Τι είναι ο Μεγάλος Κανόνας, πότε ψάλλεται και γιατί ονομάστηκε έτσι

Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δυο νέες μεγάλες ακολουθίες· Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθεί στην επόμενη, στην Έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθεί από τους πατέρες με πολλή μελέτη και περίσκεψη. Με «διάκριση» κατά την εκκλησιαστική έκφραση. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μ. Εβδομάδα, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήσει μια περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μια μικρή ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρώπινα αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάδα και την έξαρση του τέλους βαστάζει η πρότελευταια.

Πότε ψάλλεται ο Μ. Κανόνας;

Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε΄ εβδομάδας. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξάρτητα από τον όρθρο, σαν μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου. Έτσι διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον βρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, το Τριώδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθηση του Κανόνα αυτού κατά την ώρα της ψαλμωδίας του είναι αρκετά δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ο ρυθμός της ψαλμωδίας γρήγορος. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαίτερα απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον ύμνο αυτό. Τα παρακάτω ας αποτελέσουν μια σύντομη εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνηση για την παρακολούθηση της ψαλμωδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.

Ποιός ο ποιητής – δημιουργός του Μ. Κανόνα;

Τον Μ. Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. Στα Ιεροσύλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. Αν και το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα εγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.

Στη Κρήτη συμμετέχει στις ταλαιπωρίες του ποιμνίου του που οφείλονταν στις Αραβικές επιδρομές. Εμψυχώνει το λαό στις θλίψεις και προσεύχεται για τη σωτηρία του. Με τις προσευχές του σταματά τη μεγάλη ανομβρία και σταματά τη μάστιγα της πείνας. Ιδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στον οποίο περιθάλπονται οι γέροντες και οι άρρωστοι, φιλοξενούνται οι ξένοι και οι φτωχοί διακονώντας ο ίδιος. «Με τα χέρια του υπηρετούσε τους ασθενείς και τους έπλενε τα πόδια και το κεφάλι, καθάριζε τις πληγές τους και τα τραύματα τους. Σ’ αυτό το σημείο τον οδηγούσε η αγάπη του πρός τον Θεό και τον πλησίον» σημειώνει ο βιογράφος του.

Ο άγιος Ανδρέα ο Κρήτης είχε μεγάλη ευλάβεια και ιδιαίτερη αγάπη του πρός την Παναγία. Αφιέρωσε πλήθος ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων στις εορτές της. Έκτισε δε μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν της Θεοτόκου που τον ονόμασε «Βλαχέρνες». Φρόντισε δε για την επισκευή των παλαιών και παραμελημένων ναών τους οποίους «ευπρεπώς κατεκόσμησε». Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη μετά από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, είτε και εξόριστος εκεί – ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγο, που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της Αγίας μάρτυρος Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφεί. Η καθιέρωση του ως Αγίου έγινε πολύ νωρίς.

Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός, εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη. Οι λόγοι του είναι κυρίως εγκωμιαστικοί. Σώζονται όμιλίες στις Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές και σε διαφόρους αγίους. Στις ομιλίες του φαίνεται η ρητορική του τέχνη, η άριστη γνώση της αττικής γλώσσας, η βαθιά γνώση της βίβλου, ιδιαίτερα της Π.Δ που ερμηνεύει αλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ως ο καλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της Βυζαντινής εποχής. Τα χαρακτηριστικά των λόγων του είναι η «έντεχνος ρητορική επεξεργασία και τα υψηλά θεολογικά νοήματα». Το υμνογραφικό του έργο είναι πλουσιότερο των ρητορικών του λόγων. Εφεύρε το είδος των Κανόνων που ψάλλονται μέχρι σήμερα και διακρίνονται για την σαφήνεια και το διδακτικό τους χαρακτήρα. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μ. Κανόνας. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μ. Κανόνας είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.

Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που γράφονταν για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: να διακοσμήσουν τη ψαλμωδία των 9 ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. Όλος ο κανόνας ψάλλεται σε ένα ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στη ψαλμωδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα στον όλο κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να σπάει και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμωδία που παρουσιάζει κάθε μια ωδή.

Γιατί ονομάζεται «Μεγάλος»;

Ο Μ. Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτη του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Ανδρέα.

Ποιο είναι το περιεχόμενο του Μ. Κανόνα;

Ο Μ. Κανόνας παρουσιάζει το τραγικό γεγονός της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους που κατάστρεψε τη δυνατότητα της κοινωνίας του με τον Θεό. Στον Μ. Κανόνα ο ποιητής θεωρεί και βιώνει το γεγονός της πτώσεως προσωπικά. Με την καθημερινή αμαρτία του ταυτίζεται με τον πρωτόπλαστο Αδάμ του οποίου γίνεται μιμητής. Η ψυχή του ακολουθεί τη πορεία της Εύας. «Αλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες την πρώτη Εύα; Κοίταξες πονηρά και πληγώθηκες πικρά». Ο άγιος αναφέρεται στην ύπαρξη που κληρονομήσαμε μετά τη πτώση που συνδέεται με τη φθορά και το θάνατο. Με τους πρωτόπλαστους έχουμε οντολογική αλληλεγύη. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η ομολογία της σφραγίζει ολόκληρο τον Μ. Κανόνα.

Είναι ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, είναι ο Αδαμιαίος θρήνος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια λίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του δίκαιου κριτή, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσει με τη ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας στον συμπνίγει. Η συνείδηση τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών τους πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. Αυτό κυρίως δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής, ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Στις οκτώ πρώτες ωδές παίρνει τα παραδείγματα του από τη Παλαιά Διαθήκη. Στη εννάτη ωδή από την Καινή Διαθήκη. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. Βρήκε την πόρτα του παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του φτώχια. Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ, του προφήτη Ιερεμία, των βασιλέων Μανασσή και Εζεκία από την Π. Δ και του Πέτρου, της Μάρθας και της Μαρίας, της Χαναναίας, του τελώνη, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. Πολλές φορές επανέρχεται χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της μετάνοιας της πόρνης και παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τα δικά του δάκρυα όπως δέχθηκε και τα δικά της και να του συγχωρήσει τις αμαρτίες του. Ο κριτής θα ευσπλαχνισθεί και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. Ψάλλεται σε ήχο πλ. του β΄. Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής.

Μέσα στο πλαίσιο της κατανυκτικής περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής ο γεμάτος κατάνυξη Μ. Κανόνας προσφέρει ένα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στο στόμα του πιστού σαν φωνή, σαν εγερτήριο, σαν αφυπνιστικός σεισμός. Σαν αποστροφή στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του. Τούτο ανακαιφαλαιώνει το θαυμαστό προοίμιο του Ρωμανού του Μελωδού που συμψάλλεται με τον Μ. Κανόνα:

«Ψυχή μου, Ψυχή μου, ανάστα τι καθεύδεις;

Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι·

ανάνηψον ουν, ίνα φείσηται σου Χριστός ο Θεός,

ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».

Πηγή: http://aktines.blogspot.com

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗ ΙΕΡΩΝ ΣΚΕΥΩΝ!

Ο σχολιασμός του ΚΗ΄ Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου από τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη.

Τις ημέρες αυτές, με αφορμή τη γενική αναστάτωση γύρω από τον κορονοϊό, προκλήθηκε συζήτηση ανάμεσα στα άλλα και για το αν θα πρέπει η διοίκηση της Εκκλησίας να τοποθετηθεί διαφορετικά ως προς τον τρόπο της μετάδοσης των αχράντων μυστηρίων. Ακούστηκαν διάφορες θέσεις οι οποίες δεν είναι της παρούσης να σχολιαστούν. Ασφαλώς και δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι παίζουν κάποιο ρόλο τα όσα λέγονται και προτείνονται, ιδίως όσα εξ’ αυτών προέρχονται από τον ευρύτερο δημοσιογραφικό και πολιτικό χώρο. Βέβαια, ακόμη και οι φερόμενες ως θεολογικές προτάσεις, είναι γεγονός ότι ανακυκλώνονται σε μια βάση άγονης, εσωτερικής κατανάλωσης, με μηδενικές επιδράσεις ευτυχώς στο εκκλησιαστικό σώμα.

Θα ήθελα να αναφερθώ συγκεκριμένα σε ένα κείμενο που κυκλοφόρησε υπό δύο μορφές και περιέχει σχολιασμό του αγίου Νικοδήμου στον 28ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Προφανώς η δεύτερη μορφή του κειμένου αντιγράφει άκριτα τα συμπεράσματα της πρώτης. Γενικότερα δεν θα πρέπει τα κείμενα να μελετώνται έξω από την ιστορική τους συνάφεια και το πνεύμα των κανόνων, διότι υπάρχει σαφής κίνδυνος παρερμηνείας. Εκτιμώ ότι η αποκοπή του σχολίου από τη συνάφεια του ερμηνευόμενου κανόνα καταλήγει σε προφανή παρερμηνεία του γράμματος και του πνεύματος του αγίου Νικοδήμου. Πιο συγκεκριμένα, στο κείμενο που κυκλοφόρησε πρωτογενώς, υπάρχει το συμπέρασμα του συντάκτη, ότι ο άγιος Νικόδημος προτρέπει τους ιερείς και τους Αρχιερείς να μεταλαμβάνουν τους ασθενείς που έπασχαν από πανώλη, από ξεχωριστό άγιο ποτήριο.

Το σκεύος αυτό, μετά τη χρήση του συν τη λαβίδα, πρέπει να πλένεται με ξύδι, το οποίο εν συνεχεία θα ρίχνεται στο χωνευτήρι του ναού. Οπότε με το δεδομένο αυτό και μάλιστα ερανισμένο από την εκκλησιαστική παράδοση, υποστηρίζεται με υποβόσκοντα τρόπο, η δυνατότητα μετάδοσης ιών μέσω της θείας κοινωνίας, πράγμα το οποίο έκανε τον άγιο Νικόδημο να επικαιροποιήσει τη λειτουργική πρακτική και να προτείνει απολυμαντικά μέτρα υγιεινής των ιερών σκευών. «Με άλλα λόγια οι ασθενείς από πανώλη δεν κοινωνούν από το κοινό άγιο ποτήριο, αλλά σε ξέχωρο σκεύος, στο οποίο δεν γίνεται κατάλυση από τον ιερέα και απλώς πλένεται με ξύδι. Άραγε γιατί αυτή η πρακτική; Δεν είναι προληπτική και αποτρεπτική;» (sic). Αυτό είναι το συμπέρασμα της συγκεκριμένης ανάγνωσης του αποκομμένου σχολίου. Θα ήθελα ως εκ τούτου να παρουσιάσω μία άλλη οπτική μέσα στη συνάφεια των σχετικών κανόνων.

Ο κη΄ κανόνας της Πενθέκτης έρχεται να επαναλάβει το περιεχόμενο των γ΄ και δ΄ αποστολικών κανόνων. Οι κανόνες αυτοί αναφέρονται στην απαγόρευση της προσκομιδής διαφορετικών υλικών και καρπών για την τέλεση της αναίμακτης θείας ευχαριστίας πέραν των διατεταγμένων. «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, παρὰ τὴν τοῦ Κυρίου διάταξιν τὴν ἐπὶ τῇ θυσίᾳ, προσενέγκῃ ἕτερά τινα ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ἢ μέλι, ἢ γάλα, ἢ ἀντὶ οἴνου σίκερα ἐπιτηδευτά, ἢ ὄρνεις ἢ ζῶά τινα, ἢ ὄσπρια, παρὰ τὴν διάταξιν, καθαιρείσθω· πλὴν νέων χίδρων, ἢ σταφυλῆς, τῷ καιρῷ τῷ δέοντι. Μὴ ἐξὸν δὲ ἔστω προσάγεσθαί τι ἕτερον πρὸς τὸ θυσιαστήριον, ἢ ἔλαιον εἰς τὴν λυχνίαν, καὶ θυμίαμα τῷ καιρῷ τῆς ἁγίας προσφορᾶς» (γ΄ αποστολικός)[1]. Όλα τα υπόλοιπα, είτε αυτά αποτελούν τις απαρχές των καρπών, είτε προσφέρονται ως δώρα, θα μένουν εκτός του ιερού θυσιαστηρίου και εκεί θα ευλογούνται.

Στο ίδιο πνεύμα έρχεται ο κη΄ της Πενθέκτης[2], να επαναλάβει την ίδια απαγόρευση για γενόμενη πρακτική κατά την οποία «επρόσφεραν μερικοί επάνω εις την αγίαν τράπεζαν σταφύλια, τα οποία ενόνοντες οι ιερείς με τα άχραντα μυστήρια, εμετάδιδαν και τα δύω ομού εις τον λαόν, δια τούτο προστάζει ο παρών Κανών, από του νυν και εις το εξής να μη κάμνη τούτο κανένας ιερεύς, αλλά την μεν αγίαν Κοινωνίαν να μεταδίδη μονάχην εις τους αξίους, δια ζωοποίησιν και άφεσιν των αμαρτιών τους, τα δε σταφύλια, ως πρωτοφανήσιμα να ευλογή με ευχήν ξεχωριστήν και να τα μεταδίδη μέσα εις τον λαόν προς ευχαριστίαν του Θεού, όπου δίδει τους τοιούτους καρπούς, διά μέσου των οποίων τρέφονται και αυξάνουν τα σώματά μας»[3].

Ο άγιος Νικόδημος ερμηνεύει τον εν λόγω κανόνα και πέραν της ερμηνείας, θέλοντας να αναφερθεί διορθωτικά σε σύγχρονή του λανθασμένη λειτουργική πρακτική, αξιοποιεί αυτή την αφορμή και παραθέτει το εξής σχόλιο: «Όθεν και Ιερείς και Αρχιερείς πρέπει εν καιρώ πανώλης να μεταχειρίζονται τρόπον εις το να μεταλαμβάνουν τους ασθενούντας, ός τις να μη παραβαίνει τον Κανόνα τούτον, ουχί βάλλοντες μέσα εις σταφίδα τον άγιον Άρτον, αλλά είς τι αγγείον ιερόν, και εκείθεν να τον λαμβάνουν, ή οι μόρται, ή οι ασθενείς, δια λαβίδος. Το δε αγγείον συν τη λαβίδι να βάνεται εις ξύδι, και το οξύδι να ρίπτηται εις το χωνευτήριον, ή με όποιον άλλον τρόπον δυνηθώσιν ασφαλέστερον και κανονικόν»[4]. Καταρχάς να ξεκαθαριστεί ότι ο σχολιασμός του αγίου Νικοδήμου αναφέρεται στην έκτακτη μετάληψη ασθενών η οποία λαμβάνει χώρα όχι στο πλαίσιο της θείας λειτουργίας εντός του ναού, αλλά εκτός αυτού και σε απρογραμμάτιστες χρονικές στιγμές, στις γνωστές περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο ιερέας λαμβάνει εκ του αρτοφορίου τμήμα από τον αποξηραμένο προηγιασμένο άρτο της Μ. Πέμπτης και τον μεταφέρει στους κλινήρεις ή εν γένει αδύναμους να προσέλθουν στην κοινή θεία ευχαριστία[5]. Κατά συνέπεια, σε κάθε περίπτωση είναι άστοχη η χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου σχολίου προκειμένου να υποστηριχθεί η λήψη μέτρων για τη μη εξάπλωση μεταδιδόμενων νοσημάτων μέσω της θείας κοινωνίας, τελουμένης της θείας ευχαριστίας. Ο άγιος Νικόδημος προφανώς έχει στο μυαλό του ιερωμένους οι οποίοι ένεκα ολιγοπιστίας, δεν κοινωνούσαν τους ασθενείς της πανώλης κατά τον συνήθη τρόπο, αλλά αφού μετέβαιναν στις οικίες τους ή σε ιατρικούς χώρους όπου ήταν απομονωμένοι, τοποθετούσαν τον προηγιασμένο άρτο (Σώμα και Αίμα Χριστού) εντός σταφίδας, την οποία και έδιδαν στους ασθενείς, προκειμένου να αποφύγουν την οποιαδήποτε επαφή μεταξύ αυτών και των ιερών σκευών. Σε αυτούς λοιπόν τους ιερείς και αρχιερείς οι οποίοι ανεμείγνυαν και άλλα υλικά στη θεία κοινωνία (σταφίδα εν προκειμένω), κατά παράβαση των όσων όριζαν οι ανωτέρω κανόνες, προτρέπει να μεταλαμβάνουν τους ασθενείς αποκλειστικά και μόνο με τον συνήθη τρόπο δια της λαβίδας, οικονομώντας την ολιγοπιστία τους, με το να πλένουν έπειτα οι ίδιοι τα εν λόγω ιερά σκεύη με ξύδι, ώστε να καταπραΰνεται ο γενόμενος λογισμός τους. Αν ο άγιος Νικόδημος είχε μικροφοβικές τάσεις, παρόμοιες με κάποιους συγχρόνους μας σχετικά με το άγιο ποτήριο, είναι βέβαιο ότι η τακτική της απολύμανσης θα γενικευόταν και δεν θα την συγκεκριμενοποιούσε στους ολιγόπιστους ιερείς που χρησιμοποιούσαν σταφίδα. Μάλιστα θα περιελάμβανε εκτενή ανάλυση και δεν θα περιοριζόταν σε ένα ολιγόστιχο σχόλιο. Οπότε γίνεται κατανοητό, ότι το κέντρο βάρους των όσων αναφέρει ο άγιος Νικόδημος δεν είναι η μετάδοση των μυστηρίων από ξεχωριστό ποτήριο και η μετέπειτα απολύμανσή τους όπως λανθασμένα σχολιάστηκε, αλλά η μη ανάμιξη πρόσθετων καρπών ή άλλων υλικών με τη θεία κοινωνία. Είναι σαφές ότι επιχειρεί να τονίσει τη μετάληψη των ασθενών με τον καθιερωμένο τρόπο προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αυτοσχεδιαζόμενες, αντικανονικές πρακτικές κάποιων συγκεκριμένων ιερέων. Προς τούτο συμμαρτυρεί και η ακροτελεύτια πρόταση «ή με όποιον άλλον τρόπον δυνηθώσιν ασφαλέστερον και κανονικόν». Υπενθυμίζει δηλαδή στους ολιγογράμματους και ολιγόπιστους λειτουργούς, το πλαίσιο της κανονικότητας. Ο άγιος Νικόδημος όντας εμβριθής γνώστης και συστηματικός μελετητής και ερμηνευτής των ιερών κανόνων, γνωρίζει άριστα το κανονικό πλαίσιο της τέλεσης και μετάδοσης των μυστηρίων, πράγμα το οποίο επιδιώκει να μεταδώσει με τα σχόλιά του, συνδέοντάς το με τη σύγχρονή του πραγματικότητα και τις γενόμενες πρακτικές.

Συμπερασματικά, επ’ ουδενί λόγο ο άγιος Νικόδημος διακατέχεται από αμφιβολίες και φοβίες σχετικά με ενδεχόμενη μετάδοση ασθενειών μέσω της θείας κοινωνίας. Η παράδοση της Εκκλησίας της οποίας γνήσιος φορέας είναι εν προκειμένω το καύχημα του αγιορείτικου μοναχισμού, επιβεβαιώνει την αντίθετη θέση. Μάλιστα, ακόμη και στη σύγχρονη πρακτική των ιερέων, η οποιαδήποτε πλύση των ιερών σκευών μετά τη θεία κοινωνία εκφράζει αποκλειστικά το χαρακτήρα της ευσέβειας, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να έχει απομείνει έστω και ελάχιστο τμήμα των αχράντων μυστηρίων, και κανένας λόγος δεν έγινε ποτέ στη βάση της πιθανότητας μετάδοσης ασθενειών. Όλα τα ανωτέρω, επιχειρούν απλώς την αποκατάσταση της αλήθειας μέσω της συστηματικής και όχι επιφανειακής προσέγγισης της κειμενικής μας παράδοσης.


[1] Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, Πηδάλιον της νοητής νηός της μίας αγίας καθολικής και αποστολικής των ορθοδόξων Εκκλησίας, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1957, σελ. 4.

[2] Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, Πηδάλιον, σελ. 243: «Ἐπειδὴ ἐν διαφόροις ἐκκλησίαις μεμαθήκαμεν, σταφυλῆς ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ προσφερομένης κατά τι κρατῆσαν ἔθος, τοὺς λειτουργοὺς ταύτην τῇ ἀναιμάκτῳ τῆς προσφορᾶς θυσίᾳ συνάπτοντας, οὕτως ἅμα τῷ λαῷ διανέμειν ἀμφότερα, συνείδομεν, ὥστε μηκέτι τοῦτό τινα τῶν ἱερωμένων ποιεῖν, ἀλλ’ εἰς ζωοποίησιν, καὶ ἁμαρτιῶν ἄφεσιν, τῷ λαῷ τῆς προσφορᾶς μόνης μεταδιδόναι· ὡς ἀπαρχὴν δὲ τὴν τῆς σταφυλῆς λογιζομένους προσένεξιν, ἰδικῶς τοὺς ἱερεῖς εὐλογοῦντας, τοῖς αἰτοῦσι ταύτης μεταδιδόναι, πρὸς τὴν τοῦ δοτῆρος τῶν καρπῶν εὐχαριστίαν, δι’ ὧν τὰ σώματα ἡμῶν, κατὰ τὸν θεῖον ὅρον, αὔξει τε καὶ ἐκτρέφεται. Εἴ τις οὖν κληρικὸς παρὰ τὰ διατεταγμένα ποιήσοι, καθαιρείσθω».

[3] Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, Πηδάλιον, σελ. 243.

[4] Ό. π.

[5] Διευκρινίζεται επίσης για όσους τυχόν δεν γνωρίζουν, επειδή οι περιπτώσεις αυτές προκύπτουν ανά πάσα ώρα και στιγμή (πρωί, μεσημέρι, βράδυ), και ο ιερέας δεν είναι πάντοτε σε θέση να καταλύσει, χρησιμοποιεί την απαραίτητη ποσότητα της μετάληψης και το υπόλοιπο, αν περισσέψει, το τοποθετεί χωρίς να το καταλύσει εντός του αρτοφορίου άνωθεν της αγίας τραπέζης.

Βασίλειος Τουλουμτσής

aktines.blogspot.com 15/03/2020

Ὅταν τό Μυστήριο «θάβεται»…

Πολλοί μιλᾶνε γιά ἐκκοσμίκευση στήν Ἐκκλησία, χωρίς νά βλέπουν τήν ἐκκοσμίκευση πού γίνεται στήν «καρδιά» της· στήν ἐπιτέλεση τοῦ κορυφαίου Μυστηρίου, τῆς Θ. Λειτουργίας!

 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἔνθα δέ μυστήρια, πολλή σιγή. Μετὰ πολλῆς τοίνυν τῆς σιγῆς, μετὰ πολλῆς τῆς εὐταξίας, μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας». (P.G. 49: 372). Δηλαδή, τό Μυστήριο συνδυάζεται μέ πολλή σιγή, μέ πολλή τάξη, μέ πολλή εὐλάβεια. «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία», ψέλνουμε στήν Ἐκκλησία, κατά τήν ἐπιτέλεση τοῦ Μυστηρίου. «Τώρα κατάλαβα ὅτι ὑπάρχει Θεός», εἶπε ἕνας ἄθεος, πού παρακολούθησε μιά κατανυκτική Θ. Λειτουργία σέ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

 Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἔδινε μεγάλη σημασία στήν ἀπόλυτη τάξη καί ἡσυχίά κατά τήν ἐπιτέλεση τοῦ Μυστηρίου. Εἶχε ὁρίσει εἰδικούς «χωροφύλακες» (Διακόνους) γιά νά ἐπιβλέπουν τό ἐκκλησίασμα. «Τά δέ παιδία στηκέτωσαν πρός τῷ βήματι, καί διάκονος αὐτοῖς ἕτερος ἔστω ἐφεστώς, ὅπως μή ἀτακτῶσι»· (σήμερα λένε: «ἀφῆστε τά παιδιά νά νιώθουν στήν ἐκκλησία σάν στό σπίτι τοῦ πατέρα τους…!». Δηλαδή, ἀφῆστε τα νά μάθουν ἀπό τώρα νά μή σέβονται οὔτε τό Ναό οὔτε τό Μυστήριο…!)

. «Καί ἄλλοι διάκονοι περιπατείτωσαν, καί σκοπείτωσαν τούς ἄνδρας καί τάς γυναῖκας, ὅπως μή θόρυβός τις γένηται, καί μήτις ἐξέλθοι, μήτε ἀνοιχθῇ ἡ θύρα» (Διδαχές τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων P. G. 1: 1089). Πῶς θά εἶχαν τήν αἴσθηση τοῦ Μυστηρίου, ἄν δέν τηρεῖτο ἀπόλυτη ἡσυχία;

 Ὁ λόγος πού ἡ Ἐκκλησία ἐπιβάλλει στούς ψάλτες νά ψέλνουν «μετά πολλῆς προσοχῆς καί κατανύ­ξεως» (ΟΕ΄ τῆς Πενθέκτης), εἶναι ἀκριβῶς αὐτός: Τό δυνατό ψάλσιμο δέν ἔχει σχέση μέ τή σιγή, τήν εὐλάβεια, τήν εὐταξία πού πρέπει νά χρωματίζει τό Μυστήριο. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως, εἶχε ἐκ φύσεως βροντώδη φωνή, ὅμως, ὅταν λειτουργοῦσε, χρησιμοποιοῦσε τή «μισή» φωνή του, ἴσια γιά νά ἀκούγεται! Ἦταν Ἅγιος, εἶχε συναίσθηση τοῦ Μυστηρίου, καί αὐτή ἡ συναίσθηση τοῦ ὑπαγόρευε καί τόν τρόπο πού νά λέει τά τῆς Λειτουργίας. Σημειωθήτω (ὅπως διηγεῖτο ὁ π. Φιλόθεος Ζερβάκος), ὅτι κάθε φορά πού ὁ Ἅγιος εἰσήρχετο στό «Ἱερό», «γονάτιζε εἰς τόν Ἐσταυρωμένον καί ἐναγκαλιζόμενος μέ τάς χεῖρας του τόν Τίμιον Σταυρόν, προσεύχετο μέ στεναγμούς ἀλαλήτους και μέ δάκρυα, ἔβρεχε τό ξύλον τοῦ Σταυροῦ». Ἄν ἦταν τώρα δυνατόν αὐτός ὁ Ἅγιος μέ τέτοια κατάνυξη, νά τό ἔριχνε στίς κορῶνες…!

 Τά δυνατά ψαλσίματα ὄχι μόνον διώχνουν τήν κατάνυξη, ἀπογυμνώνοντας τό Μυστήριο, ἀλλά, σύμφωνα μέ τήν ἐπιστήμη τῆς μουσικολογίας, ἀγριεύουν καί τό ἐκκλησίασμα! Ἰδιαίτερα ἡ ἀλόγιστη χρήση τῶν μικροφώνων εἶναι ὅ,τι τό χειρότερο! Εἶναι πραγματικά ἀνεξήγητο (παρανοϊκό…!) αὐτό πού συμβαίνει στήν πατρίδα μας! Σέ ὁποιοδήποτε σημεῖο τῆς Ἑλλάδος, θά δεῖτε ἀκόμα καί μιά μικρή ἐκκλησία, νά ἔχει τίς πιό σύγχρονες μικροφωνικές ἐγκαταστάσεις(ἐνῶ τά καλλύματα τῆς Ἁγίας Τραπέζης μπορεῖ νά εἶναι παλιά καί διεφθαρμένα!), καί νά παρακολουθοῦν τή Λειτουργία καμμιά δεκαριά πιστοί, καί τά μικρόφωνα νά εἶναι στή διαπασῶν…! Ἀλλά καί οἱ πολυέλαιοι ἐκτυφλωτικοί…! Πῶς, λοιπόν, νά κατανυχθεῖ ὁ πιστός μέσα σέ μιά τέτοια «ἀποπνικτική» ἀτμόσφαιρα;

 «Σήμερα ἀπολαύσαμε τή Λειτουργία!», εἶπε τό ἐκκλησίασμα σέ μιά ἐνορία. Ὁ λόγος; Ὑπῆρχε διακοπή (!) ρεύματος…! Καί ὅμως φθάσαμε στό σημεῖο, οἱ χριστιανοί νά περιμένουν τή Δ.Ε.Η., νά κάνει κάτι, προκειμένου νά εἰρηνεύσουν στή Θ. Λειτουργία…!

Ὁ Χριστός πῆρε τό φραγγέλιο καί ἔδιωξε τούς ἐμπόρους ἀπό τό Ναό, γιατί καταφρονοῦσαν τό προαύλιο (!) τοῦ Ναοῦ! Τί λέτε; Δέν θά πάρει φραγγέλιο, γιά ὅσους «θάβουν» τή μυσταγωγία τοῦ Φρικτοῦ Του Μυστηρίου; Γιά ὅσους «σφυρίζουν ἀδιάφορα» μπρός σ’αὐτή τήν ἐκκοσμίκευση; «Πότε θά ρθεῖ ὁ προφήτης Ἠλίας;», ρώτησαν κάποτε τόν Ὅσιο Παϊσιο. Ἀπάντησε μέ νόημα: «Τώρα τροχάει τά μαχαίρια του! Καί ὅταν θά ἔρθει, θά ἀρχίσει πρῶτα ἀπό τούς Δεσποτάδες καί μετά ἀπό τούς παπάδες…!».

Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Αναστάσιος (14-01-2020)

Λειτουργία χωρίς το λαό;

Ὑπό ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη,  πώς ὁ  Ἱερέας δέν μπορεῖ  νά λειτουργήσει ἀπό μόνος του, χωρίς  δηλαδή  τήν παρουσία ἔστω καί ἑνός μόνου λαϊκοῦ. Σωστό;

Ἐπί ἀρχιερατείας Μ. Βασιλείου, ἕνας ἄπιστος ἄρχοντας, τύραννος ἀνάγκασε μερικούς Ἱερεῖς ἀπό τήν Ἀντιόχεια νά ὁρκισθοῦν, νά μήν ξαναλειτουργήσουν. Ἕνας ἀπό αὐτούς, ὀνόματι Βιάνορας, κατέφυγε  στόν Ἐπίσκοπο  Ἀμφιλόχιο, στό Ἰκόνιο. Ὁ Ἀμφιλόχιος βρέθηκε σέ δίλημμα. Καί ἔγραψε ἐπιστολή στόν Ἀρχιεπίσκοπο Μ. Βασίλειο, «εἰ δεκτός ἐστίν εἰς τόν κλῆρον διά τόν ὅρκον», ὁ συγκεκριμένος Ἱερέας.

Καί ὁ Μ. Βασίλειος  τοῦ ἔγραψε: «Ἐγώ δέ ἤδη τινά κοινόν ὅρον περί πάντων ὁμοῦ τῶν μετ’αὐτοῦ ὀμωμοκότων, τοῖς κατ’Ἀντιόχειαν κληρικοῖς οἶδα ἐκτεθεικώς· ὥστε τῶν μέν δημοσίων αὐτούς ἀπέχεσθαι συλλόγων, ἰδίᾳ δέ ἐνεργεῖν τά τῶν πρεσβυτέρων» (Κανόνας ΙΖ΄). Ἐπέτρεψε, δηλαδή, στούς συγκεκριμένους Ἱερεῖς νά λειτουργοῦν ἀπό μόνοι τους, «ἰδίᾳ δέ ἐνεργεῖν τά τῶν πρεσβυτέρων».

Καί τό ἐπέτρεψε χωρίς δισταγμό, ἐντελῶς φυσικά, χωρίς δηλαδή νά γράφει,  «πώς παρόλο πού δέν ἐπιτρέπεται νά λειτουργοῦν ἀπό μόνοι τους οἱ Ἱερεῖς,  θά  κάνουμε αὐτή τήν οἰκονομία». Ὁ Ἱερέας, λοιπόν,  μπορεῖ καί ἀπό μόνος του νά λειτουργήσει! «Ὁ Ἱερεύς θύει μόνος μονώτατος διά τῆς ἀπό Θεοῦ δοθείσης αὐτῷ ἐξουσίας. Καί οὐ μόνον δύναται νά τελέσῃ μονώτατος ὤν τήν φρικωδεστάτην Θυσίαν», ἔγραφε ὁ μακαριστός ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος (Ἄρθρα.., τ. Α΄, σελ. 90). Κάτι πού ἴσχυε στήν Ἐκκλησία μας.   «Καί ἄλλον  εἴδομεν πάλιν ὅτι λαμβάνων τήν ἄδειαν, ἱερούργει εἰς τό κελλίον του, κατά χρείαν μόνον καί κοινωνίαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων», σημειώνει ὁ  Ἅγιος Συμεών Ἀρχιεπίσκοπος Θεσ/νίκης, ἐκ τῶν κορυφαίων λειτουργιολόγων τῆς Ἐκκλησίας μας, σχολιάζοντας, «ἄν καί τά τοιαῦτα δέν ἦναι παντάπασι κεκωλυμένα» (Ἅπαντα, σελ.  366).

Συνέχεια

Περί της Λειτουργίας του Ιακώβου

Ἐν ὄψει τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδερφοθέου (23 Ὀκτωβρίου) ἐπιτελεῖται σέ μερικούς Ναούς ἡ ἐπ’ὀνόματί του Λειτουργία (ἡ ὁποία, σημειωτέον, δέν εἶναι ἔργο δικό του). Καί τήν ἐπιτελοῦν, λένε, σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία τάξη.

Ὅμως, δέν γίνεται σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία τάξη. Π.χ. ὑπῆρχε τότε Ναός; Ὄχι. Ἡ Λειτουργία ἐπιτελεῖτο στά σπίτια.Ὑπῆρχε τότε Βυζαντινή ψαλμωδία; Ὑπῆρχε τότε Εὐαγγέλιο; Ὑπῆρχε τότε Ἀπόστολος; Ὑπῆρχε τότε Μικρή Εἴσοδος;

Ὑπῆρχε Μεγάλη Εἴσοδος; Ὑπῆρχε Δισκάριο, μέ τή σημερινή μορφή; Ὑπῆρχε πρόσφορο, μέ τή σημερινή μορφή; (Καί πόσος ἄρτος, σέ ποσότητα, παρατίθετο πρός μετουσίωση;). Μοίραζαν τότε ἀντίδωρο; Ὑψώματα;

Μέ ἄλλα λόγια, ἄλλα πράγματα ἴσχυαν τότε, καί ἄλλα σήμερα. Καί ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε, αὐτά πού ἰσχύουν σήμερα, καί τά ὁποῖα παραλάβαμε, γι’αὐτό, λοιπόν, δέν μπορεῖ νά γίνει ἡ λεγομένη «Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου» σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία τάξη.

Ὅμως, αὐτό πού δέν παραλάβαμε, εἶναι ἡ τέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἐκτός τοῦ Ἱεροῦ Βήματος (παραβλέποντας τήν Ἁγία Τράπεζα), ὥστε τό Μυστήριο νά παρακολουθεῖται ἀπό τό λαό, κατά μίμηση τῶν Καθολικῶν.

Περιληπτικά:

Ὁ Θεός ἔδωσε ἐντολή στόν Μωυςῆ, τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης (ὅ,τι πιό ἱερό εἶχαν οἱ Ἰουδαῖοι), νά τήν κρύψει στά Ἅγια τῶν Ἁγίων (Ἔξ. 26:33). «Καί κατακαλύψεις τῷ καταπετά­σματι τήν κιβωτόν τοῦ μαρτυρίου» (Ἔξ. 26:34).

Δέν τοῦ εἶπε ἁπλά «καλύψεις», ἀλλά «κατακαλύψεις». Τήν «Παλαιά Διαθήκη» (νομοθεσία) τήν παρέδωσε «ἐν τῷ κρυπτῷ». Τήν ὑπόθεση τή διαχειριζόταν ὁ Ἀρχιερέας Μωυσῆς, ὡς «μεσάζων» (Ἐξ. 19: 10-13).

Καί τή Νέα Διαθήκη (Θ. Εὐχαριστία), τήν παρέδωσε «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», ἐν ἀπουσίᾳ δηλαδή τοῦ λαοῦ, παρόντες ἦταν μόνο οἱ μαθητές Του.

Καί οἱ μαθητές Του, στή συνέχεια, Τόν μιμήθηκαν. Ἐπιτελῶντας τό Μυστήριο, φρόντιζαν νά τό ἀποκρύπτουν ἀπό τό λαό.

Γι’αὐτό, οἱ πρῶτοι χριστιανικοί ναοί μπορεῖ νά μήν εἶχαν τέμπλο, ἀλλά εἶχαν πάνω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα κάτι σάν κουβούκλιο, γιά νά καλύπτει τό Μυστήριο! (Γεωργίου Ἀντουράκη, Χριστιανική ἀρχαιολογία καί ἐπιγρα­φική, Ἀθήνα 1987, σελ. 66&340).

Καί γιά ποιό λόγο νά ἀποκρύβεται τό Μυστήριο; Ὁ Μ. Βασίλειος ἀπαντᾶ: Γιά νά διαφυλαχθεῖ ἡ ἱερότητά του, τό δέος του.

Γράφει: «Καί οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες προστάτευαν τήν ἱερότητα τῶν Μυστηρίων, κρατώντάς τα κρυφά» (Περί Ἁγίου Πνεύματος, ΚΖ’, 66. P.G. 32:189).

Δηλαδή, ὁ μόνος πού μποροῦσε νά ἰδεῖ αὐτοψεί τά Ἄχραντα Μυστήρια, ἦταν ὁ Ἱερέας πού εἰσερχόταν στό Ἱερό, καί λειτουργοῦσε.

«Ὁ καί ἐμέ τόν ταπεινόν καί ἁμαρτωλόν καί ἀνάξιον δοῦλον σου (…) καλέσας εἰς τόν ἅγιον καί ὑπερμέγιστον βα­θμόν τῆς ἱερωσύνης, καί εἰσελθεῖν εἰς τό ἐνδ­ότερον τοῦ καταπετάσματος, εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων (…) καί θεάσασθαι αὐτοψεί τό πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, καί ἀπολαῦσαι τῆς θείας καί ἱερᾶς Λειτουργίας». (Ἀκολουθία τοῦ Εὐχελαίου).

Μετά ἀπό αὐτά, ἄς διαλογισθοῦμε, ἄν εἶναι πρέπον, νά γίνεται σήμερα ἡ λεγομένη «Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου», ἔξω ἀπό τό Ἅγιο Βῆμα «πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις;».

Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Romfea.gr (22-10-2018)