Ο άγιος Νεομάρτυς Μάρκος ο εν Χίω 5 Ιουνίου [1801]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟ: Ο Άγιος Νεομάρτυς Μάρκος καταγόταν από τη Σμύρνη. Ως γυρολόγος έμπορος εργαζόταν στην περιοχή του Κουσάντασι (Νέα Έφεσο) και απέναντι στη Χίο. Ήταν έγγαμος. Κάποια στιγμή, παρακινημένος από τον αδελφό του, πήγε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Έφεσο.

Εκεί έμπλεξε με κάποια γυναίκα χριστιανή, ονόματι Μαρία, και απατούσε τη σύζυγό του. Όμως, κάποιοι τον κατέδωσαν στον αγά της περιοχής και μια νύχτα συνελήφθη επ’ αυτοφώρω. Το πρωί, στο δικαστήριο, για να γλιτώσουν τη διαπόμπευση και τη σχετική ποινή, εξώμοσαν και οι δύο. Ο Μάρκος, αφού περιετμήθη, υιοθετήθηκε από τον ίδιο τον αγά, ενώ η Μαρία μπήκε στο χαρέμι του. Αργότερα την άφησε ελεύθερη να ζει σε δικό της σπίτι, δίνοντάς της και μισθό.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΦΥΓΗ: Ο Μάρκος, ως γιος του αγά, εξωτερικά συμπεριφερόταν σκληρά στους Χριστιανούς, ωστόσο ο έλεγχος της συνειδήσεώς του δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Έτσι κατέφυγε σε έναν έμπειρο πνευματικό να εξομολογηθεί. 

Ο πνευματικός αρχικά δεν τον δέχθηκε φοβούμενος μήπως ο “γιος” του αγά υποκρινόταν, αλλά τα δάκρυα και η επιμονή του Μάρκου τον έπεισαν. Στον ίδιο πνευματικό πήγαινε και η Μαρία. Και οι δύο ήθελαν οπωσδήποτε να φύγουν από τη Ν. Έφεσο και παρακαλούσαν τον πνευματικό να τους βοηθήσει. Είχαν περάσει ήδη εννιά μήνες από την εξώμοσή τους. Αυτός συμβούλευσε τη γυναίκα να υποκριθεί την άρρωστη. Ο γιατρός που την «εξέτασε», φίλος του πνευματικού, αποφάνθηκε πως μόνο στη Σμύρνη θα θεραπευόταν. Ο αγάς επέτρεψε να αναχωρήσει η Μαρία με τη συνοδεία του Μάρκου.

ΦΥΓΑΔΕΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ: Ο αγάς όμως γρήγορα αντελήφθη την εξαπάτηση και έστειλε μήνυμα στον πασά της Σμύρνης να τους συλλάβει. Ο Μάρκος τότε βρήκε ένα καράβι που αναχωρούσε για την Τεργέστη και παίρνοντας τη Μαρία έφυγαν. Από κάποια εμπόδια αναγκάστηκαν όμως να αποβιβαστούν στη Βενετία. Εκεί, αφού χρίσθηκαν με άγιο Μύρο, επανεντάχθηκαν στην Εκκλησία, ευλογήθηκε ο γάμος τους (πιθανότατα είχε πεθάνει η νόμιμη σύζυγός του ή ίσως είχε επέλθει η διάζευξη των συζύγων) και ζούσαν με μετάνοια και συντριβή.

ΠΙΣΩ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ: Αργότερα όμως, επειδή δεν μπορούσε ο άγιος να ησυχάσει, εξ αιτίας της άρνησής του, περιπλανήθηκε με την οικογένειά του μέχρι και τη Ρωσία. Τελικά επέστρεψε στις τουρκοκρατούμενες περιοχές και εξομολογήθηκε σε πολλούς πνευματικούς, ακόμη και Μητροπολίτες, τον σφοδρό πόθο του να μαρτυρήσει. Όλοι, όμως, προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν, τονίζοντάς του πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για τον ίδιο και τους άλλους χριστιανούς αλλά και ότι μπορεί να σωθεί απλώς και με την μετάνοια. Ο θερμότατος όμως πόθος του για ομολογία τον οδήγησε στη Ν. Έφεσο, όπου και είχε αρνηθεί τον Χριστό. Ο πνευματικός του ωστόσο δεν του έδωσε ευλογία να μαρτυρήσει εκεί, επειδή οι Τούρκοι ήσαν εξαγριωμένοι εξαιτίας του προσφάτου μαρτυρίου του αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου (5 Απριλίου του ιδίου έτους) και της καινούργιας εκκλησίας που χτιζόταν.

ΑΥΤΟΒΟΥΛΩΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Έτσι ο Μάρκος έφυγε και πήγε στη Χίο, όπου ύστερα από έντονη πνευματική προετοιμασία παρουσιάστηκε στον αγά. Στην ερώτηση του αγά τι θέλει στο δικαστήριο απάντησε: “Εγώ ήμουν Χριστιανός και ονομάζομαι Μάρκος. Κατάγομαι από τη Θεσσαλονίκη και γεννήθηκα στη Σμύρνη από γονείς χριστιανούς”. Στη συνέχεια ο άγιος ομολόγησε την αγία πίστη του και αποκήρυξε το Ισλάμ. Έβγαλε από το στήθος ένα σταυρό και τον φίλησε, πέταξε κάτω το σαρίκι του και φόρεσε ένα αγιορείτικο σκουφί. Ο αγάς με έκπληξη τον ρώτησε: “Είσαι τρελός ή μεθυσμένος, άνθρωπε”; “Ούτε τρελός ούτε μεθυσμένος είμαι”, απάντησε ο άγιος. Και στις κολακείες του αγά, που ακολούθησαν, το μόνο που έλεγε ήταν ότι είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του για τον Χριστό.

ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ: Τον έκλεισαν στη φυλακή και του έβαλαν τα πόδια στο “τουμπρούκι”, το τιμωρητικό ξύλο. Ο άγιος είχε τόση κατάνυξη που έψαλλε συνεχώς μελωδικότατα ύμνους. Ο Σούμπασης (αστυνόμος) από κακία μπήκε στο κελί και άνοιξε τέρμα το τιμωρητικό ξύλο, ώστε τα πόδια του αγίου ν’ ανοίξουν τόσο, όσο δεν γινόταν άλλο, προκαλώντας του αφόρητο πόνο. Ύστερα άρχισε να τον κλωτσάει, όπου εύρισκε, με αποτέλεσμα ο άγιος να αιμορραγεί από το στόμα. Παρόλ’ αυτά ευχαριστούσε συνέχεια τον Θεό για τα παθήματά του. Κάποιοι χριστιανοί κατόρθωσαν να μπουν στη φυλακή και να ενισχύσουν τον μάρτυρα. Αυτοί διηγήθηκαν και τον αγώνα του.

Μέσα στη φυλακή είχε πολλές αποκαλύψεις που τον στερέωσαν πνευματικά, ώστε να τελειώσει το μαρτυρικό του στάδιο. Επίσης η τοπική εκκλησία φρόντιζε να κοινωνεί ο άγιος τακτικά μέσα στη φυλακή το σώμα και το αίμα του Χριστού. Ακολούθησε η δεύτερη εξέταση, πότε με υποσχέσεις, πότε με απειλές. Ο άγιος σταθερά επέμενε στην πίστη του προκαλώντας και τους Μωαμεθανούς να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε όρμησαν όλοι και τον έσπρωχναν με λύσσα και τον χτυπούσαν τόσο που τον γκρέμισαν από τη σκάλα. Σ’ όλο το δρόμο για τη φυλακή ο σούμπασης και οι άλλοι τον ράβδιζαν και στη φυλακή τόσο πολύ άνοιξαν το ξύλο, ώστε κυριολεκτικά διαλύθηκαν τα πόδια του. Κι ο άγιος συνεχώς έψελνε και έλεγε: “Κύριε, δέξου με, εμένα, τον αρνητή Σου!”

ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ: Πολλοί χριστιανοί, από την πρώτη μέρα που συνελήφθη και βασανιζόταν ο άγιος άρχισαν αυστηρή νηστεία, ενώ αδιαλείπτως προσεύχονταν. Όλοι οι ναοί λειτουργούσαν κάθε μέρα και έψαλλαν συνέχεια την παράκληση όχι μόνο εκεί, αλλά ακόμη και στα σπίτια, θέλοντας να ενισχύσουν τον μάρτυρα. Ο ίδιος ο άγιος παρακαλούσε τους Χριστιανούς να προσεύχονται και να μη λυπούνται γι’ αυτόν. “Αύριο γίνεται ο γάμος μου”, έλεγε χαρακτηριστικά, “να χαίρεστε όχι να λυπάστε και να κλαίτε”. Ο ίδιος προείδε τον θάνατό του και ζήτησε συγχώρεση απ’ όλους, ενώ έστειλε τις ευχαριστίες του σ’ όσους του συμπαραστάθηκαν και τα σέβη του στους ιερωμένους.

ΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Τον έβγαλαν τέλος από τη φυλακή και, δέρνοντας, σπρώχνοντας και βρίζοντας, τον έφεραν στο δικαστήριο. Ήταν μαζεμένοι όλοι οι αγάδες και ο Μουφτής. Μετά την τρίτη ομολογία του, στις 5 Ιουνίου 1801, καταδικάστηκε στον δια ξίφους θάνατο. Βγήκε από το δικαστήριο καταχαρούμενος, το πρόσωπό του, λέγανε οι παριστάμενοι, έλαμπε. Και, παρόλο που τα πόδια του ήταν τσακισμένα και είχε δεμένα τα χέρια, κυριολεκτικά έτρεχε προς τον τόπο της εκτέλεσης σαν να μην πατούσε στη γη. Οι φύλακες έλεγαν μάλιστα ότι “οι δαίμονες τον πήγαιναν σηκωτόν στον αέρα[!]”, τόσο πολύ αναγκάζονταν να τρέχουν μαζί του.

Ο διοικητής και οι φύλακες με τα ξύλα στα χέρια αγωνίζονταν να συγκρατήσουν το πλήθος που μαζεύονταν για να δουν την άθληση του μάρτυρα. Όταν έφθασαν στον συνηθισμένο τόπο ο άγιος με χαρά γονάτισε μόνος του και είπε στον δήμιο: “Έλα, κτύπα!” Ο δήμιος, ίσως από αδεξιότητα, δεν κατάφερε με μια σπαθιά να τον αποκεφαλίσει και όχι μόνο αυτό αλλά του έφυγε και το σπαθί από τα χέρια. Ο άγιος έπεσε κάτω μαζεμένος, ακίνητος, χωρίς να ταράσσεται, η να φωνάζει. Ο δήμιος άρπαξε το σπαθί και με πολλά και γρήγορα χτυπήματα τον αποκεφάλισε. Οι Χριστιανοί δόξαζαν τον Θεό. Πολλοί έτρεξαν στις εκκλησίες, όπου εξέφραζαν τη χαρά τους ψάλλοντας ύμνους για το μάρτυρα. Όλοι με ασυγκράτητη ορμή χωρίς να υπολογίζουν χρήματα ζητούσαν ν’ αποκτήσουν ως ευλογία κάτι από τον μάρτυρα. Ακόμη και χώμα βρεγμένο με το αίμα του η κομμάτι από τα ρούχα του. Το άγιο λείψανο, που ευωδίαζε, κατόρθωσαν οι Χριστιανοί να το πάρουν και να το ενταφιάσουν δωροδοκώντας τους Αγαρηνούς με πολλά χρήματα.

Άγιε Μάρτυρα του Κυρίου Μάρκο, ας έχουμε την ευχή σου!

Πηγή: http://aktines.blogspot.com

Οι χιλιάδες νεομάρτυρες της Εκκλησίας των Κατακομβών στη Ρωσία

Αντώνιος Μάρκου

«Στην εποχή του σοβιετοποιημένου Πατριαρχείου, ο πιστός που ήθελε να κρατήσει την ελευθερία του στον τομέα της θρησκείας ήταν υποχρεωμένος να δραστηριοποιηθεί “παράνομα” στο σπίτι του» τονίζει ο θεολόγος, φιλόλογος Αντώνιος Μάρκου

Η Ρωσική Εκκλησία των Κατακομβών ήταν η παράνομη για το αθεϊστικό καθεστώς εκκλησιαστική δραστηριότητα στην Σοβιετική Ένωση, από την Επανάσταση του 1917 μέχρι την πτώση του, το 1989.

Όταν λέμε Εκκλησία των Κατακομβών, δεν εννοούμε κατακόμβες ρωμαϊκού τύπου, υπόγειες δηλαδή στοές, στις οποίες οι Χριστιανοί συγκεντρώνονταν για να τελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και να θάψουν τους νεκρούς τους. Το σοβιετικό καθεστώς ήταν εξ ορισμού αθεϊστικό και η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετώπιζε έναν διωγμό, με σκοπό την φυσική Της εξόντωση και την αντικατάστασή Της με ένα νέο «εκκλησιαστικό» μόρφωμα, δημιούργημα του καθεστώτος, στην υπηρεσία του καθεστώτος. Ο κ. Αντώνιος Μάρκου, θεολόγος, φιλόλογος και συγγραφέας. γνωρίζοντας τη Ρωσική γλώσσα έχει ερευνήσει επί χρόνια για την Εκκλησία των κατακομβών αλλά και για τους χιλιάδες νεομάρτυρες της.

Πώς ζούσε την πνευματική και εκκλησιαστική ζωή εκείνη την εποχή ο πιστός που είχε συνείδηση;

Στην εποχή του σοβιετοποιημένου Πατριαρχείου, ο πιστός πού ήθελε να κρατήσει την ελευθερία του στον τομέα της θρησκείας και της λατρείας, ήταν υποχρεωμένος να δραστηριοποιηθεί «παράνομα» στο σπίτι του. Οπότε, ο όρος που εκφράζει περισσότερο την Εκκλησία των Κατακομβών, είναι η «κατ΄ οίκον εκκλησία» του Αποστόλου Παύλου.

Σ΄ αυτή λοιπόν την «κατ΄ οίκον εκκλησία», γίνονταν η θρησκευτική διδασκαλία/κατήχηση των παιδιών, η ατομική και κοινή προσευχή, μυστικές Λειτουργίες από περιοδεύοντες μυστικούς Ιερείς και η τέλεση Μυστηρίων γάμων και βαπτίσεων. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που γράφει στα απομνημονεύματά του ο τελευταίος Σοβιετικός Ηγέτης, ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, ότι τον είχε βαπτίσει κρυφά η γιαγιά του στο σπίτι, σε μία πλαστική λεκάνη!

Οι ιερείς βίωναν διωγμό

Η Εκκλησία των Κατακομβών εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο ήδη από το 1917. Όταν μία εκκλησία έκλεινε και στη συνέχεια άλλαζε χρήση ή καταστρέφονταν, ο εφημέριος έπρεπε να βρει μία εργασία για να ζήσει αυτός και η οικογένειά του. Ο Ιερέας όμως και χωρίς ράσα παρέμενε Ιερέας και κάτω από το κάλυμμα του ταχυδρομικού ή σιδηροδρομικού υπαλλήλου ή ενός ηλεκτρολόγου δρούσε σαν Ιερέας, εξυπηρετώντας μυστηριακά τους πιστούς που του το ζητούσαν.

Με αυτόν τον τρόπο τα μυστήρια της εκκλησίας θα ήταν απρόσιτα στους ορθοδόξους.

Ακριβώς. Γι αυτό οι πιστοί επινοούσαν τρόπους για να λάβουν την ευλογία της Εκκλησίας, στις κορυφαίες στιγμές της ζωής τους. Έκαναν μεν πολιτικό γάμο για να είναι νόμιμοι απέναντι στην Πολιτεία, έστελναν όμως τις βέρες τους να ευλογηθούν από έναν Ιερέα, ο οποίος ιερολογούσε τον Γάμο στις…βέρες! Τελούσαν την πολιτική κηδεία, αλλά έστελναν λίγο χώμα από τον τάφο για να διαβάσει εκεί ο Ιερέας την θρησκευτική κηδεία και μετά το έριχναν στο τάφο.

Εφόσον το σύνολο σχεδόν των μοναστηριών έκλεισε, τι απέγιναν οι μοναχοί και όσοι είχαν κλήση για τον μοναχισμό;

Οι πιστοί που ήθελαν να μονάσουν, δέχονταν μυστικά μοναχική κουρά και δραστηριοποιούνταν στα νοσοκομεία σαν γιατροί και νοσηλευτές ή έφευγαν στα δάση και τα βουνά, κάτι που το καθεστώς ήξερε ότι συμβαίνει και όταν το ανακάλυπτε ξεσπούσε πάνω σε αυτούς τους μυστικούς μοναχούς με ιδιαίτερη μανία. Λ.χ. την 26η Οκτωβρίου 1930 εκτελέστηκαν 21 μοναχοί του Νέου Άθωνα στο Σουχούμι, όπου είχαν ιδρύσει μυστικό μοναστήρι στα απάτητα βουνά του Καυκάσου.

Σταδιακά, αυτή η παράνομη για το καθεστώς εκκλησιαστική δραστηριότητα, μπήκε στον Σοβιετικό Ποινικό Κώδικα (συνήθως χαρακτηρίζονται σαν φιλομοναρχική δραστηριότητα) και αντιμετωπίζονταν με συλλήψεις, εξορίες, εκτοπίσεις σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως και εκτελέσεις. Αργότερα δε και με εγκλεισμό σε ψυχιατρικές κλινικές, διότι το καθεστώς έπρεπε να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι πιστοί ήταν αντικοινωνικά στοιχεία, επικίνδυνα για την κοινωνία.

Στρατόπεδο Σολόβκι, το μοναστήρι κολαστήριο των ορθοδόξων πιστών

Είναι γνωστό ότι οι τρεις αιώνες των Ρωμαϊκών διωγμών έδωσαν στην Εκκλησία περίπου 11.000.000 γνωστούς Μάρτυρες! Αυτό που δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό είναι ότι, στα 70 χρόνια του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού στην τέως Σοβιετική Ένωση, υπήρξαν περίπου 20.000.000 θύματα που θανατώθηκαν για την πίστη τους στον Χριστό! Πρόκειται για τους Ρώσους Νεομάρτυρες. Τι βρίσκουμε στην βιβλιογραφία γι’ αυτούς;

Ο Ρώσος Θεολόγος και Μοναχός Επιφάνιος Τσέρνωφ, ενδεχομένως μυστικός Επίσκοπος, που κοιμήθηκε στα 1994, γράφει χαρακτηριστικά: Ποτάμια, θάλασσες καί λίμνες οἱ τάφοι τῶν ἀνωνύμων Μαρτύρων. Η βιβλιογραφία είναι εκτεταμένη και εξαιρετικά ακριβής. Μετά την πτώση του καθεστώτος άνοιξαν αρχεία (της Μυστικής Αστυνομίας KGB, των Δήμων και διαφόρων κρατικών υπηρεσιών), από τα οποία προέκυψαν συγκλονιστικοί αριθμοί διώξεων, εξοριών, εκτοπίσεων και εκτελέσεων Σοβιετικών πολιτών, λόγω της θρησκευτικής τους πίστης. Από τις Αρχές της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών ανακοινώθηκε ότι θανατώθηκαν (για διάφορους λόγους) περίπου 80 εκατομμύρια άνθρωποι! Στο Μπούτοβο της Μόσχας λ.χ. μόνο κατά την περίοδο 8.8.37 – 19.12.38 εκτελέστηκαν 20.764 άνθρωποι, από τους οποίους οι 430 ήταν εκκλησιαστικοί.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Στρατοπέδου Σολόβκι στη Λευκή Θάλασσα. Επρόκειτο για μοναστήρι που ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα από τους Οσίους Γερμανό και Σαββάτιο. Κατά την Επανάσταση το μοναστήρι μετατράπηκε σε κολαστήριο, όπου το καθεστώς έστελνε τους επικίνδυνους γι΄ αυτό Ορθοδόξους πιστούς, κυρίως κληρικούς. Χιλιάδες κρατούμενοι έζησαν εκεί, στοιβαγμένοι στα κατεστραμμένα κτίρια της μονής και σε άθλιες παράγκες, ντυμένοι με κουρέλια, υποχρεωμένοι να εργάζονται πολλές ώρες στους -25 βαθμούς και με ανεπαρκή τροφή. Το 1927 οι κρατούμενοι Επίσκοποι στο Σολόβκι ήταν 80.

Η Ρωσίδα διανοήτρια Τατιάνα Γκορίτσεβα γράφει σχετικά: Η ώρα του μαρτυρίου ήταν για την Ρωσική Εκκλησία η καλύτερη ώρα, η ώρα της ανθήσεως. Η Εκκλησία που εξωτερικά δεν είχε σχεδόν καμία δύναμη, έγινε εσωτερικά τόσο δυνατή, τόσο καθαρή, που τώρα είναι πραγματικά Εκκλησία. Δεν είναι οργανισμός, δεν είναι ίδρυμα. Είναι το Σώμα του Χριστού που υποφέρει, που σταυρώθηκε και αναστήθηκε.

Περιπτώσεις ανείπωτης φρίκης και βασανιστηρίων

Περιγράψτε μας κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις Νεομαρτύρων.

Μόνο το 1918· ο Επίσκοπος Ισίδωρος του Μιχαήλωφ ψήθηκε στη σχάρα, σαν τον Αρχιδιάκονο της Ρώμης άγιο Λαυρέντιο· ο Αρχιεπίσκοπος Ιωακείμ του Νίζνι Νόβγκοροντ, μαρτύρησε κρεμασμένος ανάποδα, στην Ωραία Πύλη του Μητροπολιτικού Ναού της Σεβαστουπόλεως· ο Ιερέας Κωνσταντίνος του Κιρζεμάνι, σταυρώθηκε στην πόρτα της εκκλησίας του (το 1992 το λείψανο του Ιερομάρτυρα βρέθηκε άφθαρτο)· ο Ιερέας Γρηγόριος Δημητριέφσκυ αποκεφαλίστηκε στο Σμολένσκ, αφού προηγουμένως του έκοψαν τα αυτιά και την μύτη· ο Ιερέας Θεόδωρος Βογκογιαλένσκυ τελειώθηκε θαμμένος ζωντανός, με το κεφάλι προς τα κάτω, στην περιφέρεια του Τομπόλσκ· ο Ιερέας Τιμόθεος Στρελκώφ αποκεφαλίστηκε, αναστήθηκε θαυματουργικά, έζησε κρυπτόμενος 12 χρόνια, για να εκτελεστεί το 1930· ο Ιερέας Γαβριήλ Μοκώφσκυ διαμελίστηκε ζωντανός και όταν η Πρεσβυτέρα του προσπάθησε να μαζέψει τα κομμάτια του την εκτέλεσαν, αφού προηγουμένως της έκοψαν τα χέρια, τα πόδια και τους μαστούς!

Το 1922 εκτελέστηκαν 2.691 Κληρικοί, 1.922 Μοναχοί και Μοναχές και 3.447 μέλη λαϊκῶν Ἀδελφοτήτων (μεταξύ αυτών και ο Μητροπολίτης Βενιαμίν της Πετρουπόλεως), με αφορμή την αντίδραση κατά της δημεύσεως των ιερών σκευών.

Το 1930 ο Επίσκοπος Σέργιος του Μπουζουλούκ, μαζί με κάποιον Ηγούμενο, κλείστηκαν σε ένα άθλιο κελί, όπου φαγώθηκαν ζωντανοί από τους αρουραίους!

Το 1933 έκλεισε η Μονή αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Ριαζάν και περίπου 180 μοναχοί της οδηγήθηκαν στο παρακείμενο δάσος και αφέθηκαν να πεθάνουν από το κρύο!

Το 1934, ο Επίσκοπος Βίκτωρας της Βιάτκας, μετά από πολλές φυλακίσεις και εξορίες (ακόμη και στο Στρατόπεδο Σολόβκι), βρέθηκε νεκρός από το κρύο στην παγωμένη τάϊγκα. (Το 1997 το Λείψανό του ανακαλύφθηκε αδιάφθορο και σήμερα φυλάσσεται στη Μονή Αγίας Τριάδος Βιάτκας).

Το 1934 επίσης εκτελέστηκαν στο Ροστώφ 120 Ιερείς και Ιερομόναχοι.

Το 1990 στα υπόγεια του Ναού της Αγίας Σκέπης, στο Τερνοπόλ της Ουκρανίας, βρέθηκαν τα Λείψανα 150 θυμάτων της Μυστικής Αστυνομίας· ανάμεσά τους και τρείς Ιερείς, ντυμένοι με τα άμφιά τους. Ένας, γέροντας σήμερα, κάτοικος κατέθεσε, ότι μετέφερε ασβέστη στο ναό, μετά από διαταγή της Αστυνομίας, γιά να περιλουστοῦν τα πτώματα!

Η Λυδία της Ούφα

Η Νεομάρτυρας Λυδία της Ούφα (πόλεως της Σιβηρίας), ήταν υπάλληλος της Δασικής Υπηρεσίας και μέλος της Εκκλησίας των Κατακομβών. Το έγκλημά της κατά του καθεστώτος ήταν ότι στην γραφομηχανή του γραφείου της πληκτρολογούσε το Πάτερ ημών, το οποία μοίραζε σε όσους το ήθελαν. Όταν κάποια αντίγραφα έπεσαν στα χέρια της Μυστικής Αστυνομίας, ένας παρατηρητικός αστυνομικός πρόσεξε ότι το Κ στη γραφομηχανή που είχε πληκτρολογηθεί είχε μία σπασμένη άκρη. Άρχισε τότε ένας μεγάλος έλεγχος σε όλες τις γραφομηχανές της περιοχής και η επίμαχη βρέθηκε στο γραφείο της Λυδίας.

Η Λυδία ανακρίθηκε επί 10 ημέρες και υπέστη φοβερά ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια (μεταξύ άλλων τις έβγαλαν τις αρθρώσεις), για να αποκαλύψει άλλα μέλη των Κατακομβών, αλλά δεν «έσπασε». Τότε αποφάσισαν να τη βιάσουν ομαδικά και ζήτησαν τη βοήθεια του στρατιώτη Κύριλλου Ατάεφ, 23 ετών, αυτός όμως όταν είδε την κατάσταση της κοπέλας προσπάθησε να την υπερασπιστεί, με αποτέλεσμα να εκτελεστεί επί τόπου. Πέθανε ζητώντας από την Μάρτυρα «να τον πάρει μαζί της»! Αυτή η ομολογία Πίστεως ενός νέου που είχε μεγαλώσει μέσα στην Επανάσταση και γαλουχηθεί με τις αρχές της, προκάλεσε αμόκ στους βασανιστές και η Λυδία εκτελέστηκε επί τόπου. Αργότερα ένας από τους δράστες ομολόγησε το έγκλημα στο φίλο του Λοχία Αλέξιο Ικόνικωφ, ο οποίος μεταστράφηκε στην Πίστη και έγινε διαπρύσιος κήρυκας του μαρτυρίου της Λυδίας και του Κυρίλλου, με αποτέλεσμα να εκτελεστεί και ο ίδιος. Η μνήμη των Νεομαρτύρων τιμάται την 20η Ιουλίου.

Όταν βλέπουμε χριστιανούς να εξουθενώνονται από μαρτύρια καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για τις σπάνιες στιγμές στην ιστορία που εξισώνονται κάποιοι από εμάς, με τους αλιείς μαθητές του Χριστού και τότε ξέρουμε στα σίγουρα ότι συνεχίζεται η πορεία της Εκκλησίας με αυθεντικό τρόπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι την αγιότητα των Ρώσων Νεομαρτύρων διακήρυξε αρχικά η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς και τελικά και το ίδιο το Πατριαρχείο Μόσχας.

Πηγή: https://anastasiosk.blogspot.com

Ὅσιος Εὐμένιος Σαριδάκης

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΜΕΝΙΟΣ Ο ΚΡΗΣ, Ο ΕΝ ΕΣΧΑΤΟΙΣ ΧΡΟΝΟΙΣ ΔΙΑΛΑΜΨΑΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

«Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Ευμένιος (1931-1999) είχε πατρίδα την Εθιά της επαρχίας Μονοφατσίου, του Ηρακλείου Κρήτης. Πληγώθηκε από θείο έρωτα από την παιδική του ηλικία και ακολούθησε την καλογερική οδό στο Μοναστήρι του Μεγαλομάρτυρος Νικήτα που βρισκόταν κοντά στη γενέτειρά του. Κατά την κουρά του σε μοναχό ονομάστηκε Σωφρόνιος και κατά τη χειροτονία του σε ιερομόναχο, που τέλεσε ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος στη Μονή Καλυβιανής, ονομάστηκε Ευμένιος. Προσβλήθηκε από δαιμονικούς πειρασμούς και ήλθε στην ένδοξη Μονή του Κουδουμά, όπου και ελευθερώθηκε από την επήρεια του Πονηρού. Ασθένησε από λοιμώδη νόσο και γι’ αυτό ήλθε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων στην Αθήνα, το οποίο και ανέδειξε στίβο των ασκητικών του παλαισμάτων και καταφύγιο συμπαθείας όλων των ταλαιπωρουμένων και βαρέως ασθενούντων. Στο Νοσοκομείο των Λοιμωδών Νόσων περάτωσε τον Ναό των Αγίων Αναργύρων και υπηρέτησε με προθυμία τον όσιο Νικηφόρο (Τζανακάκη), τον τυφλό, λεπρό και παράλυτο. Διακόνησε όλους τους εμπερίστατους και βαριά όπως είπαμε ασθενείς και αναδείχθηκε πνευματικός πατέρας και καθοδηγητής προς σωτηρία πάρα πολλών χριστιανών Αθηναίων. Υπέμεινε αγόγγυστα, μιμούμενος τον Ιώβ, τις δικές του ασθένειες του σώματος και διακρίθηκε για την ταπείνωσή του, την πραότητα και τη συμπαθή αγάπη του προς κάθε ταλαιπωρημένο και αποκαμωμένο άνθρωπο. Κοιμήθηκε στην Αθήνα την 23η Μαΐου 1999, ενώ το χαριτόβρυτο σκήνωμά του εκτέθηκε προς προσκύνηση στον Ναό των Αγίων Αναργύρων του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων και δέχτηκε τον τελευταίο ασπασμό από άπειρο πλήθος που πενθούσαν. Πανδήμως κηδεύτηκε στην πατρώα του γη. Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν».

Μόλις στις 14 Απριλίου 2022, τον περασμένο μήνα δηλαδή, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου διεκήρυξε την αγιότητα του οσίου και θεοφόρου Πατρός Ευμενίου (Σαριδάκη), του Κρητός και Αθηναίου συνάμα, και τη σημερινή ημέρα 23 Μαΐου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του, η Εκκλησία τέλεσε για πρώτη φορά θεία λειτουργία επί τη μνήμη του. Δεν προκάλεσε καμία έκπληξη η ένταξη του πατρός αυτού στις δέλτους των αγίων. Αντιθέτως, όλοι την πρόσμεναν με βεβαιότητα, δεδομένου ότι ο νέος όσιος εκπλήρωνε όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αγιοποίηση ενός πιστού της Εκκλησίας:  ξεχωριστή αγιότητα βίου, χαρίσματα ιδιαίτερα όπως το διορατικό και προορατικό, επιτέλεση θαυματουργιών στο όνομα του Κυρίου Ιησού. Προφανώς, ο Κύριος θέλησε να έχει έναν ακόμη άγιο ενώπιον της αγάπης Του να πρεσβεύει υπέρ του σύμπαντος κόσμου και να δοξολογεί εν ταπεινώσει το άγιο όνομά Του. Κι αν το γεγονός τούτο αποτελεί χαρά και ευφροσύνη για όλη την Εκκλησία, ιδιαιτέρως χαίρει ο τόπος που τον γέννησε, η Κρήτη, και ο τόπος που φανέρωσε την αγιότητά του, η Αθήνα.

Δεν πρόκειται να επεκταθούμε πολύ καταθέτοντας τα χαρισματικά στοιχεία της ζωής του. Ο σπουδαίος και σοφός υμνογράφος της Εκκλησίας μας, κ. Χαράλαμπος Μπούσιας, ήδη συνέγραψε την ακολουθία του νέου οσίου, όπου εκεί κανείς μπορεί εύκολα να «πλατυνθεί» στο άρωμα της ζωής του, το μύρο του Κυρίου Ιησού και του αγίου Πνεύματος. Το μόνο που θα θέλαμε να σημειώσουμε είναι το γεγονός ότι αξιώθηκε ο νέος «χαμογελαστός» όσιος να μετάσχει στην αγιότητα ενός άλλου μεγάλου συγχρόνου και αυτού οσίου, που αποτελεί κόσμημα της ίδιας Κρητικής γης, αλλά εξίσου και της Αθήνας. Μιλάμε για τον πολύ Νικηφόρο τον Λεπρό, ο οποίος στάλθηκε στο Λοιμωδών από τον πνευματικό του πατέρα άγιο Άνθιμο της Χίου, διότι και εκείνου η λοιμώδης νόσος απαιτούσε εξειδικευμένη ιατρική αντιμετώπιση, και αυτή παρεχόταν κατεξοχήν στο συγκεκριμένο Νοσοκομείο. Σ’ αυτόν τον αγιασμένο τελικώς τόπο – αγιασμένο όχι μόνο από την παρουσία των νέων οσίων, Νικηφόρου και Ευμενίου, αλλά και από τον πόνο των πάμπολλων άλλων ασθενών – ο όσιος Ευμένιος γνώρισε τον Νικηφόρο και αξιώθηκε να τον διακονήσει μέχρι το τέλος της ζωής του, δεχόμενος και τη χάρη που του επιφύλαξε ο Κύριος, να μυροβολήσουν στη δική του παρουσία τα λείψανα του Νικηφόρου του λεπρού. Ο άγιος υμνογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Άγιασες το θεραπευτήριο των Λοιμωδών νόσων με τον καθαρό βίο σου, σοφέ Ευμένιε, και υπηρέτησες με θαυμαστό τρόπο σαν άγγελος τον θεϊκό Νικηφόρο. Τα τίμια λείψανα αυτού του αγίου τα ευωδίασε η θεία χάρη, φανερώνοντας ότι ο Κύριος μοιράζει τα βραβεία της ευαρεστήσεώς Του σε όλους» (στιχ. εσπ.).

Εκείνο που εκφράζει με συνοπτικό τρόπο την όλη βιοτή του οσίου Ευμενίου είναι και το δοξαστικό της Λιτής από την ακολουθία του. Ο ύμνος φανερώνει ότι ο όσιος υπήρξε στην εποχή μας ο αληθινός άνθρωπος, όπως θέλησε ο Δημιουργός να βγει από τα χέρια Του. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος, έχοντας βεβαίως τη φυσική κλίση προς την πονηρία όπως όλοι που ερχόμαστε στον κόσμο τούτο τον πεσμένο στην αμαρτία, αφότου βαπτίστηκε και δυναμώθηκε από τη χάρη του Κυρίου αγωνίστηκε να παραμείνει σταθερός στην καθαρότητα του βαπτίσματός του: να κρατήσει την αγιότητα ως φυσική πια κατάστασή του γιατί έγινε μέλος Χριστού. Τον Χριστό δηλαδή παιδιόθεν φανέρωνε η ζωή του και την προοπτική αυτή κράτησε με αιμάτινους αγώνες μέχρι το τέλος του. Γι’ αυτό βεβαίως και απολαμβάνει και αυτός μαζί με όλη τη χορεία των προηγουμένων αγίων τη Βασιλεία του Θεού.

«Ας τιμήσουμε τον νέο φωστήρα της Εκκλησίας Ευμένιο, ο οποίος αποξενώθηκε από κάθε υλική και εμπαθή σχέση και έγινε ίδιος με τους αγγέλους του Κυρίου. Αυτός δηλαδή με την επίμονη σκληρή άσκησή του διατήρησε άμεμπτη την εικόνα του Θεού μέσα του, τρέχοντας να Του μοιάσει κατά την εντολή Του. Και τώρα που παρίσταται στον θρόνο της τρισήλιας Θεότητας πρεσβεύει αδιάλειπτα υπέρ των ψυχών μας» («Τόν πάσης προσύλου σχέσεως ξενωθέντα καί οἰκειωθέντα τῶν ἀΰλων τάξεων τῷ Κυρίῳ, Ευμένιον, τόν νέον τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρα, τιμήσωμεν˙ οὗτος γάρ σκληραγωγίᾳ ἐπιμόνῳ ἄμεμπτον τό κατ’ εἰκόνα ἐτήρησε πρός τό καθ’ ὁμοίωσιν ἐπειγόμενος˙ καί νῦν τῆς τρισηλίου Θεότητος τῷ θρόνῳ παριστάμενος ἀδιαλείπτως πρεσβεύει ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν»).

Πηγή: http://aktines.blogspot.com

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΔΕΡΒΙΣΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Μια κατηγορία ενδόξων Νεομαρτύρων στα τετρακόσια μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς ήταν και αυτοί που είχαν αλλαξοπιστήσει και επανήρθαν στην Ορθοδοξία μας, επισφραγίζοντας με το μαρτύριό τους την επάνοδό τους στην αληθινή και σώζουσα πίστη της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Νεομάρτυς Αλέξανδρος ο Δερβίσης, ο οποίος όχι απλά εξισλαμίστηκε, αλλά και αναδείχτηκε υψηλός αξιωματούχος της ισλαμικής θρησκείας.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα μισά του 18ου αιώνα από Χριστιανούς γονείς. Διακρίνονταν από τα άλλα παιδιά της συνοικίας του για την ξεχωριστή ομορφιά του. Αλλά η ομορφιά των παιδιών δεν ήταν προσόν για τα χρόνια εκείνα. Οι βάρβαροι απολίτιστοι Οθωμανοί τα άρπαζαν από τις αγκαλιές των μητέρων τους. Τα μεν κορίτσια τα προόριζαν για τα χαρέμια των αγάδων τα δε αγόρια για το στράτευμα και τις κυβερνητικές θέσεις. Τα μεγάλωναν σε ειδικά κέντρα, και το πρώτο πράγμα που τους έκαναν ήταν ο εξισλαμισμός και η καλλιέργεια μίσους προς τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Το φοβερό τάγμα των Γενίτσαρων, για παράδειγμα, αποτελούνταν από παιδιά Χριστιανών οι οποίοι διέπρατταν τα φοβερότερα εγκλήματα και τις γενοκτονίες κατά των χριστιανικών πληθυσμών.

Κάποιος τούρκος είχε βάλει στο μάτι τον μικρό Αλέξανδρο και ήταν έτοιμος να τον αρπάξει. Το αντιλήφτηκαν οι γονείς του και τον φυγάδεψαν στη Σμύρνη. Αλλά και εκεί δε βρήκε ησυχία. Έφηβος πια, και για κάποιο άγνωστο λόγο, έμπλεξε με παρέες μουσουλμάνων, οι οποίοι τον παρέσυραν και απαρνήθηκε την πίστη του και ασπάστηκε το Ισλάμ. Μπήκε μάλιστα και στην υπηρεσία κάποιου αγά. Ήταν δε τέτοια η πίστη του και η προσήλωσή του στη μουσουλμανική θρησκεία ώστε κατόρθωσε να ανεβεί στην «ιερατική» ιεραρχία και να γίνει δερβίσης, δηλαδή άγαμος ιεροκήρυκας του Ισλάμ της πόλεως της Σμύρνης και των γύρω περιοχών. Είχε δε τόσο ζήλο, ώστε περιόδευε στις διάφορες πόλεις και τα χωριά της Μ. Ασίας για να διαδώσει την πίστη στον Αλλάχ και στον προφήτη του τον Μωάμεθ. Απόκτησε δύναμη, δόξα και χρήματα και έγινε ξακουστός. Κάνοντας μεγάλες περιοδείες, έφτασε ως τη Μέκκα, της Αραβίας, όπου προσκύνησε τον «ιερό λίθο» των Μουσουλμάνων.

Πέρασαν αρκετά χρόνια υπηρετώντας με συνέπεια την ισλαμική θρησκεία ως δερβίσης. Κάποια εποχή όμως άρχισε να αισθάνεται μια περίεργη αδιαφορία για την αποστολή του. Η μουσουλμανική πίστη δεν του προξενούσε πια ορμητικότητα, για να διδάξει με ζήλο και φανατισμό τα διδάγματα του Κορανίου και τις αρχές του ισλαμισμού. Λίγο καιρό μετά άρχισε να νοιώθει μια ψυχική ανησυχία και να αισθάνεται τύψεις, που άφησε την πίστη των πατέρων του, αλλαξοπίστησε και τούρκεψε για το εφήμερο συμφέρον του. Με τον καιρό θέριεψε μέσα του ο έλεγχος της συνείδησής του και πήρε τη μεγάλη απόφαση, όχι απλά να απαρνηθεί το Ισλάμ, αλλά και να ξεπληρώσει με το αίμα του αυτή τη μεγάλη αμαρτία.

Δεν απαρνήθηκε αρχικά φανερά το Ισλάμ, αλλά συνέχισε να διδάσκει ως δερβίσης, προκειμένου να φανερώσει εκ των έσω τις πλάνες της μουσουλμανικής θρησκείας. Καταφέρονταν με ασυνήθιστη αυστηρότητα στους μουσουλμάνους, τους οποίους ήλεγχε για τις παρανομίες, τις αδικίες, την ανηθικότητά τους και προπαντός για τη συμπεριφορά τους κατά των υπόδουλων Χριστιανών. Πολλές φορές προσποιούταν τον τρελό και καταφέρονταν κατά των αρχών του μουσουλμανισμού, φανερώνοντας τα άτοπά του. Οι μουσουλμάνοι δε μπορούσαν να εξηγήσουν αυτή την αλλαγή του. Στην Αίγυπτο μάλιστα κάποιοι φανατικοί μουσουλμάνοι παραλίγο να τον φονεύσουν για τον έλεγχο που τους έκανε.

Για δεκαοκτώ χρόνια προσποιούταν τον δερβίση και έλεγχε τους μουσουλμάνους και κριτικάροντας την πίστη τους, ζώντας ο ίδιος ως κρυπτοχριστιανός, έχοντας τον πνευματικό του και χωρίς να πληρώνεται ως δερβίσης. Συναναστρέφονταν περισσότερο με Χριστιανούς, παρά με μουσουλμάνους και αυτό έβαζε σε υποψίες κάποιους τούρκους.

Περνώντας κάποτε από τη Χίο στη Σμύρνη ένοιωσε την χάρη του Θεού στην ψυχή του και κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα να φανερώσει την πίστη του στο Χριστό. Ήταν παραμονές της Πεντηκοστής, όταν πήρε την απόφαση να παρουσιαστεί στον τούρκο κατή, στον οποίο παρουσιάστηκε και ομολόγησε: «Γεννήθηκα Χριστιανός. Κάποτε από ανοησία μου αρνήθηκα την πίστη μου και έγινα τούρκος. Τώρα κατάλαβα το μεγάλο λάθος μου και ήρθα να σας γνωρίσω ότι αρνούμαι το Ισλάμ και ξαναγίνομαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να πεθάνω. Είμαι έτοιμος να χύσω ακόμα και το αίμα μου για τον Χριστό μου»

Ο κατής και οι παριστάμενοι ξαφνιάστηκαν  από την ομολογία του ξακουστού δερβίση να απαρνιέται το Ισλάμ. Νόμισαν ότι τρελάθηκε. Στην αρχή άρχισαν να τον νουθετούν και να του τάζουν μεγαλύτερα αξιώματα αν ανακαλέσει την απόφασή του να γίνει Χριστιανός. Όμως ο Αλέξανδρος όταν χαρακτήρισε το Ισλάμ ψεύτικη θρησκεία και διαπίστωσαν ότι ήταν μάταιες οι κολακείες τους, άρχισαν να χρησιμοποιούν απειλές και βία. Τον ξυλοκόπησαν και τον έριξαν στη φυλακή, νομίζοντας ότι ήταν μεθυσμένος, ώσπου να ξεμεθύσει! Αλλά και την επομένη ημέρα ο Αλέξανδρος ανακρίθηκε, αλλά έμεινε αμετάπειστος, ομολογώντας την πίστη του στον Τριαδικό Θεό, κάνοντας μάλιστα και το σημείο του σταυρού, μπροστά στον τούρκο κριτή. Γι’ αυτό έβγαλε την απόφασή του: θάνατος δια αποκεφαλισμού!

Ήταν Παρασκευή πριν την Πεντηκοστή. Οδηγήθηκε στον τόπο της εκτελέσεως, με δεμένα τα χέρια του. Προσπαθούν για ύστατη φορά ιμάμηδες και χοτζάδες να τον μεταπείσουν, αλλά εκείνος αποκρινόταν με όση δύναμη είχε: «Χριστιανός είμαι και Χριστιανός ν’ αποθάνω»! Όταν έφτασαν στο σημείο της εκτελέσεως ο δήμιος έδειχνε για πολλή ώρα το σπαθί του στον Μάρτυρα, για να τον φοβίσει. Εκείνος σκυμμένος περίμενε την ευλογημένη ώρα που θα πετούσε η ψυχή του στα ουράνια. Τελικά το κοφτερό σπαθί έκοψε την τιμημένη κεφαλή του στις 26 Μαΐου του έτους 1794. Η μνήμη του τιμάται στις 26 Μαΐου, ημέρα του μαρτυρίου του.

Πηγή: http://aktines.blogspot.com

Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος εκ Μετσόβου

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ. Θεολόγου – Καθηγητού

Η Ηπειρώτικη γη, όπως και ολόκληρη η Ελλάδα και η Βαλκανική, ανάδειξε πολλούς Νεομάρτυρες στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας. 

Στις τραχιές και απομονωμένες ηπειρώτικες περιοχές οι Ορθόδοξοι Έλληνες καλλιέργησαν και κράτησαν το θησαυρό της αληθινής μας πίστεως στο Χριστό και έδωσαν την μαρτυρία τους, όταν χρειάστηκε, μη λογαριάζοντας το κόστος της ομολογίας τους, το οποίο συχνά άγγιζε και αυτή τη ζωή τους. Ένας από τους καλλίνικους ηπειρώτες Νεομάρτυρες υπήρξε και ο άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος εκ Μετσόβου, ένας ηρωικός και γενναίος αθλητής του Χριστού.

      Γεννήθηκε στο Μέτσοβο στις αρχές του 17ου αιώνα. Το επώνυμό του ήταν Μπασδάνης. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς άνθρωποι, οι οποίοι του ενέπνευσαν από παιδί την πίστη  στο Χριστό και την Ορθοδοξία. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε μέσα σε απερίγραπτη φτώχεια και ταλαιπωρίες. Όταν μεγάλωσε, πήρε την ευχή των γονέων του και κατέβηκε στα Τρίκαλα, για να αναζητήσει καλλίτερες συνθήκες ζωής.

     Ζήτησε εργασία σε πολλές επιχειρήσεις και τελικά κατέληξε να προσληφθεί σε έναν τούρκικο φούρνο. Εκεί εργαζόταν με ευσυνειδησία και καλοσύνη και για τούτο απόκτησε τη συμπάθεια και την εύνοια των αφεντικών του. Αμείβονταν ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα να ζει ο ίδιος με αξιοπρέπεια και να βοηθά τους φτωχούς γονείς του.

      Τα χρόνια περνούσαν και ο Νικόλαος ζούσε ενσυνείδητα την χριστιανική ζωή. Με τον καιρό όμως, ζώντας κοντά στους μουσουλμάνους εργοδότες του, ζήλεψε την άνετη ζωή τους, με τα πολλά προνόμια, τις φοροαπαλλαγές και τις τιμητικές διακρίσεις. Ζήλεψε επίσης και την προνομιακή θέση τους, σε σχέση με τους υπόδουλους ραγιάδες, οι οποίοι στερούνταν βασικές ελευθερίες και θεωρούνταν από τους δυνάστες τους ως άνθρωποι υποδεέστεροι, συχνά ως υποζύγιά τους. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε να ζήσει και αυτός στη χλιδή, αν γινόταν τούρκος, αν αλλαξοπιστούσε και γινόταν μουσουλμάνος.  

     Ύστερα από καιρό έντονων προβληματισμών πήρε τη μεγάλη απόφαση να εξισλαμισθεί. Ανακοίνωσε την απόφασή του στα αφεντικά του και εκείνοι με χαρά κάλεσαν έναν χότζα, ο οποίος του έκανε περιτομή.

      Από εκείνη τη στιγμή όντως άλλαξε η ζωή του. Έγινε κανονικός πολίτης του οθωμανικού κράτους και ανοίχτηκαν μπροστά του νέοι ορίζοντες για την επαγγελματική του δραστηριότητα. Η φτώχεια και οι δυσκολίες ήταν πια παρελθόν. Τώρα όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές γι’ αυτόν, διότι δεν ήταν ο υπόδουλος ραγιάς, αλλά ο κυρίαρχος τούρκος.

       Όμως, κατά παράδοξο τρόπο, αντί να χαίρεται για την νέα εύκολη και γεμάτη χλιδή, ανέσεις και ηδονές ζωή του, μια ανεξήγητη λύπη φώλιασε μόνιμα στην ψυχή του και δεν τον άφηνε να χαρεί την ελευθερία του, τα πολλά χρήματά του, την τιμητική του θέση στην τοπική κοινωνία, τις λαμπρές προοπτικές, που ανοίγονταν για τη ζωή του.

      Η περίεργη καταθλιπτική ψυχική του κατάσταση συνεχίστηκε για καιρό. Κάποια μέρα κατανόησε αιτία αυτής της ψυχικής του λύπης ήταν η άρνηση της πίστης στο Χριστό. Κατάλαβε ότι η κατάθλιψή του οφείλονταν στην απουσία της θείας χάριτος, η οποία, μόνη αυτή, δίνει χαρά και ιλαρότητα στον πιστό Χριστιανό. Τα μάτια του πλημμύρησαν από καυτά δάκρυα και πικροί αναστεναγμοί έβγαιναν από τα χείλη του. Αρνήθηκε το Χριστό για το χρυσό και τη χλιδή! Έτσι δεν άργησε να πάρει την απόφαση να γυρίσει ξανά στην πίστη των πατέρων του, στην αγία Ορθοδοξία.

      Κάποια μέρα έφυγε από την εργασία του και εξαφανίστηκε από τα Τρίκαλα. Ανέβηκε στο χωριό του και άρχισε να ζει ως Χριστιανός. Για να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες, άρχισε να εμπορεύεται δαδιά, δηλαδή εύφλεκτα προσανάμματα. Μάλιστα η εργασία του τον ανάγκασε να κατεβαίνει συχνά στην  πόλη των Τρικάλων για να πουλά την πραμάτεια του, αλλά με προφυλάξεις, για να μην αναγνωριστεί από τους Τούρκους.

     Αλλά σε κάποια κάθοδό του στα Τρίκαλα, συναντήθηκε τυχαία με έναν μουσουλμάνο, γείτονα στο φούρνο, που εργαζόταν. Εκείνος τον αναγνώρισε και είδε ότι δεν φορά τα τουρκικά ενδύματα, τα οποία φανέρωναν και την μουσουλμανική του πίστη, αλλά ελληνικά. Κατάλαβε ότι είχε αρνηθεί το Ισλάμ και γύρισε στον Χριστιανισμό. Τον άρπαξε από τα ρούχα και τον ξυλοκόπησε, επειδή πρόδωσε την μουσουλμανική θρησκεία. Τον απείλησε πως αν δεν του προμήθευε δωρεάν δια βίου το χρειαζούμενο δαδί, θα τον κατέδιδε στις τουρκικές αρχές και οι συνέπειες  θα ήταν φοβερές γι’ αυτόν, διότι το Κοράνιο και ο ισλαμικός νόμος (σαρία) προβλέπει το θάνατο για τους εξωμότες του Ισλάμ. Ο Νικόλαος δέχτηκε να προμηθεύει δαδί τον τούρκο εξαγοράζοντας έτσι την εχεμύθειά του.

      Ο καιρός περνούσε και ο Νικόλαος, ζούσε ελεύθερα μεν, αλλά τον βασάνιζε η σκέψη, ότι χρησιμοποιούσε την πίστη του ως συναλλαγή για την σωματική του ελευθερία. Γι’ αυτό και αναζήτησε κάποιον έμπειρο πνευματικό για να του εναποθέσει το εσωτερικό του πρόβλημα. Του φανέρωσε όλα τα κρυφά της ψυχής του και του εμπιστεύτηκε τις τύψεις του, οι οποίες τον βασάνιζαν για την άρνηση του Χριστού. Μάλιστα του εκμυστηρεύτηκε τον πόθο του να ξεπλύνει την αμαρτία του με το αίμα του, να μαρτυρήσει για τον αληθινό Θεό και ζήτησε την ευλογία του να προχωρήσει στο μαρτύριο.

     Ο πνευματικός του τον  άκουσε με προσοχή, όμως τον προειδοποίησε ότι το μαρτύριο δεν είναι εύκολη υπόθεση και πως υπήρχε κίνδυνος να δειλιάσει και να αρνηθεί και πάλι το Χριστό. Μπροστά στην επιμονή του, του έδωσε την ευχή του και τη συγκατάθεση να προχωρήσει στο μαρτύριο.

    Ο Νικόλαος, ύστερα από αυτό, ένοιωσε ψυχική γαλήνη και άρχισε πια να μην φοβάται τους τούρκους. Έπαψε πλέον να φυλάγεται και πωλούσε την πραμάτεια του δημόσια στα Τρίκαλα. Προσπαθούσε επίσης να καταλάβει ο τούρκος που τον εκβίαζε, ότι δεν τον φοβάται πλέον και έπαψε να του προμηθεύει δωρεάν δαδί. Όμως ο κακεντρεχής και μοχθηρός εκείνος άνθρωπος, όταν δεν του παρέδιδε πια δαδί, έγινε θηρίο από το θυμό του. Τον έψαξε στην αγορά και όταν τον βρήκε, τον άρπαξε και άρχισε να τον κτυπά με μανία, να τον βρίζει και να τον απειλεί.  Βλέποντας τη σκηνή και άλλοι τούρκοι, πλησίασαν και άρχισαν να χτυπούν και αυτοί τον αποστάτη του Ισλάμ. Αφού τον ξυλοκόπησαν, τον έσυραν στον τούρκο δικαστή των Τρικάλων, για να δικαστεί για το αδίκημα της άρνησης της μουσουλμανικής πίστης.

       Εκείνος στάθηκε με θάρρος μπροστά στο δικαστή και απολογήθηκε, χωρίς φόβο, ότι είναι Χριστιανός και Έλληνας και διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται με τίποτε να αρνηθεί αυτές τις δύο μεγάλες αξίες. Ο δικαστής αρχικά άρχισε να τον κολακεύει και να του τάζει τιμές, αξιώματα, πλούτη και εύκολη ζωή, αν αποφάσιζε να ασπασθεί τη μουσουλμανική θρησκεία και τουρκέψει. Αλλά εκείνος έμεινε αμετάπειστος. Τότε άρχισε να τον απειλεί, γνωρίζοντάς του τις συνέπειες, που προβλέπει η ισλαμική νομοθεσία για όσους αρνούνταν το Ισλάμ. Ότι τον περίμεναν φρικτά βασανιστήρια και ο θάνατος, αν δεν συμμορφώνονταν με τις συμβουλές του. Αλλά ο Νικόλαος, με πρωτοφανή ηρωισμό και ηρεμία, τον διαβεβαίωσε ότι άδικα κουράζεται να τον  μεταπείσει. Τότε έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να τον μαστιγώσουν χωρίς λύπηση και να τον κλείσουν  στο ποιο σκοτεινό μπουντρούμι, χωρίς φαγητό και νερό για πολλές ημέρες.  

     Ο Μάρτυρας υπόμεινε με ηρωισμό και καρτερία τα βασανιστήρια, προσευχόμενος μέρα και νύχτα, ζητώντας να λάβει από το Θεό συγχώρηση για το κρίμα της άρνησής Του και παρακαλώντας Τον να τον ενδυναμώσει, να αντέξει ως το τέλος τα μαρτύρια και να μη δειλιάσει μπροστά στο θάνατο.

      Βλέποντας ο δικαστής ότι δεν άλλαζε γνώμη, εξέδωσε την καταδικαστική του απόφαση: θάνατος δια της πυράς! Μάλιστα δε διαφημίστηκε από τους τούρκους, ότι η εκτέλεση θα γινόταν στο κέντρο των Τρικάλων. Μαζεύτηκαν πολλοί τούρκοι και εβραίοι να δουν το θέαμα και να χαρούν. Επίσης μαζεύτηκαν και πολλοί Χριστιανοί για να θαυμάσουν τον ηρωικό Μάρτυρα του Χριστού. Άναψαν μεγάλη φωτιά, κοντά στην αγορά της πόλεως, και αφού έσυραν τον Νικόλαο, τον έριξαν στη φωτιά. Σε ελάχιστα λεπτά της ώρας ο Μάρτυρας ξεψύχησε, ανεβαίνοντας η ψυχή του στα ουράνια για να συναντήσει το Χριστό, για χάρη του Οποίου έδωσε τη ζωή του, το δε σώμα του εξαφάνισαν οι φλόγες. Ήταν 17 Μαΐου του έτους 1617.

       Ελάχιστα από τα λείψανά του σώθηκαν και σε καλλίτερη κατάσταση η Κάρα του, την οποία αγόρασε κάποιος ευλαβής κεραμοποιός της πόλεως, δίνοντας αρκετά χρήματα στους φύλακες τούρκους. Επειδή όμως φοβούνταν μήπως οι τούρκοι την ανακαλύψουν, την εντοίχισε στο σπίτι του, χωρίς να πει σε κανέναν το μυστικό του. Εν τω μεταξύ ο κεραμοποιός πέθανε και το σπίτι του το αγόρασε κάποιος που ονομάζονταν Μέλανδρος. Ένα χρόνο ακριβώς μετά το Μαρτύριο του αγίου, στις 17 Μαΐου του έτους 1618, τις βραδινές ώρες,  είδε να λάμπει το σημείο που είχε εντοιχιστεί η Τίμια Κάρα. Το ίδιο βράδυ είδε στον ύπνο του ότι το σπίτι του φιλοξενούσε την Κάρα του αγίου Νεομάρτυρα Νικολάου εκ Μετσόβου. Το επόμενο πρωί άνοιξε τον τοίχο και πράγματι βρήκε την Τίμια Κάρα. Όντας ευλαβής άνθρωπος και θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο να φιλοξενεί στο σπίτι του τέτοιο ιερό θησαυρό, την παρέδωσε στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων, όπου είχε αδελφό μοναχό, ως μνημόσυνο αιώνιο για τους γονείς του. Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα, ευωδιάζουσα και θαυματουργούσα.

     Εκτός από την Αγία Κάρα, σώζονται τεμάχια των χεριών του αγίου στην Ιερά Μονή Ελεούσης Ιωαννίνων, και στον Ναό του Αγίου Νικολάου Σκαμνελίου Ιωαννίνων, καθώς και δόντι του αγίου στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Μετσόβου.

     Άπειρα είναι τα θαύματα που επιτελούν τα χαριτόβρυτα λείψανά του, σε όσους τον επικαλούνται με πίστη και ευλάβεια.

     Η μνήμη του τιμάται στις 17 Μαΐου, την ημέρα του μαρτυρίου του

Πηγή: http://aktines.blogspot.com