Εάν από μικρό παιδί κουβαλάς την πληγή της ενοχής…

Εάν από μικρό παιδί κουβαλάς την πληγή της ενοχής, εάν βαστάς το μαρτύριο της ευαισθησίας, εάν τα μάτια σου δακρύζουν στην ομορφιά και την αγάπη, εάν ζητάς μια αγκαλιά να ξαποστάσεις τους εφιάλτες της ύπαρξης σου, πρόσεξε σε ποιον παπά θα εξομολογηθείς ή θα ζητήσεις συμβουλές.

Προσευχήσου, αναζήτησε, όχι τον σπουδαίο, το όνομα, τον “αγιορείτη”, τον διορατικό, προορατικό και θαυματοποιό. 

Τίποτε από αυτά. Έναν παπά που να ζει τον Χριστό στην καρδιά και την ζωή του.

Που σημαίνει, αγαπητικό και ταπεινό, αυτό που λέει το γεροντικό, να έχει καρδιά! Καρδιά ανθρώπου!

Άκου τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, “μην αναζητάτε προγνώστας, μα ταπεινούς ανθρώπους της καρδιάς”.

Πρόσεχε μη σε γεμίσουν ενοχές και μόνο για το ότι ζεις και αναπνέεις. Μην προβάλουν πάνω σου τις δικές τους σκιές.

Εγώ έκανα πολλά λάθη στις επιλογές μου και τα πλήρωσα ακριβά.

Μια φορά, ένας παππούλης, από αυτούς που γνωρίζουν εμπειρικά και βιωματικά τον Θεό, για αυτό και έχουν αγάπη, ταπείνωση και απίστευτη ελευθερία, μου, είπε σχεδόν με δάκρυα στα μάτια “το ύφασμα σου, ήταν από μετάξι.

Στο τράβηξαν άτσαλα και βίαια και το έσκισαν. Τώρα θα προσπαθήσουμε να το ράψουμε. Μα η πληγή θα φαίνεται…»

Άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης

Πηγή: https://anastasiosk.blogspot.com/2022/09/blog-post_186.html#more

Ρωτᾶνε ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζουν ὅσα ἀκοῦνε

Πῆγε κάποτε στὸν Ἀββᾶ Φήλικα ἕνας ἀδελφός, ἔχοντας μαζί του καὶ μερικοὺς κοσμικούς. Παρακάλεσε λοιπὸν τὸν Ἀββᾶ νὰ τοὺς πεῖ ὠφέλιμο λόγο. Ὁ γέροντας ὅμως σώπαινε. Ὁ ἀδελφὸς συνέχισε νὰ τὸν παρακαλεῖ ὥρα πολλή, ὁπότε ἐκεῖνος τοὺς εἶπε:

– Θέλετε ν᾿ ἀκούσετε ψυχωφελῆ λόγο;

– Ναί, Ἀββᾶ, ἀποκρίθηκαν.

– Δὲν ὑπάρχει πιὰ λόγος, εἶπε ὁ γέροντας. Γιατὶ ὅταν οἱ ἀδελφοὶ ρωτοῦσαν τοὺς γέροντες καὶ ἔκαναν ὅσα ἐκεῖνοι τοὺς συμβούλευαν, ὁ Θεὸς ἔδινε λόγο, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ρωτοῦσαν. Τώρα ὅμως, ἐπειδὴ ρωτᾶνε ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζουν ὅσα ἀκοῦνε, πῆρε ὁ Θεὸς τὴ χάρη τοῦ λόγου ἀπὸ τοὺς γέροντες. Δὲν βρίσκουν πιὰ τί νὰ ποῦν, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἐργάτης τῆς ἀρετῆς.

Ὅταν τὸν ἄκουσαν οἱ ἐπισκέπτες, ἀναστέναξαν καὶ εἶπαν:

– Προσευχήσου γιὰ μᾶς, Ἀββᾶ.

Από το Γεροντικό

Πηγή: https://anastasiosk.blogspot.com/2022/09/blog-post_111.html#more

Ο γλυκύς Ιησούς μέσα εις τας θλίψεις γνωρίζεται 

Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Ο γλυκύς Ιησούς μέσα εις τας θλίψεις γνωρίζεται. Και μόλις θα τον ζητήσης, θα σου προβάλη τας θλίψεις. Η αγάπη Του είναι μέσα στα βάσανα. Ολίγον μέλι σου δείχνει και αποκάτω έχει κρύψει ολόκληρον αποθήκην πικρίας. Προηγείται το μέλι της χάριτος και ακολουθεί η πικρία των πειρασμών.

Όταν θελήση να σου στείλη τα βάσανα σε ειδοποιεί και ως αγγελιαφόρον σου στέλνει ανάλογον χάριν. Ως να σου λέγη: Γίνου έτοιμος! Να περιμένης πόθεν θα σε προσβάλη και θα χτυπήση ο εχθρός. Και ούτως αρχίζει ο σος αγών και η πάλη.

Πρόσεχε, μη δειλιάσης. Μη ξενίζεσαι, όταν πέφτουν κανόνια, αλλά στήθι ανδρείως ως τού Χριστού στρατιώτης, ως δόκιμος αθλητής, ως γενναίος πολεμιστής. Διότι εδώ η παρούσα ζωή είναι στάδιον του πολέμου. Εκείθεν θα είναι η ανάπαυσις. Εδώ εξορία, εκείθεν η αληθινή μας πατρίδα.

Πηγή: https://www.orthodoxianewsagency.gr

«Κάθε μέρα να εορτάζουμε την ύψωση του σταυρού!»

Όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης

«Εδώ στο Άγιον Όρος ήρθα στις 14 Σεπτεμβρίου. Ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ημέρα που ξαναγεννήθηκα. Κάθε μέρα να εορτάζουμε την ύψωση του σταυρού μας. Όταν σηκώνουμε τον σταυρό, πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε. Η άρση του σταυρού θάνατος και ανάσταση είναι» (Από το βιβλίο του π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου, «Ἔλα φῶς…», εκδ. Θεσβίτης, σελ. 75). 

 Ο μέγας Γέρων, ο όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, εόρταζε ιδιαιτέρως την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Γιατί; Διότι ήταν η ημέρα εισόδου του στο Άγιον Όρος – «Του Σταυρού ήρθα στο Άγιον Όρος, Σεπτέμβριος του 1933» ήταν η διαρκής επανάληψή του. Δεν την εόρταζε όμως ως γεγονός απλής ανάμνησης που άλλαζε έστω τον ρου της ζωής του – από κοσμικός έγινε καλόγερος – αλλά ως γεγονός που στιγμάτισε την εσωτερική πνευματική του ζωή. Ο άγιος Γέρων με τα μεγάλα ολοφώτεινα μάτια που αντιφέγγιζαν το φως του Ουρανού που ζούσε στην καρδιά και σ’ όλη την ύπαρξή του ένιωσε εισερχόμενος νεαρός στο Όρος τη μυστική αξία του αγιασμένου αυτού τόπου – τη χάρη που τον διαπερνά ως εσωτερικό ρεύμα ζωής. Τότε ήταν «που ξαναγεννήθηκα» ομολογεί. Ξαναγεννιέται πνευματικά εκείνος που βαπτίζεται στην άγια κολυμβήθρα της Εκκλησίας κι εκείνος που βρίσκει το αληθινό μονοπάτι της μετάνοιας, στο οποίο λούζεται με τα δάκρυά του. Ο Θεός έδωσε τη χάρη στον νεαρό (μετέπειτα Εφραίμ) Ευάγγελο να κατανοήσει ότι καλόγερος σημαίνει άνθρωπος που αγωνίζεται στη μετάνοια. Ότι πήρε τη δύναμη της μετανοίας από την «κοιλιά» της Εκκλησίας την αγία κολυμβήθρα – γι’ αυτό και πολύ αργότερα θα την αναζητήσει στο χωριό του και θα την ασπαστεί με πολλά δάκρυα – κι αυτή η μετάνοια αποτελεί το έργο κάθε βεβαίως χριστιανού, πολύ περισσότερο όμως του «τύπου» του χριστιανού, του ορθόδοξου μοναχού.

Κι ακόμη. Για τον όσιο Γέροντα η καλογερική αυτή μετάνοια με την οποία ο άνθρωπος αναγεννάται γιατί είναι γνήσια ταυτίζεται με την άρση του σταυρού. Μοναχός δηλαδή για τον όσιο είναι ο εσταυρωμένος άνθρωπος (πόσο ωραία φανερώνεται τούτο με τη συγκεκριμένη εικόνα του εσταυρωμένου μοναχού!) κατά τον τύπο που λέει ο απόστολος Παύλος: «Χριστώ συνεσταύρωμαι», που σημαίνει ότι τον Σταυρό του Κυρίου Τον ζούσε βιωματικά ο άγιος Γέροντας ως θάνατό του, συνεπώς και ως ανάστασή του. Τα απλοϊκά φαινομενικά λόγια του περικλείουν τα αποκαλυπτικά λόγια του Ίδιου του αρχηγού της πίστεως Ιησού Χριστού: «όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώνει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί», αλλά και τη μεγαλειώδη θεολογία περί του βαπτίσματος του αποστόλου Παύλου: «όσοι βαπτιστήκαμε, στον θάνατο του Χριστού βαπτιστήκαμε και την ανάσταση Εκείνου ομολογούμε».  Οπότε ο όσιος Εφραίμ με δύο λέξεις αφήνει να φανεί η ένταση του εσωτερικού του κόσμου, η οδύνη που ζούσε από τον πόλεμο κατά των παθών και του πονηρού διαβόλου, αλλά και η πνευματική ηδονή από τα αναστάσιμα και χαρμόσυνα στοιχεία που του πρόσφερε αφειδώλευτα η χάρη του Θεού.

Κι η επισήμανσή του είναι συγκλονιστική και μοναδική: «κάθε μέρα να εορτάζουμε την ύψωση του σταυρού μας». Ο ατόφιος, αληθινός και αταλάντευτα προσανατολισμένος στον σκοπό του καλόγερος: όχι απλώς να γιορτάζουμε την ύψωση του Σταυρού τη συγκεκριμένη ημέρα, αλλά την κάθε ημέρα ως προσωπικό γεγονός. Η πορεία της μετάνοιας δηλαδή ως πορεία άρσης του σταυρού πάνω στις εντολές του Χριστού δεν γνωρίζει διαλείμματα. Το διάλειμμα είναι για τους αρχάριους και τους «τυφλούς» ακόμη πνευματικά ανθρώπους που λειτουργεί ως οπισθοδρόμηση και κατρακύλα. Η ακολουθία του Χριστού είναι «κόλλησις» στον Χριστό που κάνει τον άνθρωπο να γίνει κι εκείνος Χριστός. Όπως έγινε και ο όσιος Εφραίμ και έγιναν όλοι οι άγιοι.

Δεν ξέρουμε πόσοι αντέχουμε το πυρ των λόγων του οσίου. Απλώς να παρακαλούμε η φωτιά του Πνεύματος που έκαιγε την καρδιά του να καύσει λίγο και τις δικές μας καρδιές, ώστε να καθαριστεί το έδαφος και να φωτιστεί ο χώρος.

π. Γεώργιος Δορμπαράκης 

Πηγή: Ακολουθείν

Έχω γνωρίσει λαϊκοὺς ποὺ ἁγίασαν

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Νά, δὲν ἔχει πολλὰ χρόνια ποὺ στὸ Ἅγιον Ὄρος ἐργαζόταν γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ ἕνας λαϊκὸς μὲ τὸ παιδί του. Ἔπειτα βρέθηκε μιὰ καλὴ δουλειὰ στὴν πατρίδα τους καὶ ὁ πατέρας ἀποφάσισε νὰ φύγη καὶ νὰ πάρη καὶ τὸ παιδί, γιὰ νὰ εἶναι ὅλη ἡ οἰκογένεια κοντά. Τὸ παιδί του ὅμως εἶχε συγκινηθῆ ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν καὶ ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν του καὶ τὴν κοσμικὴ ζωὴ μὲ τὸ ἄγχος δὲν θέλησε νὰ τὸν ἀκολουθήση καὶ νὰ γυρίση στὸν κόσμο.

«Ἀφοῦ, πατέρα, ἔχεις καὶ ἄλλα παιδιά, τοῦ εἶπε, ἄφησε καὶ ἕνα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας».

Ἐπειδὴ ἐπέμενε, ἀναγκάσθηκε ὁ πατέρας του νὰ τὸν ἀφήση. Τὸ παλληκάρι αὐτὸ ἦταν ἀγράμματο, ἀλλὰ ἦταν πολὺ εὐαίσθητο καὶ εἶχε πολὺ φιλότιμο καὶ ἁπλότητα. Αἰσθανόταν τὸν ἑαυτό του πολὺ ἀνάξιο, γιὰ νὰ γίνη μοναχός, ἐπειδὴ νόμιζε ὅτι δὲν θὰ μπορέση νὰ ἀνταποκριθῆ στὰ μοναχικά του καθήκοντα.Βρῆκε λοιπὸν μιὰ μικρὴ καλύβα, ποὺ τὴν χρησιμοποιοῦσαν παλιὰ γιὰ τὰ ζῶα, ἔκλεισε μὲ πέτρες καὶ φτέρες τὴν πόρτα καὶ τὸ παράθυρο καὶ ἄφησε μιὰ μικρὴ στρογγυλὴ τρύπα, γιὰ νὰ μπαινοβγαίνη στρυμωχτά, τὴν ὁποία ἔκλεινε ἀπὸ μέσα μὲ ἕνα κουρελιασμένο παλτό, ποὺ εἶχε βρεῖ ἐκεῖ πεταγμένο.

Οὔτε φωτιὰ δὲν ἄναβε. Οἱ φωλιὲς τῶν πουλιῶν φυσικὰ ἦταν καλύτερες ἀπὸ τὴν φωλιά του, ὅπως καὶ τὰ γιατάκια τῶν ζώων πάλι ἦταν καλύτερα ἀπὸ τὸ δικό του. Τὴν χαρὰ ὅμως ποὺ εἶχε αὐτὴ ἡ ψυχὴ δὲν τὴν ἔχουν ὅσοι ζοῦν σὲ πλούσια παλάτια, γιατὶ αὐτὸς ἀγωνιζόταν γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ὁ Χριστὸς ἦταν κοντά του, ὄχι μόνο στὴν καλύβα του, ἀλλὰ καὶ μέσα στὸ πνευματικό του σπίτι, στὸ σῶμα του, στὴν καρδιά του. Γι᾿ αὐτὸ ζοῦσε μέσα στὸν Παράδεισο.

Ἀπὸ τὴν φωλιά του ἔβγαινε κατὰ καιροὺς καὶ περνοῦσε ἀπὸ κανένα Κελλί, στὸ ὁποῖο οἱ Πατέρες εἶχαν ἐξωτερικὲς ἐργασίες στοὺς κήπους. Βοηθοῦσε στὶς δουλειὲς καὶ τοῦ ἔδιναν λίγο παξιμάδι καὶ λίγες ἐλιές. Ἐὰν δὲν τὸν ἄφηναν νὰ ἐργασθῆ, δὲν δεχόταν εὐλογίες. Τὶς εὐλογίες ποὺ ἔπαιρνε, ἔπρεπε νὰ τὶς πληρώση μὲ τὴν ἐργασία του διπλά. Φυσικὰ τὴν πνευματική του ζωὴ μόνον ὁ Θεὸς τὴν γνώριζε, γιατὶ ζοῦσε στὴν ἀφάνεια, ἁπλὰ καὶ ἀθόρυβα. Ἀπὸ ἕνα ὅμως περιστατικὸ ποὺ ἔγινε γνωστὸ μπορεῖ κανεὶς πολλὰ νὰ καταλάβη.

Μιὰ φορὰ πέρασε ἀπὸ ἕνα μοναστήρι καὶ ρώτησε πότε ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ – ἂν καὶ γι᾿ αὐτὸν ὅλος ὁ χρόνος σχεδὸν ἦταν Μεγάλη Σαρακοστή –, καὶ ὕστερα πῆγε καὶ κλείστηκε στὴν φωλιά του. Πέρασαν σχεδὸν τρεῖς μῆνες, χωρὶς νὰ καταλάβη πότε πέρασαν. Κάποια μέρα βγῆκε καὶ πῆγε σὲ ἕνα μοναστήρι νὰ ρωτήση πότε εἶναι τὸ Πάσχα. Παρακολούθησε τὴν ἀκολουθία, κοινώνησε στὴν Θεία Λειτουργία καὶ ἐν συνεχείᾳ πῆγε μὲ τοὺς Πατέρες στὴν τράπεζα. Βλέπει στὴν τράπεζα κόκκινα αὐγὰ – ἦταν ἀπόδοση τοῦ Πάσχα. Παραξενεύτηκε καὶ ρώτησε ἕναν ἀδελφό: «Καλά, ἦρθε τὸ Πάσχα;». «Τί Πάσχα; τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἀδελφός. Αὔριο εἶναι τῆς Ἀναλήψεως!». Δηλαδὴ εἶχε νηστέψει ὅλη τὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ ἄλλες σαράντα μέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως!

Μὲ τέτοιον τρόπο ἀγωνιζόταν μέχρι τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του. Τὸν βρῆκε νεκρὸ ἕνας κυνηγὸς δύο μῆνες μετὰ τὸν θάνατό του καὶ εἰδοποίησε τὴν ἀστυνομία καὶ τὸν γιατρό.

Ὁ γιατρὸς μοῦ εἶπε: «Ὄχι μόνο δὲν μύριζε, ἀλλὰ ἀντιθέτως εἶχε μιὰ εὐωδία».

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Πηγή: https://anastasiosk.blogspot.com/2022/09/blog-post_31.html#more