που σταυρώθηκε μαζί με το Χριστό και μετανόησε για τα πολλά του εγκλήματα. Ο ίδιος ο Κύριος του είπε «αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω» (Κατά Λουκάν 23/κγ’ 43). Αμέτρητοι άλλοι άγιοι υπήρξαν αγριάνθρωποι πριν αγιάσουν. Ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας (μαύρος ως Αφρικανός φυσικά) ήταν ληστής, ο οποίος αργότερα έγινε μοναχός κι έζησε οσιακό βίο.

Δεν υπάρχει μετάνοια εκ προμελέτης. «Μετανοώ», εξηγεί ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης «σημαίνει ότι νιώθω στην ψυχή μου το ψέμα, την αφροσύνη, την ενοχή των αμαρτιών μου. Σημαίνει πως συναισθάνομαι την προσβολή που έκανα στον Πλάστη μου, στον Πατέρα και Ευεργέτη μου. Σημαίνει πως ολόψυχα επιθυμώ την διόρθωση και την κάθαρση… Μετάνοια είναι η άρνησις της αμαρτίας, ο πόλεμος εναντίον του κακού που εχθρεύεται τον Θεό και τον εαυτό μας… Όπως η αμαρτία είναι ο θάνατος της ψυχής, έτσι η μετάνοια είναι η ανάστασίς της.» (π. Αλεξάνδρου Σεμενώφ, Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου Ωρωπού, σ. 229).

Β. Ο Κωνσταντίνος τιμάται ως άγιος για 4 λόγους:

1. Επειδή υπήρξε υπόδειγμα μετανοίας. Αληθινής και βαθιάς. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΟ ΚΤΗΝΟΣ μα αναγεννήθηκε αληθώς εν Πνεύματι Αγίω. Δεν έχει σημασία το ότι η βάπτισή του έγινε λίγο πριν πεθάνει. Προφανώς μετανοούσε ολόψυχα για πολλά χρόνια μέχρι την κοίμησή του και ζούσε άγια ζωή… Βλέπουμε ξεκάθαρα την ψυχολογική κατάσταση του αγίου όταν βαπτίστηκε (Ευσεβίου, Βίος Κωνσταντίνου, 62-63). Με πείσμα απαρνήθηκε να φορέσει την αυτοκρατορική πορφύρα, για την οποία παλαιότερα διέπραττε φόνους! Ο Κωνσταντίνος έζησε ΑΓΙΑ ΖΩΗ ΓΕΜΑΤΗ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ ΚΙ ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αν μετανοούσε απλά λίγο πριν πεθάνει, τότε δεν θα τον λέγαμε άγιο, αλλά σωσμένο!

Πέραν αυτού, η μετάνοια δεν είναι μια στιγμιαία ενέργεια, αλλά μια ΝΕΑ πορεία, που κρατάει για όλη την υπόλοιπη ζωή του μετανοούντα, ως το θάνατό του.

Εύλογα κάποιος με διάθεση αμφισβήτησης ίσως αναρωτηθεί: «Πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την γνησιότητα της μετάνοιας του Κωνσταντίνου; Τι εγγυήσεις έχουμε ότι δεν έπαιζε θέατρο;»

Για όσους δεν αρκεί η αλάθητη διαβεβαίωση της Εκκλησία μας, ακολουθούν οι άλλοι τρεις λόγοι. Και λέμε εδώ αλάθητη, διότι στην Ορθοδοξία διαχρονικά η αγιοκατάταξη δεν είναι μια γραφειοκρατική υπόθεση κλειστών… κονκλαβίων. Αυτή η πρακτική που εφαρμόζεται στο Βατικανό παράγει ουκ ολίγες… τερατογενέσεις (π.χ. αγιοποίηση παπικού ιερέα – σφαγέα Ορθοδόξων κατά τον Β’ ΠΠ!) και είναι ξένη προς τον αυθεντικό Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία.

Η αγιοκατάταξη (και όχι αγιοποίηση), σ’ εμάς είναι μια μακρόχρονη διαδικασία που απορρέει από τη συλλογική συνείδηση της Εκκλησίας ως κοινωνίας ανθρώπων και των σημείων (π.χ. θαυμάτων) που έχει δώσει ο Θεός για τον εν λόγω άνθρωπο.

Γνωρίζουμε π.χ. ότι κατά την εποχή των διωγμών των Χριστιανών η Εκκλησία μας ΔΕΝ αγιοποίησε κάποιον χριστιανό επειδή στο δρόμο προς τη μαρτυρική θανάτωσή του από ειδωλολάτρες θύμωσε και έσκισε μια ανακοίνωση κατά των χριστιανών! Γιατί αποφάνθηκε έτσι η Εκκλησία; Μα γιατί απλούστατα η Αγιότητα ως εσωτερική κατάσταση ενώσεως με τον Θεό, χαρακτηρίζεται από πραότητα (όχι όμως και παθητικότητα!), ειρήνη, αγάπη (ακόμα και προς τους βασανιστές). Και προφανώς απέχει πολύ από τον ανεξέλεγκτο θυμό.

Παρ’ όλα αυτά λοιπόν, και για όσους φίλους ίσως δεν έχουν βίωμα Εκκλησίας, στα λατρευτικά κείμενα διασώζονται οι δύο (επόμενοι) κύριοι λόγοι πάνω στους οποίους θεμελιώθηκε η αναγνώριση της αγιότητας του Μ. Κωνσταντίνου:

2. Η Χριστοφάνεια του Μ. Κωνσταντίνου. Δηλαδή η εμφάνιση σε αυτόν του Ιησού Χριστού προ της κρίσιμης μάχης και η ύψωση του λαβάρου του Σταυρού κατά την υπόδειξή του. Όπως αναφέρεται και στο απολυτίκιό του (τον βασικό ύμνο για κάθε Άγιο), πρόκειται για το όραμα πριν από τη μάχη στη Μιλβία γέφυρα, στην κλήση χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση (όπως στην περίπτωση του αποστόλου «των εθνών», Παύλο – να ένας λόγος για τον οποίο ο Κωνσταντίνος ονομάζεται ισαποστόλος) και δευτερευόντως στην ίδρυση μιας Χριστιανικής πρωτεύουσας, που ιδεατά εικονίζεται να προσφέρει ο Κωνσταντίνος ως κτήτορας στον Χριστό.

3. Η μυρόβλυση. Το σκήνωμα του Κωνσταντίνου μετά τον θάνατό του ανέβλυσε ευώδες μύρο.

4. Έγινε αιτία σωτηρίας εκατομμυρίων ανθρώπων, όταν σταμάτησε τους διωγμούς αιώνων, που υπέστησαν οι Χριστιανοί από τους προκατόχους του ειδωλολάτρες αυτοκράτορες. Και με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο έσωσε εκατομμύρια ζωές ανθρώπων που διαφορετικά θα είχαν πεθάνει από το βάναυσο χέρι ειδωλολατρών. Μπορούσαν επίσης ευκολότερα, περισσότεροι άνθρωποι να γνωρίσουν τον Χριστό, και να οδηγηθεί μια ολόκληρη αυτοκρατορία, στη Χριστιανική αλήθεια και τη σωτηρία του λαού της. Αυτός είναι επίσης και άλλος ένας λόγος, που οι Χριστιανοί του έδωσαν την επωνυμία του ισαποστόλου. Επειδή έκανε όσα και οι απόστολοι σε πλήθος σεσωσμένων.

Γ. Οι αληθινές αιτίες των συκοφαντιών

Βεβαίως αυτός είναι ο αληθινός λόγος που οι Νεοειδωλολάτρες μισούν τόσο τον άγιο Κωνσταντίνο. Το ότι έσωσε τους Χριστιανούς από τους διωγμούς, και το ότι έτσι ο Χριστιανισμός συνέχισε να αυξάνει πλέον ελεύθερα, μέχρι που κατέκτησε τις καρδιές όλων των κατοίκων της αυτοκρατορίας.

Επίσης τρεις είναι οι αληθινοί λόγοι που τον κατηγορούν οι Προτεστάντες.

1. Για το ότι συνέβαλε στη σύγκλιση της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Και ο Προτεσταντισμός θέλει όσο μπορεί, να αρνηθεί το κύρος των Οικουμενικών Συνόδων, γιατί οι Σύνοδοι αυτοί, αποδεικνύουν τη συνέχεια της Εκκλησίας και το κύρος της στη διατύπωση δογμάτων. Και όταν φαίνεται η ιστορική συνέχεια της Εκκλησίας, ο Προτεσταντισμός απογυμνώνεται για την αυθαιρεσία του, και αποδεικνύεται ως μια αίρεση χωρίς αποστολική προέλευση.

2. Ψάχνουν επίσης αφορμές, για να θίξουν την αξιοπιστία των αναγνωρίσεων αγίων από την Εκκλησία. Γιατί αν πείσουν ότι τουλάχιστον ένας άγιος δεν ήταν άγιος, θέτουν υπό αμφισβήτηση όλους τους αγίους της Εκκλησίας.

3. Ψάχνουν στο πρόσωπο του αγίου Κωνσταντίνου άλλοθι, για την αιρετική και αντιχριστιανική τους άποψη, ότι δήθεν η Εκκλησία στις ημέρες του αγίου Κωνσταντίνου «αποστάτησε«, και ότι έτσι αυτοί δήθεν προέβησαν στην ανασύστασή της, και την κάθαρσή της!

Όμως αυτοί οι ίδιοι Προτεστάντες, που συκοφαντούν και δεν δέχονται τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ως άγιο, αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τον βασιλιά Δαβίδ ως Προφήτη γεμάτο με Άγιο Πνεύμα. Και ενώ δεν δέχονται τον άγιο Κωνσταντίνο, που έκανε τα εγκλήματά του ως αμετανόητος ειδωλολάτρης, και που μετά τη βάπτισή του δεν αμάρτησε ξανά, δέχονται τον Δαβίδ, ο οποίος έκανε τα δικά του εγκλήματα, ΑΝ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΠΡΟΦΗΤΗΣ, αν και γνώριζε το νόμο του Θεού.

Ναι, θα μας μιλήσουν για τη μετάνοια του Δαβίδ. Γιατί ο Δαβίδ αν και προφήτης έπεσε, αλλά μετάνιωσε πικρά, και συνήλθε από την πτώση του. Και δεχόμαστε κι εμείς τη μετάνοιά του, και τον αναγνωρίζουμε κι εμείς τον Δαβίδ ως προφήτη. Όμως αυτοί οι ίδιοι που δέχονται τη μετάνοια του πιστού εγκληματία Δαβίδ, αρνούνται τη μετάνοια του απίστου εγκληματία Κωνσταντίνου, που στο κάτω – κάτω, δεν είχε ακόμα βαπτισθεί Χριστιανός. Δεν είναι αυτό αντίφαση; Δεν είναι μεροληψία και απαράδεκτη κρίση εναντίον ενός ανθρώπου που τελείωσε τη ζωή του στη γη με πίστη και μετάνοια; Ενός ανθρώπου που έσωσε από το θάνατο και την ειδωλολατρία εκατομμύρια ανθρώπους;

Ελπίζουμε αυτά όλα να τα σκεφθούν σοβαρά οι Προτεστάντες που κατηγορούν τον άγιο Κωνσταντίνο, και να απέχουν από τη βλασφημία αυτή. Γιατί έτσι εξομοιώνονται και συμμαχούν με τους ειδωλολάτρες, που μισούν τη Χριστιανική πίστη!

Είθε και οι σημερινοί μας πολιτικοί ηγέτες να εμπνέονται από τα μεγάλα και σπουδαία έργα του Μ. Κωνσταντίνου, (για τα οποία στοχεύουμε να μιλήσουμε σε άλλο άρθρο), τα οποία θα αποκτούσαν ακόμα μεγαλύτερη σπουδαιότητα υπό το φως του βεβαρημένου παρελθόντος του και της έμπρακτης μετανοίας του, αν αυτό το παρελθόν ήταν αλήθεια. Όμως, ούτε οι συκοφαντίες αυτές εναντίον του είναι αληθινές

N. M.

Πηγή: https://www.oodegr.com