ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΙΚΟΝΑ

Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός

Εικόνα λοιπόν είναι ομοίωμα κάποιου και δείγμα και αποτύπωμα, που δείχνει στον εαυτό του το εικονιζόμενο, οπωσδήποτε όμως δεν μοιάζει εξ’ ολοκλήρου η εικόνα με το πρωτότυπο, δηλαδή με το εικονιζόμενο-γιατί άλλο είναι η εικόνα και άλλο το εικονιζόμενο-, οπωσδήποτε όμως βλέπει κανείς σ’ αυτά διαφορά, αν και δεν είναι άλλο τούτο και άλλο εκείνο. Για παράδειγμα λέω το εξής. Η εικόνα του ανθρώπου, αν και αποτυπώνει τη μορφή του σώματος του, όμως δεν έχει τις ψυχικές δυνάμεις του, γιατί ούτε ζει ούτε σκέφτεται ούτε μιλάει ούτε αισθάνεται ούτε κουνάει κάποιο μέλος του. Και ο Υιός, ενώ είναι φυσική εικόνα του Πατρός, έχει κάποια διαφορά σε σχέση με Αυτόν’ είναι Υιός και όχι Πατέρας.

 Για ποιο λόγο υπάρχει η εικόνα

Κάθε εικόνα φανερώνει και δείχνει την κρυφή πραγματικότητα. Για παράδειγμα επειδή ο άνθρωπος δεν γνωρίζει καθαρά ούτε το αόρατο, αφού η ψυχή του καλύπτεται με σώμα, ούτε εκείνα που θα γίνουν μετά από αυτόν, ούτε εκείνα που είναι χωρισμένα και απομακρυσμένα τοπικά, αφού ο ίδιος είναι περιορισμένος τοπικά και χρονικά, γι’ αυτό επινοήθηκε η εικόνα για να τον οδηγεί στη γνώση και να του φανερώνει και να του ανακοινώνει εκείνα που είναι κρυμμένα, και εκείνα βέβαια που είναι καλά να τα ποθούμε και να τα μιμούμαστε, ενώ τα αντίθετα, δηλαδή τα κακά, να τα αποστρεφόμαστε και να τα μισούμε.

 Πόσα είδη εικόνων υπάρχουν

Υπάρχουν τα εξής είδη εικόνων. Πρώτη λοιπόν εικόνα είναι η φυσική. Σε κάθε πράγμα πρέπει πρώτα να υπάρχει το κατά φύση και έπειτα έρχεται το κατά θέση και μίμηση, όπως για παράδειγμα πρέπει πρώτα να υπάρχει ο φυσικός άνθρωπος και έπειτα ο κατά θέση και κατά μίμηση. Πρώτη λοιπόν φυσική και απαράλλακτη εικόνα του αοράτου Θεού είναι ο Υιός του Πατέρα. «Γιατί το Θεό κανείς ποτέ δεν τον είδε», και πάλι, «όχι ότι είδε κανείς τον Πατέρα». Ότι ο Υιός είναι εικόνα του Πατέρα το λέει ο απόστολος˙

«Αυτός είναι ακτινοβολία της δόξας και έκφραση της υποστάσεως του» και ότι στον εαυτό του φανερώνει τον Πατέρα, λέγεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όταν ο Φίλιππός είπε «δείξε μας τον Πατέρα, και μας είναι αρκετό», και ο Κύριος απάντησε’ «τόσο καιρό είμαι μαζί σας, κι ακόμα δεν με γνώρισες, Φίλιππε; Όποιος είδε εμένα, είδε και τον Πατέρα». Ο Υιός λοιπόν είναι η φυσική και απαράλλακτη εικόνα του Πατέρα, όμοια καθόλα με τον Πατέρα, εκτός από την αγεννησία και την πατρότητα’ γιατί ο Πατέρας είναι αγέννητος γεννήτορας, ενώ ο Υιός είναι γεννητός και δεν είναι Πατέρας. Και το άγιο Πνεύμα είναι εικόνα του Υιού «γιατί κανείς δεν μπορεί να πει τον Ιησού Κύριο, παρά μόνον με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος». Με το άγιο Πνεύμα λοιπόν γνωρίζουμε το Χριστό ως Υιό του Θεού και Θεό, σ’ αυτόν βλέπουμε τον Πατέρα’ γιατί από τη φύση του ο λόγος αναγγέλει τον νου, ενώ το Πνεύμα παρουσιάζει τον λόγο. Το άγιο Πνεύμα είναι όμοια και απαράλλακτη εικόνα του Υιού, έχοντας μόνο διαφορά στο εκπορευτό’ γιατί ο Υιός είναι γεννητός και όχι εκπορευτός. Και του κάθε πατέρα όμως ο υιός είναι φυσική εικόνα. Και αυτό είναι το πρώτο είδος της εικόνας, το φυσικό.

Δεύτερο είδος εικόνας είναι ο σχεδιασμός στο Θεό εκείνων που θα γίνουν από αυτόν, δηλαδή η προαιώνια βούληση του, η οποία είναι πάντοτε ίδια’ γιατί η θεότητα είναι άτρεπτη και η βούληση του Θεού άναρχη, δηλαδή όπως προαιώνια θέλησε και στον καιρό που εκείνος όρισε, πραγματοποιούνται όσα ορίστηκαν˙ διότι ο σχεδιασμός του καθενός από αυτά που θα γινόταν στο μέλλον από εκείνον είναι εικόνες και παραδείγματα, που από τον άγιο Διονύσιο ονομάζονται και προορισμοί. Γιατί στη βούληση του Θεού ήταν σχεδιασμένα και εικονισμένα να γίνουν εξάπαντος από αυτόν.

Τρίτο είδος εικόνας είναι εκείνος που δημιουργήθηκε κατ’απομίμηση του Θεού, δηλαδή ο άνθρωπος. Πως όμως ο κτιστός δημιουργείται με την ίδια φύση με τον άκτιστο, αλλά κατ’απομίμηση; όπως ακριβώς ο νους (ο Πατέρας) και ο Λόγος (ο Υιός) και το άγιο Πνεύμα είναι ένας Θεός, έτσι και ο νους και ο λόγος και το πνεύμα είναι ένας άνθρωπος, και ως προς το αυτεξούσιο και ως προς την κυριαρχική εξουσία˙ γιατί λέει ο Θεός «ας δημιουργήσουμε άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα και ομοίωση», και αμέσως πρόσθεσε˙ «και ας εξουσιάζουν τα ψάρια της θάλασσας και τα πτηνά του ουρανού» και πάλι «να εξουσιάζετε τα ψάρια της θάλασσας και τα πουλιά του ουρανού και ολόκληρη τη γη και να την κατακτήσετε».

Τέταρτο είδος εικόνας είναι η ζωγραφική , η οποία αναπλάθει σχήματα και μορφές και τύπους των αοράτων και ασωμάτων, τα οποία παριστάνονται σωματικά, ώστε να κατανοούνται αμυδρά ο Θεός και οι άγγελοι, επειδή εμείς δεν μπορούμε να βλέπουμε τα ασώματα χωρίς σχήματα ανάλογα προς τις δικές μας παραστάσεις, όπως λέει ο εμβιθρής γνώστης των θείων Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Ότι δικαιολογημένα προβάλλονται οι τύποι των ατυπώτων και τα σχήματα των ασχηματίστων, θα μπορούσε να πει κανείς, ότι δεν είναι μόνη αιτία το ότι οι δικές μας παραστάσεις αδυνατούν να οδηγούνται αμέσως στις νοητές θεωρίες και έχουν ανάγκη από γνωστούς και σύμφωνους προς τη φύση μας οδηγούς. Αφού λοιπόν ο θείος Λόγος, προνοώντας για τη δική μας αναλογία, στη προσπάθεια του να μας εξασφαλίσει από παντού με την ανατατική ικανότητα, παρουσιάζει τα απλά και ατύπωτα με ορισμένους τύπους, για να μη εικονίσει όσα μπορούν να πάρουν σχήματα ανάλογα προς τη δική μας φύση και τα οποία, ενώ είναι ποθητά, δεν μπορούμε να τα δούμε επειδή δεν είναι παρόντα; Λέει λοιπόν ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι, αν και κοπιάζει πολύ ο νους, αδυνατεί να ξεπεράσει τα σωματικά. Βλέπουμε άλλωστε και στα δημιουργήματα εικόνες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε αμυδρά τις θείες εμφανίσεις, όπως για παράδειγμα, όταν λέμε ότι η αγία Τριάδα, η υπεράρχια, εικονίζεται με τον ήλιο και το φως και τις ακτίνες, ή με την πηγή που αναβλύζει και με το νάμα που πηγάζει και με τη ροή, ή με το νου και με το λόγο και με το πνεύμα το δικό μας, ή με την τριανταφυλλιά και με το τριαντάφυλλο και με την ευωδία.

Πέμπτο είδος εικόνας είναι εκείνο που προεικονίζει και προδιαγράφει εκείνα που πρόκειται να συμβούν, όπως η βάτος και η βροχή πάνω στο μαλλί, που προεικονίζουν την Παρθένο και Θεοτόκο, αλλά και η ράβδος και η στάμνα, και όπως το φίδι, που προεικονίζει εκείνους οι οποίοι μέσω του σταυρού εξάλειψαν το δάγκωμα του αρχέκακου φιδιού, και η θάλασσα, το νερό και η νεφέλη, που προεικονίζουν το πνεύμα του βαπτίσματος.

Έκτο είδος εικόνας είναι εκείνο που γίνεται για την ανάμνηση των γεγονότων ή ενός θαύματος ή μιας αρετής, με σκοπό τη δόξα και την τιμή και την ανάδειξη εκείνων που αρίστευσαν και διακρίθηκαν στην αρετή, ή κάποιας κακίας, με σκοπό να προβληθεί ή κατατρόπωση και ο εξευτελισμός των κακών ανδρών και να ωφελούνται όσοι τα βλέπουν αργότερα, ώστε τα κακά να τα αποφεύγουμε και να μιμείστε τις αρετές. Και το είδος αυτό της απεικονίσεως γίνεται με δύο τρόπους˙ με το λόγο που γράφεται στα βιβλία-γιατί και το γράμμα εικονίζει το λόγο, όπως ο θεός χάραξε το νόμο στις πλάκες και πρόσταξε να γραφούν οι βίοι των θεοφιλών ανδρών-και με την αισθητή θεωρία, όπως πρόσταξε να τοποθετηθούν στη κιβωτό η στάμνα και η ράβδος για να θυμούνται αιώνια τα αντίστοιχα γεγονότα, και όπως διέταξε να χαραχτούν τα ονόματα των φυλών στα πολύτιμα πετράδια της επωμίδας του αρχιερέα, αλλά και να παρθούν δώδεκα λίθοι από τον Ιορδάνη, ως τύπος των ιερέων-πόσο θαυμαστό μυστήριο και πόσο μεγάλο για όσους είναι πιστοί στην αλήθεια-εκείνων που σήκωναν την κιβωτό, και ως τύπος του νερού που υποχώρησε. Έτσι και τώρα ζωγραφίζουμε με πόθο τις εικόνες εκείνων που αναδείχθηκαν άνδρες ενάρετοι, για να τους αγαπάμε και να τους θυμόμαστε και να τους μιμούμαστε. Ή λοιπόν κατάργησε κάθε εικόνα και νομοθέτησε αντίθετα προς εκείνον που πρόσταξε αυτά, ή να δέχεσαι κάθε εικόνα, με λόγο και τρόπο που ταιριάζει στην κάθε μία.

Τι είναι εκείνο που εικονίζεται και τι εκείνο που δεν εικονίζεται και πως παριστάνεται το καθένα.

Τα σώματα, όπως και τα σχήματα και όλα όσα έχουν σωματικό διάγραμμα και χρώμα, εύλογα εικονίζονται. Όμως ο άγγελος και η ψυχή και ο δαίμονας, αν και όχι με τρόπο σωματικό και πολύ υλικό, εν τούτοις σχηματίζονται και περιγράφονται κατά τη φύση τους-γιατί, αφού είναι νοητοί, πιστεύεται ότι βρίσκονται και ενεργούν νοητά σε νοητούς τόπους-και εικονίζονται λοιπόν σωματικά, όπως ο Μωυσής εικόνισε τα χερουβίμ και όπως εμφανίσθηκαν στους αξίους, αλλά η σωματική εικόνα παριστάνει κάποια ασώματη και νοητή θεωρία. Η θεία φύση όμως είναι η μόνη απερίγραπτη και εντελώς χωρίς μορφή και ασχημάτιστη και ακατάληπτη, μολονότι η θεία γραφή χρησιμοποιεί τύπους για το Θεό, οι οποίοι από τη μία μεριά να φαίνονται σωματικοί, για να γίνονται σώματα ορατά, και από την άλλη αυτοί οι ίδιοι να είναι ασώματοι. Γιατί δεν βλέπονταν με σωματικά μάτια, αλλά με νοερά, από τους προφήτες και από εκείνους στους οποίους αποκαλύπτοταν, γιατί δεν εμφανιζόταν σε όλους. Και για να μιλήσουμε με απλά λόγια’ μπορούμε να κάνουμε εικόνες όλων των σχημάτων που είδαμε˙ και τα κατανοούμε αυτά όπως εμφανίσθηκαν. Αν τώρα μερικές φορές κατανοούμε τα σχήματα από τους λόγους, όμως, απ’ όσα είδαμε, κατανοούμε και τα σχήματα αυτά. Έτσι και σε κάθε αίσθηση, από όσα μυρίσαμε ή γευθήκαμε ή αγγίξαμε, μέσω των λόγων αναγόμαστε στην κατανόηση τους. Γνωρίζουμε λοιπόν ότι δεν είναι δυνατόν να δει κανείς τη φύση ούτε του Θεού , ούτε αγγέλου, ούτε ψυχής, ούτε δαίμονα, αλλά αυτά βλέπονται με κάποιο μετασχηματισμό, με τη βοήθεια της θείας πρόνοιας, η οποία περιβάλλει με τύπους και σχήματα όσα είναι ασώματα και ατύπωτα και δεν έχουν σωματικό σχήμα, για να χειραγωγηθούμε και να αποκτήσουμε χειροπιαστή και μερική γνώση αυτών, και να μην βρισκόμαστε σε παντελή άγνοια του Θεού και των ασωμάτων δημιουργημάτων. Ο θεός βέβαια είναι από τη φύση του εντελώς ασώματος, ενώ άγγελος, η ψυχή και ο δαίμονας, όταν συγκρίνονται προς τον Θεό, τον μόνο ασύγκριτο, είναι σώματα, ενώ όταν συγκρίνονται προς τα υλικά σώματα, είναι ασώματοι. Επειδή λοιπόν ο Θεός δεν ήθελε να αγνοούμε τελείως τα ασώματα δημιουργήματα, τα περιέβαλε με τύπους και σχήματα και εικόνες, ώστε με την άυλη όραση του νου μας να φαίνονται, κατά την αναλογία της φύσεως μας, ως σχήματα σωματικά, και αυτά σχηματίζουμε και εικονίζουμε, γιατί αλλιώς πως σχηματίσθηκαν και εικονίσθηκαν τα χερουβίμ; Αλλά η αγία γραφή έχει και του Θεού σχήματα και εικόνες.

Ποιος κατασκεύασε πρώτος εικόνα;

Ο ίδιος ο Θεός πρώτος γέννησε τον μονογενή Υιό και Λόγο του, που είναι εικόνα του ζωντανή, φυσική, απαράλλακτος χαρακτήρας της αϊδιότητας του, και δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του. Και ο Αδάμ είδε το Θεό και άκουσε το θόρυβο των ποδιών του, καθώς περπατούσε το δειλινό, και κρύφθηκε στον παράδεισο, και ο Ιακώβ είδε και πάλεψε με το Θεό. Είναι βέβαια φανερό ότι ο Θεός του φανερώθηκε ως άνθρωπος και ο Μωυσής είδε τον Θεό σαν το πίσω μέρος του ανθρώπου, και ο Ησαΐας τον είδε ως άνθρωπο να κάθεται σε θρόνο, και ο Δανιήλ είδε ομοίωμα ανθρώπου και ως υιό ανθρώπου να πλησιάζει τον Παλιό των ημερών. Και κανείς ποτέ δεν είδε τη φύση του Θεού, αλλά τον τύπο και την εικόνα όσων θα γίνονταν στο μέλλον’ γιατί επρόκειτο ο αόρατος Υιός και Λόγος του Θεού να γίνει αληθινά άνθρωπος, για να ενωθεί με τη φύση μας και να γίνει ορατός πάνω στη γη. Προσκύνησαν λοιπόν όσοι είδαν τον τύπο και την εικόνα αυτού που επρόκειτο να συμβεί, όπως λέει ο απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή «κατά πίστιν απέθαναν ούτοι πάντες μη κομισάμενοι τας επαγγελίας, αλλά πόρρωθεν αυτάς ιδόντες και ασπασάμενοι». Εγώ λοιπόν δεν θα κατασκευάσω εικόνα εκείνου που για μένα φανερώθηκε με τη φύση της σάρκας και δεν θα τον προσκυνήσω και δεν τον τιμήσω μέσω της τιμής και προσκύνησης της εικόνας αυτού; Ο Αβραάμ δεν είδε τη φύση του Θεού (γιατί κανείς ποτέ δεν είδε το Θεό), αλλά εικόνα του Θεού και πέφτοντας τον προσκύνησε. Ο Ιησούς του Ναυή δεν είδε φύση αγγέλου, αλλά εικόνα (γιατί η φύση του αγγέλου δεν βλέπεται με σωματικά μάτια) , και πέφτοντας τον προσκύνησε, παρόμοια και ο Δανιήλ (ο άγγελος δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα και υπηρέτης του Θεού και παραστάτης) τον προσκύνησε όμως όχι ως Θεό, αλλά ως παραστάτη και λειτουργό του Θεού, και εγώ δεν θα κάνω εικόνα των φίλων του Χριστού και δεν θα τους προσκυνήσω, όχι ως θεούς, αλλά ως εικόνες των φίλων του Θεού; Γιατί ούτε ο Ιησούς ούτε ο Δανιήλ προσκύνησαν τους αγγέλους, που εμφανίσθηκαν, ως θεούς, ούτε κι εγώ προσκυνώ την εικόνα ως θεό, αλλά με την εικόνα και τους αγίους προσφέρω την προσκύνηση και την τιμή στο Θεό, εξαιτίας του οποίου και τους φίλους τους σέβομαι και τιμώ.

Ο Θεός δεν ενώθηκε τη φύση των αγγέλων, αλλά ενώθηκε με τη φύση των ανθρώπων. Δεν έγινε άγγελος ο Θεός, έγινε όμως ο Θεός αληθινά και πραγματικά άνθρωπος. Γι’αυτό λοιπόν δεν ενδιαφέρεται για τους αγγέλους, αλλά για τους απογόνους του Αβραάμ. Η αγγελική φύση δεν έγινε Υιός του Θεού κατά την υπόσταση. Οι άγγελοι δεν έγιναν μέτοχοι, ούτε κοινωνοί της θείας φύσεως, εκείνοι που μεταλαβαίνουν το άγιο σώμα του Χριστού και πίνουν το τίμιο αίμα του’ επειδή το σώμα κ το αίμα είναι ενωμένα υποστατικά με τη θεότητα και στο σώμα του Χριστού που μεταλαβαίνουμε υπάρχουν δύο φύσεις ενωμένες υποστατικά και αδιάσπαστα, και μετέχουμε και στις δύο φύσεις, στο σώμα σωματικά και στην θεότητα πνευματικά ή καλύτερα και στις δύο με τους δύο τρόπους, χωρίς να ταυτιζόμαστε υποστατικά (γιατί πρώτα υφιστάμεθα και έπειτα ενωνόμαστε), αλλά σμίγοντας με το σώμα και το αίμα. Και πως δεν είναι ανώτεροι από τους αγγέλους όσοι φυλάσσουν με την τήρηση των εντολών γνήσια την ένωση;

Η φύση μας, εξαιτίας του θανάτου και της παχύτητας του σώματός μας είναι κατά τι υποδεέστερη των αγγέλων με την ευδοκία όμως και με τη συνάφεια του Θεού έγινε ανώτερη από τους αγγέλους γιατί οι άγγελοι παραστέκουν με φόβο και τρόμο δίπλα της, καθώς κάθεται στο θρόνο της δόξας μέσω του Χριστού, και θα παραβρεθούν έντρομοι κατά την κρίση’ ή αγία γραφή δεν λέει ότι θα καθίσουν μαζί με το Θεό, ούτε θα είναι κοινωνοί της θείας δόξας (γιατί όλοι τους είναι υπηρετικά πνεύματα, που αποστέλλονται για να διακονήσουν όσους θα κληρονομήσουν τη σωτηρία), ούτε ότι θα βασιλεύσουν μαζί με το Θεό ούτε ότι θα συνδοξασθούν, ούτε ότι θα καθίσουν στο τραπέζι του Πατέρα, ενώ οι άγιοι είναι υιοί του Θεού, υιοί της βασιλείας και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού. Τιμώ λοιπόν τους αγίους και συνδοξάζω τους δούλους και φίλους και συγκληρονόμους τους Χριστού, τους δούλους κατά τη φύση και φίλους κατά την προαίρεση και υιούς και κληρονόμους κατά τη θεία χάρη, όπως λέει ο Κύριος προς τον Πατέρα.

ΕΠΕ, ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ, Ιωάννου Δαμασκηνού έργα

Πηγή: http://paterikoslogos2.blogspot.com

Η Βυζαντινή Αγιογραφία Χθές και Σήμερα (του Γ. Κόρδη)

Συνέντευξη εκπροσώπου της Χ.Φ.Ε.* με τον κ. Γιώργο Κόρδη, αγιογράφο

O κ. Γιώργος Κόρδης έχει σπουδάσει Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ παράλληλα έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής και βυζαντινής αγιογραφίας. Συνέχισε τις σπουδές του (ζωγραφική, νωπογραφία και ψηφιδωτό) στην Βοστόνη και στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής. Μελέτησε συστηματικά την ιστορία και την αισθητική της βυζαντινής ζωγραφικής και από το 1991 είναι διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με διδακτορική διατριβή για τη σχέση μορφής και εικόνας. Σήμερα ασχολείται με την ζωγραφική, την εικονογράφηση βιβλίων και την εκτέλεση μνημειακών έργων (Ι.Μ. Δοχειαρείου Αγ. Όρους. κ.α.). Έχει δημοσιεύσει κείμενα για τη θεολογία και την τέχνη της εικόνας, ενώ από το 1990 ασχολείται και με τη διδασκαλία της βυζαντινής αγιογραφίας.

Χ.Φ.Ε.: Κύριε Κόρδη, σχεδόν όλοι οι αγιογράφοι σήμερα δεν δημιουργούν νέα έργα, αλλά μόνο αντιγράφουν. Αυτό πιστεύετε στηρίζεται σε μία, ας πούμε, θεολογική βάση ή οφείλεται στη δημιουργική ανεπάρκεια των αγιογράφων;

Γ. Κόρδης: Είναι και τα δύο και ίσως και πολλοί άλλοι λόγοι. Αφενός μεν οι σύγχρονοι αγιογράφοι δεν μπορούν να δημιουργήσουν. Για πάρα πολλούς λόγους. Είτε γιατί δεν έχουν τέτοια ικανότητα, είτε γιατί δεν έχουν σπουδάσει σωστά. Δεν μπορούν επομένως να φτιάξουν εικόνες που να είναι μέσα στη βυζαντινή παράδοση αλλά να είναι ταυτόχρονα και έργο δικό τους.

Υπάρχουν όμως και λόγοι θεολογικοί, με την έννοια ότι υπάρχει σήμερα μία ερμηνευτική προσέγγιση στα περί της εικόνας, που δεν ευνοεί αυτή τη δημιουργική στάση απέναντι στην παράδοση. Δηλαδή, ερμηνεύουμε με τέτοιο τρόπο την εικόνα, ώστε να αποκλείουμε σχεδόν κάθε δημιουργία. Είναι βέβαια ένα τεράστιο θέμα, αλλά γενικότερα έχει να κάνει με το εξής: Φορτίζουμε την τεχνοτροπία των εικόνων ως προς την τελευταία λεπτομέρεια με κάποιο θεολογικό σημαινόμενο, κάτι το οποίο αποκλείει την πιθανότητα αυτό να το αλλάξεις, να προτείνεις μιαν άλλη λύση.

Για παράδειγμα, ας πούμε ότι τα μεγάλα αυτιά είναι μεγάλα για να ακούνε τις βουλές του Κυρίου. Αυτό σημαίνει ότι, από τη στιγμή που το στοιχείο αυτό είναι θεολογικά φορτισμένο, δεν μπορείς εσύ να φτιάξεις μικρά ή μικρότερα αυτιά. Άρα αποκλείεται οποιαδήποτε δημιουργική σχέση και τυποποιείται ολοένα και περισσότερο η βυζαντινή παράδοση. Και αυτό ισχύει σε όλο το φάσμα των εικαστικών στοιχείων της εικόνας.

Όλη η εικόνα έχει φορτιστεί, μέχρι και το τελευταίο κλαδάκι που θα δεις σε μία σύνθεση. Βέβαια, υπάρχει η θεολογική σημαντική των εικόνων και κανείς δεν μπορεί να την αρνηθεί, αλλά σίγουρα αυτή δεν αφορά τα πάντα και όλα τα στοιχεία της εικόνας. Γι’ αυτό ακριβώς σήμερα έχουμε φτάσει σε μία αδιέξοδη σχέση με την βυζαντινή εικόνα. Να μην επιτρέπεται δηλαδή, σχεδόν ούτε καν θεωρητικά, να προσθέσει ή να αφαιρέσει κανένας κάτι, να βάλει ένα χρώμα λίγο διαφοροποιημένο, ή να κάνει κάποια σχεδιαστική πρόταση.

Χ.Φ.Ε.: Αυτό όμως δεν είναι πλέον μια μορφή στασιμότητας; Γιατί υπάρχει αυτή η κατάσταση, αντίθετα από παλιότερα, όπου η εικόνα εξελισσόταν, είχαμε συνεχώς νέες σχολές, κλπ.;

Γ. Κόρδης: Είναι στασιμότητα. Θα έλεγα όμως ότι στο κλίμα της ελλαδικής εκκλησίας είναι αρκετά καλά τα πράγματα. Υπάρχουν πιο σφιχτές καταστάσεις. Για παράδειγμα, στην εκκλησία της Κύπρου έχει συσταθεί και ειδική επιτροπή η οποία ελέγχει ποιες εικόνες είναι βυζαντινές ή όχι. Σ’ εμάς δεν υπάρχει ευτυχώς κάτι τέτοιο, όπως και δεν υπήρξε ποτέ. Εάν υπήρχε μια τέτοια επιτροπή τον 15ο αιώνα, θα «κόβανε» τον Θεοφάνη, ο οποίος σε σχέση με τον προϋπάρχοντα Πανσέληνο ήταν θα λέγαμε καινοτόμος, δεν ήταν αρκετά “βυζαντινός” με βάση τα δεδομένα της εποχής του. Εδώ δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, κι αυτό είναι παρήγορο.

Χ.Φ.Ε.: Το πρόβλημα είναι όμως μόνο στην ερμηνευτική θεώρηση ή αφορά και την παραδοχή του κόσμου; Αν έστω “επιτρεπόταν” να ζωγραφιστεί κάτι νεωτεριστικό, νομίζετε ότι ο κόσμος θα το δεχόταν;

Γ. Κόρδης: Όχι. Δεν θα το δεχόταν, και καλά θα έκανε να μην το δεχθεί. Εδώ πια τίθεται το θέμα του πώς γινόταν η πορεία. Με ποιες προϋποθέσεις περπάτησε η βυζαντινή τεχνοτροπία και με ποιες μπορεί να περπατήσει. Σίγουρα αυτή η πορεία, για να είναι πορεία, ποτέ δεν περιφρόνησε το εκκλησιαστικό σώμα. Δηλαδή η πορεία δεν ήταν ποτέ αλματώδης.
Δεν έγιναν ποτέ τόσο μεγάλα άλματα ώστε να ξενίζουν ή να δημιουργούν ένα σεισμό στο πλήρωμα της εκκλησίας. Γι’ αυτό και ποτέ μα ποτέ δεν έχουμε διαμάχες, τουλάχιστον μετά τον 10ο αιώνα, που να αφορούν τέτοιο ζήτημα, δηλαδή τεχνοτροπικό ζήτημα των εικόνων. Αυτό σημαίνει ότι όλη η πορεία της τέχνης περπάταγε με τέτοιο τρόπο που δεν δημιουργούσε σκάνδαλο στους πιστούς.

Δεν υπάρχει καμία καταγεγραμμένη μαρτυρία ότι αντέδρασε ο κόσμος όταν εμφανίστηκε πχ. η παλαιολόγεια τεχνοτροπία σε σχέση με των Κομνηνών, ή αργότερα. Πράγμα που σημαίνει ότι υπήρξε μια φυσιολογική πορεία.

Χ.Φ.Ε.: Πού οφείλεται αυτό; Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει μια ανάλογη πορεία και σήμερα;
Γ. Κόρδης: Κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν μπορεί γιατί δεν έχουμε εμείς οι ίδιοι σωστή και φυσιολογική σχέση με την εκκλησία. Έχουμε κληρονομήσει έναν τύπο, που είναι η βυζαντινή τεχνοτροπία. Είναι ένας τύπος, είναι μια γλώσσα. Επειδή δεν ζούμε το πράγμα, φοβόμαστε ότι, αν αλλάξουμε λίγο τη γλώσσα, θα χάσουμε το πράγμα. Ενώ, αν είχαμε το πράγμα, δεν θα φοβόμασταν να προχωρήσουμε τη γλώσσα μας. Κάτι το οποίο γινόταν πάντοτε στη ζωή της εκκλησίας.

Η Εκκλησία έχοντας την αλήθεια ζούσε την αλήθεια, και γι’ αυτό δεν φοβόταν να την πει έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα. Λοιπόν το κύριο πρόβλημά μας είναι αυτό. Έχοντας μικρή ή και καμία σχέση με την αλήθεια γινόμαστε τυπολάτρες. Λατρεύουμε τη γλώσσα που εκφράζει την αλήθεια. Και γι’ αυτό ακριβώς είμαστε φοβισμένοι, δειλοί, σε βαθμό ακατανόητο.
Ενώ βλέπουμε στην περίοδο της τουρκοκρατίας, όπου θα περίμενε κανείς μια Εκκλησία υπόδουλη και με λιγότερη μόρφωση, να τολμώνται πράγματα που σήμερα δεν διανοούμεθα να τολμήσουμε. Και δεν ήταν τόλμη αυτό, ήταν φυσιολογικό πράγμα.

Εμείς το βλέπουμε σήμερα τολμηρό. Για εκείνους ήταν μια φυσιολογική διαδικασία, γιατί οι άνθρωποι είχαν την πίστη τους. Πίστευαν ότι η Εκκλησία τους είναι ορθόδοξη, ότι έχει το Άγιο Πνεύμα, ενώ εμείς φθάνουμε μερικές φορές να πιστεύουμε σήμερα ότι δεν έχουμε το Άγιο Πνεύμα. Και φοβόμαστε ότι αν απλώς αλλάξουμε μια κεραία κάπου, ή αν αλλάξουμε λίγο το χρώμα, θα χάσουμε την αλήθεια. Μα δεν χάνεται έτσι η αλήθεια!

Πέρα απ’ αυτό το κύριο πρόβλημα, υπάρχουν και πάρα πολλοί άλλοι λόγοι και πολλή άγνοια. Πάρα πολλοί πιστεύουν ότι η βυζαντινή ζωγραφική είναι κάτι που η εκκλησία το εφηύρε για να φτιάξει τις εικόνες. Μα δεν είναι έτσι. Όλα τα στοιχεία που συνιστούν τη βυζαντινή τεχνοτροπία προϋπάρχουν σε διάφορα εικαστικά ρεύματα του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η “ανάστροφη προοπτική”, η απουσία του βάθους, η γραμμικότητα, το πώς πλάθουμε το χρώμα, κλπ.

Η Εκκλησία, προκειμένου να μιλήσει στον κόσμο, δανείστηκε τη γλώσσα που υπήρχε στο περιβάλλον. Και τη χρησιμοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και μάλιστα προχώρησε ακόμα πιο πολύ, τη λέπτυνε, την προσήρμοσε στις ανάγκες της, κι αυτή η προσαρμογή ήταν διαρκής. Εμείς λοιπόν, αγνοώντας όλα αυτά τα πράγματα, την ιστορική διαδρομή της εικονογραφίας, φτάνουμε να τη θεωρούμε ένα θεόπεμπτο γεγονός, και έτσι αδυνατούμε να έχουμε μία υγιή σχέση μαζί της. Λατρεύουμε πλέον τον τύπο και γινόμαστε και ανιστόρητοι.

Χ.Φ.Ε.: Μετά την τουρκοκρατία η συνέχεια της παράδοσης έσπασε, λόγω ίσως του γενικότερου κλίματος της εποχής για υιοθέτηση κάθε τι “ευρωπαϊκού”. Έτσι κάπου χάθηκε και η βυζαντινή τεχνοτροπία. O Κόντογλου έπαιξε καίριο λόγο στην αναβίωση της εικονογραφικής αυτής παράδοσης. Κατά πόσο παρέμεινε όμως στη στείρα αναβίωση και πόσο συνέβαλε στην εξέλιξη και ανανέωσή της;

Γ. Κόρδης: O Κόντογλου δεν ήταν απλώς ο βασικότερος που συνετέλεσε στην επαναφορά της βυζαντινής παράδοσης. Ήταν ο μόνος σ’ αυτή την ιστορία. Κατανοούσε ορθώς την όλη διαδικασία, και αυτό είναι πράγματι έκπληξη. Όχι μόνο το καταλάβαινε σωστά, αλλά προχωρούσε και στην πράξη. Η δουλειά του ναι μεν είναι καθαρώς βυζαντινή, αλλά είναι προσωπική δουλειά.

Δηλαδή, αν δεις μια εικόνα του λες: «αυτή είναι του Κόντογλου». Την αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένα έργο προσωπικό και όχι φωτοτυπία κάποιου έργου του παρελθόντος. Πέραν δε τούτου, ο ίδιος ο Κόντογλου καταλάβαινε αυτή την πορεία σε βαθμό που σοκάρει πάρα πολλούς σήμερα. Έλεγε, για παράδειγμα, ότι πρέπει να συνεχίσουμε τη βυζαντινή παράδοση απ’ εκεί που σταμάτησε, δηλαδή από τη μεταβυζαντινή φάση της.

Αυτό δεν είναι σήμερα κατανοητό και μάλιστα κατηγορούν τον Κόντογλου γι’ αυτές τις επιλογές, λέγοντας ότι επέλεξε τις λαϊκότροπες λύσεις που υπήρχαν τότε, περιφρονώντας και μη επιλέγοντας τις λύσεις της εποχής των Παλαιολόγων ή της κρητικής σχολής.
Αλλά ο Κόντογλου, επειδή σκεφτόταν εκκλησιαστικά, καταλάβαινε ότι υπάρχει μια πορεία και μια συνέχεια. Άρα δεν μπορούμε να επιστρέφουμε στο παρελθόν υιοθετώντας και ανασύροντας απ’ αυτό κάποια λύση, γιατί αυτή ξεπεράστηκε. Δηλαδή ο Πανσέληνος ιστορικά ξεπεράστηκε, δεν έμεινε εκεί η Εκκλησία. Προχώρησε, ήρθε στο Θεοφάνη, μετά κι ο Θεοφάνης ξεπεράστηκε και πήγε σ’ άλλους, και ο Κόντογλου πίστευε ότι λογικά, έπρεπε να συνεχίσουμε αυτό το πράγμα.

Διαφορετικά γινόμαστε μουσείο. Χάνεται η ζωντανή παράδοση, που για μας είναι η δημιουργία και η συνεχής εκφορά του ίδιου πράγματος σε συνεχώς καινούρια γλώσσα. Αυτό κάνουμε πάντα στην Εκκλησία. Αυτό χάνεται όμως.

Χ.Φ.Ε.: Μπορούμε να έχουμε εικόνες για εκκλησιαστική χρήση, ζωγραφισμένες με άλλη τεχνοτροπία πχ. αφηρημένη τέχνη; Τέτοιες ριζοσπαστικές κατευθύνσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές και να λειτουργήσουν ως λειτουργική εικόνα;

Γ. Κόρδης: Είναι σχετικό το θέμα. Για παράδειγμα, έχουμε την περίπτωση του Ευαγγελίου. Εξαρχής η εκκλησία έχει την αλήθεια της και την καταγράφει μέσα στο Ευαγγέλιο, η οποία αλήθεια επιτρέπει να μεταφραστεί στη συνέχεια και σε άλλη γλώσσα.

Αν μιλούσαμε σε επίπεδο εικονογραφίας, τηρουμένων των αναλογιών, η εικόνα έχει την αλήθεια ειπωμένη με μία γλώσσα. Η αλήθεια αυτή μπορεί να ειπωθεί και με άλλη γλώσσα. Στην εικόνα πχ. του Χριστού, το στοιχείο που δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει είναι η μορφή του Χριστού, για λόγους καθαρά θεολογικούς. Κατά τη δική μας πίστη, η μορφή με την οποία εικονίζεται ο Χριστός είναι η ιστορική μορφή Του, η πραγματική μορφή Του. Δεν είναι δηλαδή αποκύημα φαντασίας κάποιου ή κάποιων ζωγράφων, είναι η πραγματική μορφή Του.

Η ίδια εικόνα, θεωρητικά τουλάχιστον, θα μπορούσε να γίνει με μιαν άλλη τεχνοτροπία. Πχ. να γίνει η εικόνα του Χριστού σε μία αφρικάνικη χώρα, με μία τεχνοτροπία που να έχει δανειστεί στοιχεία από την τέχνη των αφρικανών. Με την προϋπόθεση, όμως, η εικόνα να είναι αμέσως αναγνωρίσιμη. Δηλαδή να την βλέπει κανείς και να λέει: «Αυτός είναι ο Χριστός, αλλά η τεχνοτροπία έχει κάποια στοιχεία από την αφρικανική τέχνη».

Για μας τους Έλληνες είναι αδύνατο όμως να γίνει κάτι τέτοιο. Είναι σαν να λέμε ότι την Κυριακή στην εκκλησία θα αρχίσει ο ιερέας να διαβάζει το Ευαγγέλιο σε μία γλώσσα που δεν την καταλαβαίνει κανένας. Αυτό δεν γίνεται, είναι μη λειτουργικό. Δεν το καταλαβαίνει κανένας και άρα δεν λειτουργεί. Επομένως προς τι, για ποιο λόγο να γίνει αυτή η αλλαγή.
Εάν εσύ προτείνεις μια γλώσσα εικαστική, η οποία δεν έχει καμία σχέση με αυτό που κατανοούν οι πιστοί, αμέσως η εικόνα τίθεται σε αχρηστία. Και δημιουργεί και σκανδαλισμούς… Πολύ περισσότερο όταν έχουμε παρεμβάσεις στην ίδια τη μορφή, κάτι που είναι δογματικά απαράδεκτο. Το τελευταίο που μπορείς να αλλάξεις στην εικονογραφία είναι οι μορφές. Εκεί είναι επιβεβλημένη η στατικότητα, για λόγους καθαρά δογματικούς.
Αν κάναμε τον Χριστό, για παράδειγμα, με πολλές διάφορες μορφές, όπως κάνουν στη δυτική τέχνη, τότε έχουμε ένα πρόσωπο, μία υπόσταση, η οποία έχει όμως πολλές μορφές. Αυτό σημαίνει ότι ή όλες αυτές οι μορφές είναι εικόνες και άρα η υπόσταση αυτή δεν είναι πραγματικός άνθρωπος, που σημαίνει ότι δεν έγινε η ενανθρώπιση πραγματικά και είναι δοκητισμός, ή ότι καμιά από τις μορφές αυτές δεν είναι εικόνα και άρα δεν είναι προσκυνητή.
Γι’ αυτό υπάρχει αυστηρή απαγόρευση αλλοιώσεως των μορφών. Και όταν λέμε ότι οι μορφές είναι αναλλοίωτες, εννοούμε και τις μορφές των αγίων, αλλά τελικά αυτό ισχύει και για τις συνθέσεις γενικότερα. Δεν μπορείς να κάνεις μια Γέννηση δικής σου εμπνεύσεως. Είναι στοιχείο επιβεβλημένα σταθερό, γιατί η μορφή αυτή είναι ταυτόσημη με τη μορφή ενός ιστορικού γεγονότος, άρα δεν επιδέχεται αλλοίωση. Εκεί που μπορεί να επεκταθεί κανένας και να εργαστεί είναι στην τεχνοτροπία και σε καινούρια θέματα.

Χ.Φ.Ε.: Πάνω σ’ αυτό: βλέπουμε στη δυτική ζωγραφική πληθώρα θεμάτων που δεν απαντώνται στη δική μας αγιογραφία. Πχ. ο Χριστός κρούων τη θύρα, ή ο Χριστός που ευλογεί τα παιδιά, κλπ. Αυτό οφείλεται στους δογματικούς αυτούς περιορισμούς ή σε αδυναμία των αγιογράφων;

Γ. Κόρδης: Ένας λόγος είναι ότι οι ναοί ήταν παλιότερα περιορισμένης έκτασης και δε σήκωναν μεγάλο θεματολόγιο, οπότε έβαζαν μόνο τα ουσιαστικά, πχ. τις μεγάλες γιορτές, έστω και κάποιες σκηνές από βίους αγίων. Δεν υπήρχε δηλαδή στην πράξη δυνατότητα να επεκταθεί ο κύκλος αυτός. Μετά, ελάχιστοι άνθρωποι θα ζητήσουν να έχουν στο σπίτι τους μια τέτοια εικόνα. Ζητούν να έχουν τους αγίους για να προσευχηθούν κλπ. Αν όμως υπάρξει ανάγκη, φαντάζομαι θα δημιουργηθεί η ανάλογη εικονογραφία σιγά-σιγά, σε άλλα θέματα: βίους αγίων, θέματα από την Καινή Διαθήκη, την Παλαιά Διαθήκη. Υπάρχουν εκατοντάδες θέματα που δεν έχουν αγιογραφηθεί!

Χ.Φ.Ε.: Να πούμε και για το αντίστροφο, αυτό δηλαδή με το οποίο και ασχολείστε εσείς, δηλαδή τη ζωγραφική μη θρησκευτικών θεμάτων με βυζαντινό τρόπο. Είναι μία άποψη που ξενίζει μερικούς. Υπάρχει ενδιαφέρον του κόσμου για τέτοια έργα;

Γ. Κόρδης: Πρώτα απ’ όλα να το δούμε λίγο ιστορικά. Αυτό είναι μία πολύ μεγάλη παράδοση. Δεν είναι ένας νεωτερισμός. Σ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου οι βυζαντινοί αυτό κάνανε. Και τα κοσμικά τους θέματα τα δουλεύανε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Βέβαια δεν σώζονται πολλά πράγματα γιατί ήταν δουλειά που γινόταν κυρίως σε κοσμικά κτίρια, και επειδή γκρεμίστηκαν τα περισσότερα έχουμε φιλολογικές βασικά μαρτυρίες.

Τις μόνες εικαστικές μαρτυρίες τις έχουμε κυρίως από τα χειρόγραφα. Εκεί έχουν σωθεί αρκετά πράγματα, που μπορούν να μας βεβαιώσουν ότι με τον ίδιο τρόπο δουλεύανε τα πάντα οι βυζαντινοί. Και αυτήν την παράδοση την έφερε στο προσκήνιο ο Κόντογλου. Πρώτος αυτός δούλεψε μη εκκλησιαστικά θέματα σε πολλές περιπτώσεις.

Έτσι, στην ίδια παράδοση τρόπον τινά εργάζομαι κι εγώ, δουλεύω πολλά μη θρησκευτικά θέματα με τεχνοτροπία ανάλογη. Υπάρχει μία αποδοχή αυτής της δουλειάς από ένα μέρος του κόσμου, κάποιους τους ξενίζει και κάποιους βέβαια τους αφήνει αδιάφορους. Υπάρχει όμως αρκετός κόσμος που ενδιαφέρεται και τους αρέσει.

Oι άνθρωποι που ξενίζονται είναι αυτοί ακριβώς που δεν έχουν γνώση της βυζαντινής παράδοσης της εικονογραφίας και κυρίως της κοσμικής δουλειάς των βυζαντινών. Και είναι κυρίως αυτοί που φορτίζουν επικίνδυνα και μονοδιάστατα, θα έλεγα, την τεχνοτροπία. Δεν μπορούν να κατανοήσουν έτσι πώς είναι δυνατόν να αποδοθεί ένα μη χριστιανικό θέμα με μία τεχνοτροπία που κατά την άποψή τους είναι ιερή.

Αλλά δεν υπάρχει ιερή γλώσσα στην Ορθοδοξία. Με την ίδια γλώσσα γράφτηκε το Ευαγγέλιο, την ίδια γλώσσα χρησιμοποιεί ο άλλος για να βρίζει. Δεν υπάρχει ιερή γλώσσα, και ευτυχώς η ορθόδοξη εκκλησία ποτέ δεν επιχείρησε να κάνει πράγματα που επιχείρησαν οι ρωμαιοκαθολικοί. Να ιεροποιήσουν λ.χ. τη γλώσσα.

* Χ.Φ.Ε. = Χριστιανική Φοιτητική Ένωση

Πηγή: http://e-agiografies.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=33:byzantini-agiografia -x thes-simera&catid=25&lang=el&Itemid=209

Ανάλυση της Βυζαντινής Ζωγραφικής

Για μας τους ΄Έλληνες υπάρχει ζωντανή και η άλλη πλευρά: Η Βυζαντινή παράδοση . Εκείνη ακριβώς που ονειδίζεται, λοιδορείται από τους «νέους» σαν τον Σαβέττα ή τον Τζιότο. Στην βυζαντινή ζωγραφική δεν θα συναντήσουμε τα νατουραλιστικά στοιχεία που παρατηρήσαμε στην Ιταλική Πρωτο-Αναγέννηση και ακόμη λιγότερο τις αισθησιακές προεκτάσεις της . Ακόμη και η αφηγηματικότης είναι περιορισμένη στο ελάχιστον. Δεν υπάρχουν εγκόσμιοι άγιοι, ούτε εγκόσμιες πράξεις ή σκηνές, ούτε προσωπογραφίες, ιδιωτικές κατοικίες, παλάτια μεγιστάνων, πόλεις, αρχιτεκτονικά τοπία, ερείπια και φυτά με τα οποία βρίθει η Ιταλική Αναγέννησις. Αν φαίνεται κάπου ένα κτήριο είναι πάντοτε το ίδιο συμβατικό σχήμα με την ίδια πάντα ανεστραμμένη προοπτική, με το ίδιο πάντα απλωμένο παραπέτασμα. Αν αναπαριστώνται βράχοι παίρνουν μορφή υπερκαθημένων, τραπεζοειδών και πολυεδρικών στερεών που αγνοούν την προοπτική του τόνου και του χρώματος. 

Ουσιαστικά η «φύσις» δεν υπάρχει. Το φόντο είναι ουδέτερο, χρυσό ή μονόχρωμο. Αν πρόκειται για δάσος, ένα δένδρο αρκεί. Έτσι, ποτέ δεν θα μας δώσει ο βυζαντινός τεχνίτης ένα ρομαντικό τοπίο όπως του Κλώντ ή του Πουσσέν. Και όμως στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, στο ψηφιδωτό εκείνο όπου ο Χριστός προσεύχεται μόνος επί του Όρους Ελαιών, υπάρχουν βράχοι εξαίσιοι, «αληθινοί» και αγκάθια τόσο ξερά και μυρωδάτα που σε κάνουν να απορείς και να αναλογιστείς τι άρα γε θα έκαναν, τι θαύματα, αν οι βυζαντινοί τεχνίται επέτρεπαν στον εαυτό τους την αναπαράσταση της φύσεως. Άλλ’ ούτε οι ίδιοι το επέτρεπαν στον εαυτό τους ούτε η εκκλησιαστική εξουσία. Άλλες είναι οι επιδιώξεις της βυζαντινής τέχνης. Άλλος ο προορισμός της. Η βυζαντινή τέχνη είναι μοναδική και άφθαστη στο ότι επινόησε σχήματα ταυτόσημα με σύμβολα υπερβατικά των αχράντων μυστηρίων, λειτουργικούς αίνους που βασίζονται σε μίαν υπερκόσμια γεωμετρία, κατοπτρισμούς ουρανίων ενοράσεων, νοητά αρχέτυπα – κάτι σαν άλλου είδους Ινδικά ή Θιβετιανά «μάνταλα». Δεν υπάρχει τέχνη πιο αυστηρή. Κοιτάζοντας την περίτεχνη αλληλουχία, διαβάθμιση και αλληλοεξάρτηση των σχημάτων, άγεται κανείς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί τέχνης που εφήρμοσε την άτεγκτη αναγκαιότητα της μηχανικής επιστήμης στην έκφραση του θρησκευτικού συναισθήματος. Δεν υπάρχει εδώ ο λυρισμός του Σασσέτα ούτε αισθηματολογία ούτε καν αίσθημα, αλλά μία κρύα, παγερή κατασκευή που δεν επιδέχεται ούτε προσθήκη ούτε τελειοποίηση. Αν τελειοποιηθεί θα αλλάξει αναγκαστικά είδος και θα προσλάβει άλλη μορφή. Τα πάντα έχουν τυποποιηθεί. Τα σχήματα, τα φώτα, τα ημιτόνια, οι σκιές. Στην βάση υπάρχει η γραμμική-γεωμετρική σύνθεσις που συνεχώς θυμίζει τον μαθηματικό γνώμονα. Κάθε σχήμα εντάσσεται και προέρχεται από τα προηγούμενα. Είναι ένας Αριστοτελικός συλλογισμός, μία αλγεβρική εξίσωσις αλάνθαστη. Ο καλλιτέχνης δεν υπάρχει. Έχει αφομοιωθεί με την απόδοση μιας οντότητας που τον απορροφά και τον εξουθενώνει ολοκληρωτικά. Τα υπερφυσικά όντα που εικονίζει έχουν την πληρότητα και την στιλπνότητα του ατσαλιού. Η σοφή τοποθέτησις των τριγωνικών ή γωνιακών φώτων, οι λεπτότατες γραμμικές ψιμυθιές, οι γραμμικές σκιές και όλος ο ρυθμός της αφηρημένης αυτής φωτοσκιάσεως μεταμορφώνει τα όντα τούτα σε κινητές πανοπλίες που αντανακλούν ή απορροφούν το φως με τις ακμές και τις υπερλείες τους επιφάνειες. Οι στάσεις τους είναι μετωπικές και ιεραρχικές, τα πρόσωπα με υποτυπώδη έκφραση, αυστηρή και κάποτε, σχεδόν βλοσυρή, οι πτυχώσεις σχεδιασμένες με ευθείες γραμμές και λιγοστές καμπύλες προσεκτικά ζυγισμένες, έτσι που δίνουν την εντύπωση σαν να είναι τραβηγμένες με τον χάρακα. Τεντωμένες σαν την νευρή του δοξαριού, σαν υποτείνουσες τριγώνων, σαν χορδές κύκλων, σαν παραβολές και υπερβολές, γραμμένες, χαραγμένες, καρφωμένες στην σανίδα ή το σοβά, έτσι, που να μη μπορούν να ξεφύγουν, να χαλαρώσουν, να ξετεντωθούν, να λυγίσουν και να μαραθούν.

Είναι μία νοητή κατασκευή που έχει όγκο, αλλά ελάχιστο όγκο, που καταλαμβάνει τον τρισδιάστατο χώρο, αλλά τον καταλαμβάνει μόλις. Ποιος κατ’ αρχήν εφεύρε και επινόησε το στυλ αυτό της ζωγραφικής είναι άγνωστον, αλλά κάποιος σοφός και ιδιόμορφος και τολμηρός τεχνίτης πρέπει να συνέθεσε τα ιδιάζοντα τούτα στοιχεία. Δεν είναι δυνατόν να εγεννήθηκαν σποραδικά και τυχαία και συν τω χρόνω. Η αφετηρία βεβαίως βρίσκεται όπως ξέρουμε στην ελληνιστική τέχνη της παρακμής κυρίως. Πράγματι, η βυζαντινή τεχνοτροπία έχει διαφυλάξει πιστά το μάθημα της ελληνιστικής εποχής. Κάτω από την αυστηρή, την άτεγκτη και σκληρή παρουσία της, βρίσκεις, αν σκάψεις, όλη τη γνώση των επιπέδων, αξόνων, συνθέσεων, φωτοσκιάσεων καθώς και της αναγλυφικότητος κατά το σύστημα της αρχαίας. Αλλά από την ελληνιστική τέχνη κάποιοι διανοούμενοι και δαιμόνιοι πρωτομάστορες διεμόρφωσαν πρώτοι, καθώς υποπτεύομαι, άγνωστον πότε, αλλά ίσως κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα τον απόκοσμο τούτο βυζαντινό ρυθμό. Δεν αρκέστηκαν να υιοθετήσουν την γνώση του χρώματος, την κλασσική γραμμή, την έννοια της συνθέσεως. Πήραν και κάποιες νοητές αρχές που ανάγονται σε δύο πηγές: Αφ’ ενός, στα επιστημονικά επιτεύγματα του μαθηματικού γεωμέτρου ΄Ηρωνος , όπως είναι τα «πνευματικά» και η «Κατοπτρική». Αφ’ ετέρου, στις μεταφυσικές και αισθητικές θεωρίες του Πλωτίνου, και μέσω αυτού της θεωρίας των ιδεών του Πλάτωνος. Το βαθύ αυτό και ολοκληρωμένο σύστημα γνώσεων, το φυλαγμένο μέσα της, η βυζαντινή τέχνη το μετέδωσε ολόγυρα, σε πάμπολλες άλλες τέχνες, πρωτίστως δε στην νηπιακή τέχνη της Δύσεως. Αν λοιπόν εσυκοφαντήθη ως βάρβαρος είναι μόνο από όσους δεν αντελήφθησαν τι περιείχε πέραν από την ξηρότητα και αυστηρότητά της καθώς και τι προσέφερε. Ουσιαστικώς προσέφερε τα πάντα. Ήταν η τέχνη η διδάσκαλος, όπως θα έλεγε ο Καβάφης: «Εις κάθε λόγον, εις κάθε έργον η πιο σοφή». Δυστυχώς υπάρχουν ακόμη στην Δύση πολλά εγχειρίδια και ιστορίαι της τέχνης ή του σχεδίου που αγνοούν και παραλείπουν τις αρχές τούτες της βυζαντινής παιδείας και παρουσιάζουν ως εκ τούτου μία παραμόρφωση της πραγματικότητας ξεκινώντας αυθαίρετα από την Τέχνη της Φλωρεντίας με τον Ντούτσιο, τον Ορκάνια, και τέλος τον Τζιότο.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας

Πηγή: http://e-agiografies.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=30:analysi-byzantinis-zografikis-agiografia&catid=25&lang=el&Itemid=209

ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ π. ΝΙΚΟΛΑΟ ΜΕΣΣΑΛΑ

Αγια Τριας 8

π. Δημήτριος Σαββόπουλος

Αγαπητέ μου π. Νικόλαε την ευχή σας.

Σε πρόσφατες αναρτήσεις μου 19/6/2021 & 20/6/2021, στον φιλόξενο ιστότοπο http://anastasiosk.blogspot.com, κάνατε κάποια σχόλια (26/6/2021), απ΄ τα οποία φαίνεται ότι δεν κατανοήσατε τους λόγους για τους οποίους δεχόμαστε την εικόνα της Αγίας Τριάδος με τον Θεό Πατέρα ως Παλαιού των Ημερών και του Αγίου Πνεύματος ως περιστεράς…

1ον. §1 Γράφετε:  Ἡ δεύτερη ἀνάρτηση τοῦ π. Δημ. Σ, ἔρχεται σέ ἀντίθεση καί ἀναιρεῖ  ἐν πολλοῖς, ὅσα ὑποστηρίζει στήν πρώτη μέ ἐξαίρεση τά δικά του σχόλια.  Οἱ ἀπόψεις τῶν Ἁγίων πού παραθέτει (πλήν τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου) ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ακριβώς το ίδιο υποστηρίζω και για την  αποκάλιψη του Θεού στον προφ. Δανιήλ. Που είναι η αντίθεση;  Εν συντομία σας επισημαίνω τα εξής:

2ον. §2 Γράφετε:  Στήν πρώτη ἀνάρτησή του οἱ εἰκόνες τῆς Ἁγίας Τριάδος μέ ὀρθόδοξη τεχνοτροπία εἶναι τοῦ περασμένου αἰώνα καί μάλιστα ἀπό παλαιοημερολογῖτες ἁγιογράφους (ζηλωτές) τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού μιμοῦνται τίς δυτικότροπες ἀπεικονίσεις καί χρησιμοποιεῖ ἐν πολλοῖς τά ἐπιχειρήματά των. Γέροντά μου, κάνετε λάθος η εικόνα του Ανάρχου Πατρός ως Παλαιού των Ημερών ζωγραφίζεται από την εποχή των κατακομβών. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρω: Την κατακόμβη της Αγίας Μαρίας Maggire 5ου αι., 432 μ. Χ. (Αρχαιολογικοί κώδικες του ιστοριογράφου Carrucei Tavola, 114 & 215). Κατακόμβη Ponziano, 5ου αι. (Βλ. Manuel D’ Art Bizantin. Charles Diehe, τομ. Α΄σελ.122).  Επίσης στον κώδικα του Κοσμά Ινικοπλεύστε (βυζ. συγγραφέα 6ου αι., στο «Χριστιανική τοπογραφία» σελ. 22-23), ο Θεός Πατήρ με ανθρώπινη μορφή καθήμενος επί θρόνου έχει γύρω Του δύο Σεραφείμ. Στην καρδιά της Βυζαντινής εποχής, σε εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στο Ναό των Βλαχερνών το 450-453 μ.Χ. εικονίζεται πάνω από τον Χριστό που ευλογεί με τα δυό Του χέρια την Κοίμηση της Θεοτόκου, ό Άναρχος Πατήρ μέσα σε νεφέλη και στο στήθος Του μια περιστερά που συμβολίζει το Πανάγιο Πνεύμα.

Επίσης στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους στο θόλο που βρέθηκε η εικόνα της Γοργοϋπηκόου υπάρχει ζωγραφισμένη από τους κτήτορες της μονής η παρακάτω εικόνα που χρονολογείται το έτος 1676. Παρόμοια εικόνα υπάρχει και Στο καθολικό της Ι. Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους και σε Σερβικό Μοναστήρι του 13ου αι. όπως τις καταχωρούμε παρακάτω. κ.α.π.

Η εξεικόνιση των δύο αυτών Προσώπων με τη συμβολική αυτή μορφή, είπαμε και το επαναλαμβάνουμε ότι δεν είναι εικόνα της Θείας Φύσεως, ούτε εκφράζει τις ενδοτριαδικές σχέσεις(!). Αυτό που γράφω είναι ότι εξεικονίζουμε τα σύμβολα των Θείων υποστάσεων, όπως ακριβώς τα είδαν οι προφήτες. Τα εδάφια στα οποία παραπέμπετε για να κατοχυρώσετε το ανεξεικόνιστο του Θεού Πατρός και του Αγίου Πνεύματος (Ιωαν.α΄,18 – στ΄,3 – Α΄Τιμ.στ΄16   – Εβρ. α΄,3 – Α΄Ιωαν.δ΄,12) τα οποία και επισημαίνω στην παράγρ.2, στις υποσημειώσεις μου, αναφέρονται στην Θεία Φύση και όχι στις υποστάσεις του Θεού.

Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας διαβάζουμε: §12  Τῶν τὰς προφητικὰς ὁράσεις, ὡς αὐτὸ τὸ θεῖον αὐτὰς ἐσχη­μάτιζε καὶ διετύπου, εἰδότων καὶ ἀποδεχομένων καὶ πιστευόντων ἅ περ ὁ τῶν προ­φητῶν χορὸς ἑωρακότες διηγήσαντο, καὶ τὴν τῶν ἀποστόλων καὶ εἰς Πατέρας διήκουσαν ἔγγραφόν τε καὶ ἄγραφον παράδοσιν κρατυνόντων, καὶ διὰ τοῦτο εἰκονιζόντων τὰ ἅγια καὶ τιμώντων, αἰωνία ἡ μνήμη (γ΄). και παρακάτω: §32  Τοῖς τὰς μὲν προφητικὰς ὁράσεις, κἂν μὴ βούλοιντο, παρα­δε­χο­μένοις, τὰς δ’ ὀφθείσας αὐτοῖς εἰκονογραφίας –ὢ θαῦμα!– καὶ πρὸ σαρκώσεως τοῦ Λόγου μὴ καταδεχομένοις, ἀλλ’ ἢ αὐτὴν τὴν ἄληπτόν τε καὶ ἀθέατον οὐσίαν ὀφθῆναι τοῖς τεθεαμένοις κενολογοῦσιν, ἢ εἰκόνας μὲν ταῦτα τῆς ἀληθείας καὶ τύπους καὶ σχήματα ἐμφανισθῆναι τοῖς ἑωρακόσι συντιθεμένοις, εἰκονογραφεῖν δὲ ἐνανθρωπήσαντα τὸν Λόγον καὶ τὰ ὑπὲρ ἡμῶν αὐτοῦ πάθη οὐκ ἀνεχομένοις, ἀνάθεμα.

Ερώτηση: Αφού ο Θεός Πατέρας απεκαλύφθη συμβολικά ως Παλαιός των Ημερών στον προφήτη Δανιήλ, και το Άγιο Πνεύμα ως περιστερά στον Προφήτη Ιωάννη τον Πρόδρομο, έχουμε το δικαίωμα να τα αγιογραφούμε; Νομίζω ότι η απάντηση είναι αυτονόητη.

Το θέμα είναι αν είναι λάθος να ενώνουμε αυτές τις τρείς Θείες μορφές των αποκαλύψεων του Θεού σε μία εικόνα, διότι θεωρείται αυθαιρεσία η συγκεκριμένη σύνθεση της εικόνας(!). Θα ΄θελα να μου απαντήσεις αδελφέ μου, εάν η εικόνα αυτή είναι αυθαιρεσία εικαστική, γιατί δεν είναι αυθαιρεσία και οι εικόνες του «τρίμορφου», όπου παρίστανται ο Χριστός στο μέσον και δεξιά και αριστερά Του, η Θεοτόκος δεομένη και ο Τίμιος Πρόδρομος; Που ιστορείται αυτό; Γιατί δεν είναι αυθαιρεσία η εικόνα των Αγίων Πάντων; Πότε τους είδαμε όλους μαζί; Θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλες πολλές εικονικές «αυθαιρεσίες», αλλά δεν νομίζω ότι ωφελεί να πλατειάζουμε το θέμα. Στην εικόνα βλέπουμε και συλλογιζόμαστε όχι με τα μάτια τα υλικά, αλλά με τα μάτια τα πνευματικά της πίστεως. Και στην μεν εικόνα του «τρίμορφου» η εκκλησία μας, μας αποκαλύπτει ποιοι είναι οι πλησιέστεροι και ισχυρότεροι πρεσβευτές προς τον Σωτήρα μας Χριστό, η δε εικόνα των Αγίων Πάντων  μας δείχνει ότι όλοι αυτοί που εικονίζονται παρέα, αγωνίσθηκαν υπέρ του ενός Χριστού και μετέχουν από κοινού στη δόξα της Θείας Χάριτος. Με τα μάτια της πίστεως βλέπουμε από κοινού και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος όπως οικονομικώς απεκαλύφθησαν κατά τις διάφορες περιστάσεις, χωρίς να σκανδαλιζόμαστε.

3ον §3 Λέτε: Οἰ ἀπεικονίσεις τῶν χειρογράφων πρός τό τέλος τῆς πρώτης ἀνάρτησής του εἶναι ἀπό λατινικά χειρόγραφα. Τι σημαίνει ότι είναι από λατινικά χειρόγραφα; Ό,τι προέρχεται από τη Δύση (τότε που υπήρχε κοινωνία με την Ανατολική Εκκλησία), είναι απορριπτέο εκ των προτέρων;! Και το Ευαγγέλιο το έγραψαν Εβραίοι, μήπως πρέπει να το απορρίψουμε; Επειδή αλλοιώθηκε μερικώς η Θεολογία των Δυτικών επί «τοῦ Μεγάλου Καρόλου», σημαίνει αυτομάτως ότι όλοι οι Λατίνοι Ορθόδοξοι βρέθηκαν στην πλάνη και δεν το κατάλαβαν; Γιατί τότε εξακολουθούσαμε να έχουμε κοινωνία με τη Δυτική Εκκλησία;

4ον §4 Σημειώνεται: Στόν Δυτικό Χριστιανισμό κυρίως ἀπό τήν σύνοδο τῆς Φρανκφούρτης τοῦ 798 μ. Χ. μέ παρέμβαση τοῦ Μεγάλου Καρόλου, ἄλλαξαν ἐν πολλοῖς  τήν Θεολογία τῶν Ἐπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων ….. εἰσήγαγαν ἀγάλματα καί οἱ εἰκόνες, ἔχουν πλέον ἀναγεννησιακό (δηλ. ἀνθρωποκεντρικό) καί  διακοσμητικό χαρακτήρα καί ὄχι λατρευτικό. Άρα η αλλαγή έγινε στην Θεολογία και στην τεχνοτροπία της ζωγραφικής αλλά όχι στα εικονικά θέματα…

5ον §8 & §9  Τα λόγια του Κυρίου μας: «Ὁ θεωρῶν Ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά Με» (Ιωαν.ιβ΄,45). «Ὁ ἑωρακὼς Ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα» (Ιωαν.ιδ΄,9). Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν Ἐμοί  (Ιωαν.ιδ΄,11)  Και αλλού: «ἐν αὐτῷ (στο Χριστό) κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ.β´,9). Κατανοούνται συνήθως λανθασμένα, γι αυτό και μερικοί ισχυρίζονται ότι βλέποντας την εικόνα του Χριστού μέσα σε αυτή βλέπουμε και τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα(!) Εάν βλέπαμε στο πρόσωπο του Χριστού σωματικώς τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, όπως δέχονται μερικοί, άθελά τους πέφτουν σε αίρεση, δεχόμενοι το περιγραπτό της Θεότητος (!!!) Στον διάλογό του απ. Φιλίππου με τον Κύριο, όταν του είπε «δείξε μου τον Πατέρα». Αρχικά φαίνεται να του απαντά καταφατικά ότι: «Αυτός που βλέπει εμένα, βλέπει και τον Πατέρα», αλλά επειδή είναι αόρατος ο Θεός και απρόσιτη η Θεία φύση Του, ο Κύριος του απαντά: «Εἰ ἐγνώκειτέ Με, καὶ τὸν Πατέρα Μου ἐγνώκειτε ἄν» (Ιωαν.ιδ΄, 7), και πάλι αλλού: «Ἔλεγον οὖν Ἀὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ Πατήρ σου; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε Ἐμὲ οἴδατε οὔτε τὸν Πατέρα μου· εἰ Ἐμὲ ᾔδειτε, καὶ τὸν Πατέρα μου ᾔδειτε ἄν.» (Ιωαν.η΄,19), που σημαίνει: Εάν με είχατε γνωρίσει καλά, θα γνωρίζατε και τον Πατέρα μου. Ως προς την Θεία Του φύση, όμως δεν μπορούσαν να τον γνωρίσουν, άρα ούτε τον Πατέρα γνώριζαν. Ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας τον παραπάνω λόγο του Χριστού προς τον Φίλιππο, λέγει σχολιάζοντας το συγκεκριμένο εδάφιο: «Ει ήδετε την εμήν ΟΥΣΙΑΝ και την αξίαν, και την του Πατρός ήδετε» (Ε.Π.Ε. 14ος, σελ.406). Και άλλος Πατέρας ερμηνεύοντας το ίδιο εδάφιο λέγει πως μ΄αυτό που είπε ο Χριστός «ενέφηνεν ότι και Αυτόν αγνοούσι (οι μαθητές) και τον Πατέρα» (Ζυγαβινός Υπόμν. Παν. Τρεμπέλα). Συνεχίζοντας ο Ιερός Χρυσόστομος εξηγεί: «Τι ο Φίλιππος ζητεί ιδείν; Άρα την σοφία του Πατρός; Άρα την αγαθότητα; Ουχί. Αλλά το τι ποτε εστίν ο Θεός, αυτήν την ΟΥΣΙΑΝ (του Πατρός) προς τούτο ουν (λοιπόν) αποκρίνετααι ο Χριστός «ο εωρακώς εμέ…»… «ο δε λέγει τοιούτον εστίν, ότι ούτε εμέ ούτε εκείνον (τον πατέρα) δυνατόν εστίν ιδείν». Επίσης είναι λάθος να αποφαινόμαστε ότι στην  Π. Διαθήκη μιλά μόνο ο άσαρκος Υιός και όχι ο Πατήρ. Στην Αγ. Γραφή διαβάζουμε: «Πολεμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ» (Εβρ.1:1). Άρα ποιός μιλούσε πριν σαρκωθεί ο Υιός του Θεού; Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει: «Και δια τούτο δια προφήτου τινός ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΡ εμφαίνων έλεγεν, ΕΓΩ οράσεις φησίν επλήθυνα, και εν χερσί προφητών ωμοιώθην. Τουτέστι συγκατατέθην ου τούτο ‘οπερ ήμην εφάνην. Επειδή γαρ έμμελλε αυτού ο Υιός δι΄αληθινής σαρκός φανήσεται ημίν, άνωθεν αυτούς προεγύμναζεν…» («Ανατολικός Ορθοδ. Μοναχισμός» Τρίκης & Σταγών Διονυσίου, σελ.745). Ποιός και σε ποιόν είπε κατά την δημιουργία του ανθρώπου «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν»; (Γεν.1:26). Απαντά ο Μ. Βασίλειος: «Τίνι λέγει ο Θεός (Πατήρ) ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν; Τίνι άλλω γε ή τω απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρι της υποστάσεως Αυτού; (τω Υιώ)». Θα μπορούσα να αναφέρω κατεβατό ολόκληρο από παρόμοια εδάφια και πατερικά σχόλια, αλλά δεν είναι επιτρεπτό στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου. Ομοίως και στη Κ. Διαθήκη πόσες φορές ακούγεται ο λόγος του Θεού Πατρός; Στη Βάπτιση (Ματ.3:17), στη Μεταμόρφωση (Ματ.17:5), στη Γεσθημανή (Ιωαν. 12:28) κ.α. Λοιπόν ο Θεός Πατήρ μιλά και αποκαλύπτεται…

6ον §7 Επισημαίνετε ότι: Οἱ μεγαλύτεροι ἁγιογράφοι μας δέν εἰκονογραφοῦν τήν Ἁγία Τριάδα, διότι ἡ Ἁγία Τριάδα εἶναι μυστήριο… ἐμπειρικά κατενόησαν ὅτι μόνο Συμβολικῶς μποροῦμε νά μιλήσουμε γιά τήν Ἁγία Τριάδα καί γιά τόν λόγο αὐτό μετά τόν  12ο  αἰ. καί  μέ ἕναν συμβολικό τρόπο εἰκονογραφοῦν τό μέγα αὐτό Μυστήριο παίρνοντας ἕνα ἱστορικό γεγονός ἀπό τήν Γένεση, δηλ. μέ τήν Φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ. Και εγώ το ίδιο γράφω, ότι συμβολικώς ζωγραφίζονται τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος σε αμφότερες της εικόνες γιατί η Θεία Φύση τους είναι απερίγραπτη. Στον δε Υιό του Θεού εικονίζουμε την ανθρώπινη μορφή ΜΟΝΟ, και όχι την Θεότητα. Να σημειώσω επίσης ότι ο ιερομόναχος  Διονύσιος ο εκ Φουρνά (γεννηθείς γύρω στα 1670 μ.Χ. στην Ευρυτανία), εξαίρετος αγιογράφος στο περισπούδαστο έργο του: «Ερμηνεία της Ζωγραφικής τέχνης» (Α. Παπαδόπουλου-Κεραμέως, Εκδ. Σπανού, 1909) στη σελ. 224, γράφει: «Ομοίως ζωγραφίζομεν και τον Άναρχον Πατέρα ωσάν γέροντα, καθώς τον είδεν ο Δανιήλ (κεφ.ζ΄), το ίδιο αναφέρει και παρακάτω σελ. 227, όπου μιλά για τα επιγράμματα εις την Αγία Τριάδα…

7ον §10 Τέλος καταλήγετε με τα εξής: Ἔτσι, ἄν εἰκονίζουμε τήν Ἁγία Τριάδα μέ τόν Θεό Πατέρα ὡς ἄνθρωπο (δηλ. Πρόσωπο πρᾶγμα ἀπαράδεκτο σύμφωνα μέ τά προηγούμενα, ἀφοῦ δέν ἐνανθρώπησε), (αλλά ούτε και στη φιλοξενία του Αβραάμ ενανθρώπισε. Όμως εκεί δέχεσθε την εξεικόνιση του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος ως νέου ανδρός(;)!! Ούτε οι άγιοι άγγελοι έχουν κατά φύση σάρκα, αλλά ανέχεστε να εικονίζονται και να προσκυνούνται με ανθρώπινη μορφή!) τόν Θεό Υἱό ὡς ἄνθρωπο (δηλ. Πρόσωπο ἀφοῦ ἐνανθρώπησε) καί τό Ἅγιο Πνεύμα ὡς Περιστέρι (δηλ. ὄχι ὡς Πρόσωπο ἀλλά ὡς Περιστερά, ἄρα ὁ θεατής βλέπει Περιστέρι, ἀντί νά βλέπει Πρόσωπο), (Άρα στη βάπτιση είναι λάθος να εξεικονίζεται ως περιστέρι, γιατί ο θεατής δεν κατανοεί ότι είναι πρόσωπο;!) τό ὁποῖο μάλιστα τό τοποθετοῦν στήν εἰκόνα πάνω καί μεταξύ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, τότε ἱστοροῦμε (δηλ. εἰκονίζουμε) τό filioque. Όχι, ιστορούμε την αποστολή του Αγ. Πνεύματος στον κόσμο και από τα δύο άλλα πρόσωπα. Βολεύει όμως κάποιους για να βγάλουν την εικόνα κακόδοξη να την ερμηνεύουν με αυτό το σκεπτικό(!!).

Να κλείσω με μια αναφορά στον άγιο της εποχής μας τον Άγιο Νεκτάριο. Το 1904 έκτισε στην Αίγινα Ιερό Ναό επ΄ονόματι της Αγίας Τριάδος και ο ίδιος τοποθέτησε στο τέμπλο εικόνα της Αγίας Τριάδος με τον Θεό Πατέρα ως Παλαιό των Ημερών κλπ. Μπροστά σε αυτή την εικόνα «ύψωνε τα χέρια του ο άγιος Νεκτάριος στις θεοπρεπείς του ικεσίες», όπως μας αποκαλύπτουν οι σχετικές φωτογραφίες και οι αυτόπτες μάρτυρες (Βλ. Μανώλη Μελινού, «Ο Άγιός μας» σελ.86-87). Άραγε δεν είχε τόσα χρόνια κατανοήσει αυτός ο καθηγητής της δογματικής και ποιμαντικής, ότι προσεύχεται σε λάθος εικόνα;

Αδελφέ μου π. Νικόλαε, νομίζω ότι έχετε επηρεαστεί από την σύγχρονη τάση της βυζαντινολατρείας κάποιων Σούπερ Ορθοδόξων (τουλάχιστον στα λόγια) των καιρών μας, που έχουν ανάγει σε δογματική διδασκαλία την βυζαντινή τέχνη και έχουν απορρίψει κάθε τι που έχει την κοιτίδα του σε άλλους τόπους  χρόνους και καιρούς. Το ίδιο έκανα κι εγώ πριν μερικά χρόνια αλλά λίγη μελέτη παραπάνω με έπεισε ότι είναι λάθος ένα τέτοιο σκεπτικό. Όλα τα πράγματα και οι καταστάσεις (από ιδέες μέχρι και ουρανοξύστες) οικοδομούνται σε ήδη προϋπάρχουσες δομές και αντιλήψεις που βρίσκουμε έτοιμες, για να τις επεξεργαστούμε εκ νέου.

Με αδελφική αγάπη εν Χριστώ

π. Δημήτριος Σαββόπουλος

Πηγή: Αναστασιος (28/06/2021)