Πρωτότυπη πρόταση γάμου!

μακαριστής Πορφυρίας Μοναχής.

Κάποιο απόγευμα, μπήκε στο ταξί ένα παλληκάρι πού ήταν αλεξιπτωτιστής. Με λίγα λόγια μού είπε πώς έκανε πρόταση γάμου στην αγαπημένη του:
-Ήμασταν καλεσμένοι σε κάποιο γεύμα. Κάποια στιγμή η κοπέλα μου σκύβει στο αυτί και μου λέει:
«Σ’ αγαπώ!»
«-Απόδειξε το», της απάντησα.
«-Τι θέλεις, δηλαδή, να κάνω;»
«-Δεν ξέρω! Ό,τι νομίζεις».
«-Για σένα μπορώ να πέσω από τα δέκα χιλιάδες πόδια».
«-Πολύ ωραία, θα πέσεις!» της λέω γελώντας.

Εκείνη νόμιζε ότι αστειευόμουν. Σε λίγες μέρες, όμως, της είπα ότι ήταν η ώρα για την απόδειξη.
«Πάμε», μου απάντησε γελώντας.

Ανεβήκαμε στο αεροπλάνο, ετοιμάστηκα και την έδεσα επάνω μου. Μόλις φτάσαμε στα δέκα χιλιάδες πόδια, έκανα το σταυρό μου, είπα: Θεέ μου, προστάτεψε με και σ’αυτή την πτήση- και πέσαμε. Εκείνη ούρλιαζε από τον φόβο της… Εγώ γελούσα και τη ρωτούσα:
«-Πόσο μ’ αγαπάς; »
«-Πολύ!!!»
«-Θα με παντρευτείς;»
«-Ναι!»
«-Πότε;»
«-Μόλις πατήσουμε στη γη!»

-Και τελικά, παντρευτήκατε;
-Ε, κάτσε! Είναι δέκα πέντε μέρες, περάσαμε βέρες και ετοιμαζόμαστε για τον γάμο.
-Τέτοια πρόταση γάμου πρώτη φορά ακούω στη ζωή μου. Να είστε ευτυχισμένοι και ευλογημένοι από τον Θεό.
-Ευχαριστούμε! μου απάντησε και κατέβηκε.

Από το βιβλίο: «Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης», της Μακαριστής μοναχής Πορφυρίας.
ΑΘΗΝΑ 2010
Κεντρική διάθεση Νεκτάριος Δ. Παναγόπουλος.

Πηγή: http://www.orp.gr/

Τίποτε δεν συμβαίνει …. τυχαία…

Airplane view

Ο Δρ Ahmed, ένας πολύ γνωστός ειδικός στον καρκίνο, ταξίδευε σε μια άλλη πόλη για ένα σημαντικό συνέδριο όπου επρόκειτο να τιμηθεί με ένα βραβείο στον τομέα της ιατρικής έρευνας….. Ήταν πολύ ενθουσιασμένος, βέβαια, να παρευρεθεί στο συνέδριο και ήθελε να φτάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα…. Είχε δουλέψει πάρα πολύ σκληρά στην έρευνά του και θεωρούσε ότι οι προσπάθειές του άξιζαν το βραβείο….

Ωστόσο, μετά την απογείωση του αεροσκάφους, και μετά από δύο ώρες πτήση, το αεροπλάνο έκανε αναγκαστική προσγείωση στο πλησιέστερο αεροδρόμιο λόγω τεχνικής βλάβης και όπως ήταν φυσιολογικό ο Δρ Ahmed άρχισε να ανησυχεί ότι θα χάσει το συνέδριο….. Έτσι, πήγε αμέσως στις πληροφορίες του αεροδρομίου για να διερευνήσει αν υπήρχε άλλη πτήση για τον προορισμό του…. Η κοπέλα στις πληροφορίες τον ενημέρωσε ότι η επόμενη πτήση θα ήταν μετά από δέκα ώρες, κι έτσι θα ήταν πολύ αργά για το συνέδριο…. Τον συμβούλευσε μάλιστα ότι αυτό που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να ενοικιάσει αυτοκίνητο και να οδηγήσει μόνος του μέχρι το συνέδριο, κάτι που θα τού έπαιρνε λιγότερο από τέσσερις ώρες…. Μη έχοντας άλλη επιλογή, και παρόλο που δεν του άρεσε να οδηγεί σε μεγάλες αποστάσεις, ακολούθησε τη συμβουλή……

Ο Δρ Ahmed λοιπόν ενοικίασε ένα αυτοκίνητο και άρχισε το ταξίδι του…. Ωστόσο, σύντομα, μόλις έφυγε από το αεροδρόμιο, ο καιρός ξαφνικά άλλαξε και άρχισε μια δυνατή καταιγίδα…. Η δυνατή βροχή δυσκόλευε σημαντικά την ορατότητα κι έτσι σε μια διασταύρωση δεν πρόσεξε τις πινακίδες και πήρε άλλο δρόμο από εκείνο που έπρεπε να πάρει….

Μετά από δυο ώρες οδήγησης, κάτω από πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες ήταν πια βέβαιος ότι χάθηκε…. Οδηγώντας κάτω από έντονη βροχή και δύσκολη ορατότητα, σε ένα έρημο δρόμο, και αισθανόμενος πολύ κουρασμένος και πεινασμένος άρχισε να ψάχνει για οποιοδήποτε σημάδι ζωής….

Μετά από λίγο, όταν η καταιγίδα κόπασε κάπως, βρήκε τελικά ένα μικρό παλιό σπίτι, στην ερημιά…. Κάτω από μεγάλη απελπισία, και μη έχοντας άλλη επιλογή, βγήκε από το αυτοκίνητο και χτύπησε την πόρτα…. Μια όμορφη κυρία άνοιξε την πόρτα…. Της εξήγησε τι του είχε συμβεί και την ρώτησε αν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνό της…. Η κυρία, πολύ στενοχωρημένη, του απάντησε ότι δεν έχει τηλεφωνική σύνδεση, αλλά είπε στον γιατρό ότι θα μπορούσε να έρθει μέσα μέχρι να βελτιωθεί ο καιρός…. Πλήρως εξαντλημένος και πεινασμένος δέχτηκε την ευγενική της πρόσκλησή και μπήκε μέσα… Η κυρία του έδωσε ζεστό τσάι και παξιμάδι για να φάει….

Στη συνέχεια η κυρία του είπε ότι προσευχόταν, όταν της κτύπησε την πόρτα, και ότι σκόπευε να συνεχίσει την προσευχή της…. Τον προσκάλεσε μάλιστα, αν ήθελε, να προσευχηθεί κι εκείνος μαζί της…. Ο Δρ Ahmed χαμογέλασε και της είπε ότι δεν πίστευε στις προσευχές ούτε στο Θεό φυσικά, αλλά εκείνη θα μπορούσε να συνεχίσει την προσευχή της……

Καθισμένος στο τραπέζι και πίνοντας το τσάι του, ο Δρ Ahmed παρακολούθησε τη γυναίκα σε μια σκοτεινή γωνιά του δωματίου, κάτω από το φως των κεριών, που προσευχόταν για κάποιον, έχοντας δίπλα της ένα μικρό παιδικό κρεβατάκι….

Αυτό κράτησε για αρκετή ώρας, καθώς η κυρία κάθε φορά που τελείωνε μια προσευχή, άρχιζε μια άλλη…. Θεωρώντας ότι η γυναίκα θα μπορούσε να χρειάζεται κάτι, ο γιατρός εκμεταλλεύτηκε ένα μικρό διάλειμμα στις προσευχές της και την ρώτησε τι ακριβώς ζητούσε από το Θεό κι αν ο Θεός είχε εισακούσει, μέχρι τώρα κάποιαν από τις προσευχές της…….

Η κυρία χαμογέλασε μελαγχολικά και του είπε ότι το παιδί στο κρεβατάκι είναι ο γιος της ο οποίος πάσχει από ένα σπάνιο τύπο καρκίνου και υπάρχει μόνο ένας γιατρός, ο Δρ Ahmed που μπορεί να τον θεραπεύσει αλλά δεν έχει χρήματα για να πληρώσει για την εγχείρηση και επιπλέον ο Δρ Ahmed ζει σε μια πολύ μακρινή πόλη….

Του είπε επίσης, ότι ο Θεός δεν ανταποκρίθηκε μέχρι στιγμής στις προσευχές της, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος να σταματήσει να προσεύχεται…. Πρόσθεσε επίσης, ότι δεν θα επέτρεπε στους φόβους της να ξεπεράσουν την πίστη της…… και ότι ο Θεός κάποια μέρα θα ανταποκρινόταν……

Ξαφνιασμένος ….. και άφωνος ….. ο Δρ Ahmed ….. ένοιωσε δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια του….. και ψελλίζοντας …. με δυσκολία….. «ο Θεός είναι μεγάλος»….. έφερε στο μυαλό του τη σειρά των γεγονότων στο ταξίδι του, μέχρι το σημείο αυτό….. τη βλάβη στο αεροπλάνο…. την καταναγκαστική προσγείωση…. την καταιγίδα….. το χάσιμο του δρόμου….. Κατάλαβε ακόμα ότι όλα αυτά δεν ήταν τυχαία αλλά συνέβησαν με μια προκαθορισμένη ακολουθία… τόσο για να ανταποκριθεί ο Θεός στις προσευχές της γυναίκας….. αλλά και για να δώσει στον ίδιο την ευκαιρία να βγει από τον υλιστικό κόσμο που ζούσε και να προσφέρει βοήθεια στους φτωχούς ανθρώπους που ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥΣ ……… και…. ότι συμβαίνει….. συμβαίνει για κάτι καλύτερο…….

Σκεπτόμενος αυτά…..πλησίασε προς το παιδί….. κι ένοιωσε μια ….. απέραντη γαλήνη….. να πλημμυρίζει την ψυχή του…..

Πηγή: Το μέγα Γεροντικόν – Δημοσιεύσεις | Facebook

 

Το χαλί που το πατούσαν όλοι

Το χαλί

Ένα παραμύθι για τα προσωπικά όρια..

Μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη της Περσίας ήταν το πιο όμορφο, το πιο πολύτιμο, το πιο ακριβό και ξεχωριστό χαλί του κόσμου. Το διακοσμούσαν παραστάσεις που περιέγραφαν τη χαρά της ζωής και ήταν κατασκευασμένο από μετάξι και ίνες από χρυσό και ασήμι. Ο ιδιοκτήτης του, ένας έμπορος χαλιών, ήταν τόσο περήφανος για το απόκτημά του, που αντί να το κρεμάσει, όπως και όλα τα άλλα χαλιά, το έστρωσε στην είσοδο, για να το καμαρώνει ο ίδιος αλλά και για να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπε ο κάθε πελάτης την ώρα που θα έμπαινε στο μαγαζί του.

Έτσι η φήμη για την ομορφιά του χαλιού εξαπλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης και χιλιάδες κόσμου συνέρρεαν στο κατάστημα, για να θαυμάσουν αυτό το μοναδικό χαλί. Ο έμπορος ούτε για μια στιγμή δε διανοήθηκε να το πουλήσει, όμως κατάφερε να πουλήσει αμέτρητα χαλιά σε πολύ ακριβές τιμές.

Η προσφορά λοιπόν του χαλιού μας ήταν τεράστια. Ένιωθε να το πλημμυρίζει η ευτυχία, γιατί έκανε πάμπλουτο και τον ιδιοκτήτη του και την οικογένειά του, έκανε όμως χαρούμενους και χιλιάδες ανθρώπους, που θαυμάζοντας ένα τέτοιο σπάνιο αντικείμενο τέχνης γέμιζαν τα μάτια τους και τις ψυχές τους με απίστευτη ομορφιά.

Δυστυχώς η ευτυχία του καταστηματάρχη και του χαλιού δεν κράτησαν για πάντα. Με την πάροδο του χρόνου, επειδή όλοι το πατούσαν ασταμάτητα χωρίς να σκεφτούν ότι κι αυτό ήταν φθαρτό και θα μπορούσε να καταστραφεί, άρχισε να λερώνεται, να ξεθωριάζει και να ξεφτίζει.

Τότε το κυρίευσε ο πανικός και προσπαθούσε συνέχεια να φαίνεται πιο όμορφο, τεντωνόταν και φώναζε σε κάθε επισκέπτη: «Σε παρακαλώ, πέρασε, μπορείς να με κάνεις ό τι θέλεις, πάτα με κι άλλο!». Νόμιζε το δύστυχο ότι όσο πιο πολύ το πατούσαν, όσο πιο πολλά πρόσφερε στους ανθρώπους, τόσο πιο πολύ θα το αγαπούσαν και θα γίνονταν κι αυτοί αλλά και το ίδιο ευτυχισμένοι.

Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη. Μπορεί να συνέχιζαν να το πατάνε, έπαψαν όμως να του δίνουν και σημασία κι αυτό, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές του, φθειρόταν ολοένα και η αρχική αγαλλίασή του μετατρεπόταν σε δυσαρέσκεια, θυμό και φόβο που το δηλητηρίαζαν κάθε λεπτό της ημέρας. Ο έμπορος έπαψε φυσικά να είναι περήφανος γι’ αυτό και το κοίταζε με περιφρόνηση στην αρχή και με θυμό στη συνέχεια, γιατί οι πελάτες είχαν λιγοστέψει πολύ και ο ίδιος, όντας και πολύ επιπόλαιος, είχε φτωχύνει ξανά.

Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε μια μέρα, όταν ένας πελάτης μπαίνοντας στο μαγαζί είπε: «Τι το θέλεις αυτό το παλιόχαλο στην είσοδο του μαγαζιού σου; Αυτό το ξεφτισμένο και ξεθωριασμένο κουρέλι είναι για πέταμα!». Το κακόμοιρο το χαλί μας λοιπόν, έχοντας χάσει όλη του την ομορφιά, διαλυμένο και βαθύτατα δυστυχισμένο, κατέληξε πεταμένο στη γωνιά μιας σκοτεινής και υγρής αποθήκης, παρέα με τα ποντίκια που κι αυτά δεν το σεβάστηκαν και το ροκάνιζαν καθημερινά δίνοντάς του ακόμα μεγαλύτερο πόνο.

Έτσι συμβαίνει και με τις ζωές μας. Όταν συνέχεια «γινόμαστε χαλί να μας πατήσουν», πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα προσφέρουμε την ευτυχία και στον εαυτό μας και στους άλλους πετυχαίνουμε συνήθως το αντίθετο. Αυτοί που τους προσφέρουμε ασταμάτητα παύουν να αναγνωρίζουν την αξία μας, τους βλάπτουμε κακομαθαίνοντάς τους κι εμείς καταλήγουμε φθαρμένοι και διαλυμένοι.

Νίκη Ορφανουδάκη

 

Καταστροφή ή σωτηρία;

ναυαγός

Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ’ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία, εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του, κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών.

Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη.

Ο ναυαγός, πού πρώτα δόξαζε τον Θεό για την σωτηρία του, τώρα αναλύθηκε σε δάκρυα. «Γιατί, Θεέ μου;» άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή. Κι ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου.

Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία.

«Πώς με βρήκατε σε τούτη την ερημιά;» τους ρώτησε.

«Είδαμε», του είπαν, «το σινιάλο του καπνού απ’ τη φωτιά πού άναψες»!

«Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι. Γιατί στ’ αλήθεια: «Τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν»…

Πηγή: Περιοδικό Φίλοι Φυλακισμένων τευχ. 14ο

 

Ξέχασαν όμως να μας μάθουν… πως να τον κουβαλάμε..

o_stauros_pou_kouvalas

Είπε Γέρων: 

«Όταν ήμασταν μικροί, μας έμαθαν να κάνουμε το σταυρό μας… 

Ξέχασαν όμως να μας μάθουν… πως να τον κουβαλάμε…»

Πηγή: ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ