ΤΙ ΦΤΙΑΧΝΟΜΕ: ΖΩΗ ή ΧΩΜΑΤΕΡΗ;

Ανατολη

ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΠΑΣΧΑ. Για άλλη μια φορά θα γιορτάσουμε ένα τόσο μεγάλο γεγονός, που όμως μας διαφεύγει.
Εμείς θέλουμε τα μικρά. Και το λέμε! Είμαστε για τα μικρά! Το λέμε όχι από επίγνωση των μέτρων μας Και αυτογνωσία, αλλά από υπεκφυγή. Για να μην μπούμε σε κόπο. Για να μη χρειαστεί να προσπαθήσουμε!
Ο Χριστός έγινε άνθρωπος από αγάπη για μας. Σταυρώθηκε για μας. Για να μας δείξει ότι πρέπει να αγαπάμε, με θυσία, με κόπο, με σταύρωμα του κάκου μας εαυτού. Αναστήθηκε για μας. Να δώσει ποιότητα Και προοπτική στην ζωή μας. Χωρίς την Ανάσταση, τί είναι η ζωή; Παραλογισμός και αδιέξοδο. Ο Χριστός μας λέει: Δεν είσαι ληξιπρόθεσμος. Δεν υπάρχεις, για να πεθάνεις. Υπάρχεις για πάντα. Σ’ αγαπώ, Και δεν θα σε αφήσω στους νεκρούς και στην ανυπαρξία. Η ζωή σου είναι μικρογραφία της Ζωής Μου. Και γίνεται τόσο πιο μόνιμη και πιο μεγάλη, όσο πιο πολύ μετέχει στην ζωή την δική Μου. Ο κόσμος σήμερα δεν μετέχει στην ζωή του Χριστού. Και μ’ αυτό πεθαίνει, πριν πεθάνει. Οι έξυπνοι νεαροί γράφουν στους τοίχους: «Πεθαίνετε στα δεκαεπτά, Και σας θάβουν στα εβδομήντα». Πόσο τραγικά έχουν δίκιο! Η πτωμαΐνη που αναδίδει η ζωή μας, το κάνει φανερό. Χωρίς αγάπη και με την παγωνιά του ατομισμού, «ενοχλούμε» τα μυαλά των νεαρών, που ακόμη δεν έχουν μπει στο λούκι μας. Βέβαια η διαπίστωση τους δεν φτάνει για θεραπεία. Οι σημερινοί αντιρρησίες νεαροί γίνονται αύριο οι ίδιοι πτώματα. Γιατί; Γιατί δεν αρκεί η διάγνωση! Τί χρειάζεται; Χρειάζεται και φάρμακο, και δύναμη ζωής!
Ας το συνειδητοποιήσουμε. Ένα πρόβλημα υπάρχει στην ανθρώπινη ζωή: ο θάνατος Όλα τα άλλα είναι μικροθέματα αγωνίες αβάσιμες. Υπερβολές, από το άγχος των λανθασμένων αξιολογήσεων μας. Είμαστε ανάστατοι, γιατί δεν πιστεύουμε στην Ανάσταση. Αφελείς- κοντόθωροι τυφλοπόντικες επειδή δεν εμπιστευόμαστε την αγάπη του Χριστού Και την μαρτυρία των αγίων Του και προτιμούμε να σκάβουμε τούνελ στον «υπόγειο» μικρόκοσμο μας. Γιατί; Γιατί το φως Του μας ενοχλεί- γιατί ενοχλεί τις επιλογές μας- και απαιτεί να τις αλλάξουμε. Αλλά εμείς αυτό δεν το θέλουμε-γιατί τις αγαπάμε, γιατί αφήσαμε τα πάθη μας και έγιναν ο εαυτός μας. Το Φως του Χριστού δεν το θέλομε, γιατί ξεγυμνώνει τις τιποτένιες «φιλοτιμίες» μας. Οι φιλοτιμίες μας για φαγητό, ρούχα, sex, «μεγάλη ζωή», άνεση, νάρκωσαν την ψυχή μας. Και τώρα πια φοβάται την κίνηση. Φοβάται να βγη από το κλουβί της για να πάει να συναντήσει την ζωή. Και μένει, να θεωρεί ζωή την κατανάλωση. Και έτσι αλλοτριώνεται πλήρως. Και ο θάνατος της γίνεται φοβερός. Επειδή διακόπτει και εξαφανίζει την αυταπάτη πού έχουμε. Γιατί όπως λέει ο άγιος Ίω. ο Χρυσόστομος: «Όποιος φοβάται τον θάνατο, είναι δούλος. Και είναι πρόθυμος να υποστεί τα πάντα, προκειμένου να μην πεθάνει… Και αντίθετα, εκείνος πού δεν φοβάται τον θάνατο (αφού πιστεύει στον Χριστό, πού είναι ο νικητής του θανάτου), δεν φοβάται κανέναν δεν τρέμει κανέναν είναι επάνω από όλους, και πιο ελεύθερος από όλους…».
Σ’ αυτήν την ελευθερία μας καλεί ο Χριστός. Ας τον αγαπήσουμε με όλη μας την καρδιά. Θα μας βγάλει από το τέλμα μας. Και θα μας αναστήσει από τον τάφο μας, τότε, κατά την ένδοξη ημέρα της Κοινής Ανάστασης, της Ανάστασης όλων των νεκρών.
Ας εκμεταλλευθούμε αυτές τις ημέρες. Ας Τον γνωρίσουμε σωστά και ειλικρινά. Ας γίνει Καρδιά και Ζωή μας. Οι ακολουθίες των ημερών μας δίδουν πολλές ευκαιρίες και αφορμές. Ας Τον γιορτάσουμε ουσιαστικά, και όχι απλά φολκλορικά. Η Εκκλησία μας μιλάει για τον Χριστό-Ζωή, όχι για έναν Χριστό-διακόσμηση.
Δεν πρέπει να το ξεχνάμε, ούτε στιγμή. Θα υπάρξουμε Και θα ζήσουμε, στον βαθμό πού θα ενσωματωθούμε στο σώμα της Εκκλησίας, στο Σώμα του Χριστού. Διαφορετικά, αν δεν το φροντίσωμε αυτό, η ζωή μας θά είναι μια αναμονή… χωματερής.
Ας κάμουμε, είναι στο χέρι μας, να αναστηθεί και στις δικές μας καρδιές ο Χριστός. Για να ζήσουμε μια ζωή χωρίς λήξη. Αλλιώς, θα αγωνιζόμαστε για μια αναβολή λήξης, για μια θλιβερή αθλιότητα.

 Αρχιμ. Θ. Μ.

Πηγή: Μηνιαίο Περιοδικό Ι. Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης «Λυχνία» Αρ. Φύλλου 213, Απρίλιος 2001

ΘΑΒΕΤΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ;

Ηλιοβασιλεμα

Το 1789 έγινε η «μεγάλη» Γαλλική Επανάσταση. Οι επαναστάτες κατάφεραν και ανέτρεψαν τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΣΤ’. Και τον έπιασαν αιχμάλωτο. Αλλά έχοντας τον «στα χέρια» έτρεμαν! Με την σκέψη:
– Και αν ξαναγυρίσει; Και αν ξαναπάρει τον θρόνο του; Τί γίνεται τότε;
Και τότε ένας ακραίος, ο Ροβεσπιέρος, είπε:
– Για να μην υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, να τον σκοτώσουμε! Οι πεθαμένοι δεν ξαναγυρίζουν. Οι πεθαμένοι σβήνουν!
Και τον εκτέλεσαν.
Την ίδια σκέψη είχαν κάμει δέκα οχτώ αιώνες παλαιοτέρα και οι άρχοντες των Ιουδαίων: οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι.
Διαπίστωναν κάθε ημέρα, όλο και πιο πολύ, ότι ο Χριστός τους ήταν επιζήμιος, και έπρεπε γι’ αυτό να λείψει, και να σβήσει. Και επήραν την απόφαση. Να τον βγάλουν από την μέση. «Έβουλεύσαντο, ίνα Αυτόν απολέσωσι» (Ίω. 11, 52).
Και μετήλθαν τα πάντα. Έκαμαν συνωμοτικές διαβουλεύσεις. Έψαξαν για καταδότες. Πλήρωσαν ανθρώπους να σφίξουν την συνείδηση τους. Ενέργησαν δόλια και παλιανθρωπίστικα. Και όταν ο Νικόδημος τους θύμισε, ότι αυτά πού έκαναν ήταν αμαρτία, το είπαν ξεκάθαρα, ότι δεν ενεργούσαν με βάση το Νόμο του Θεού, αλλά με ανθρώπινους υπολογισμούς! Του είπαν: Μας συμφέρει, να πεθάνει! Και με κριτήριο την εθνική τους επιβίωση, Τον καταδίκασαν. Σε θάνατο. Και τον εσταύρωσαν. Και άρχοντες και λαός, σαν ντοπαρισμένοι από εθνικό φανατισμό, Τον έβριζαν Τον έφτυναν Τον εξευτέλιζαν Του φώναζαν: «Αν είσαι ο Υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρό. Και θα Σε πιστεύσωμε!»
Επίστευαν, ότι με τα λόγια τους αυτά Τον πικάριζαν!
Αλλά ο Κύριος δεν επηρεάστηκε! Δεν τους άκουσε. Αντί να κατέβη από τον Σταυρό, προτίμησε να κάμει κάτι άλλο, πιο μεγάλο, πιο δυνατό. Προτίμησε να βγη από τον τάφο.
Προτίμησε να αναστηθή εκ νεκρών. Και αναστήθηκε! Αλλά όχι προκλητικά. Σαν να το είχε ο ίδιος πρόβλημα, μη και θιγή η τιμή Του ή το κυρός Του! Αναστήθηκε ήρεμα και αθόρυβα. Για να μας αφήσει, να συνειδητοποιήσωμε μόνοι μας την αλήθεια, να κάνωμε εμείς μόνοι μας πρόβλημα μας:
•Και την ανάσταση του Χριστού!
•Και τη δική μας ανάσταση!
Αθόρυβα γεννήθηκε! Σε σπήλαιο! Αθόρυβα έζησε! Σαν φτωχός και ταπεινός! Αθόρυβα πέθανε! Καταφρονεμένος! Σαν ληστής Και κακούργος! Στον Σταυρό! Και τον έβαλαν σε τάφο υπό επιτήρηση!
Άλλα να. Εκείνος βγήκε από τον τάφο. Αθόρυβα!
«Ουκ έγνωσαν, πώς εσαρκώθης, οι ασώματοι σου άγγελοι, ουκ ήσθοντο, πότε ανέστης, οι φυλάσσοντές Σε στρατιώται!…»
Και αν καταλάβαιναν, τί πια;
Σημασία δεν έχει, ΠΩΣ και ΠΟΤΕ : αναστήθηκε.
Σημασία έχει, ΌΤΙ αναστήθηκε.
Οι πεθαμένοι δεν ξαναγυρίζουν στην ζωή! Αλλά ο Χριστός ξαναγύρισε! Χριστός ανέστη εκ νεκρών. Θανάτω θάνατον πάτησας!… Και σαράντα ολόκληρες ημέρες παρουσιαζόταν στους μαθητές Του.
Πότε δύο. Πότε πέντε, Πότε δέκα. Πότε πεντακόσιοι μαζί! Τον έβλεπαν. Τον αγκάλιαζαν. Τον φιλούσαν. Ζούσαν μαζί. Τρώγανε μαζί. Πίνανε μαζί. Όπως Και πρώτα!… Η ανάσταση δεν ήταν ιδέα.
Ήταν πραγματικότητα.
Ήταν ιστορία.
Ήταν αλήθεια.
Υπάρχει μεγαλύτερη χαρά, από το «προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος»;
Ας παρακαλέσωμε, λοιπόν, το Φως του κόσμου, τον Χριστό, να μας φωτίσει με το φως της Αναστάσεως Του, και να μας γεμίσει με τη χαρά και την ειρήνη της Αναστάσεως Του.

 + Ο Ν. Μ.

Πηγή: Μηνιαίο Περιοδικό Ι. Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης «Λυχνία» Αρ. Φύλλου 213, Απρίλιος 2001

Το χαλί που το πατούσαν όλοι

Το χαλί

Ένα παραμύθι για τα προσωπικά όρια..

Μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη της Περσίας ήταν το πιο όμορφο, το πιο πολύτιμο, το πιο ακριβό και ξεχωριστό χαλί του κόσμου. Το διακοσμούσαν παραστάσεις που περιέγραφαν τη χαρά της ζωής και ήταν κατασκευασμένο από μετάξι και ίνες από χρυσό και ασήμι. Ο ιδιοκτήτης του, ένας έμπορος χαλιών, ήταν τόσο περήφανος για το απόκτημά του, που αντί να το κρεμάσει, όπως και όλα τα άλλα χαλιά, το έστρωσε στην είσοδο, για να το καμαρώνει ο ίδιος αλλά και για να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπε ο κάθε πελάτης την ώρα που θα έμπαινε στο μαγαζί του.

Έτσι η φήμη για την ομορφιά του χαλιού εξαπλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης και χιλιάδες κόσμου συνέρρεαν στο κατάστημα, για να θαυμάσουν αυτό το μοναδικό χαλί. Ο έμπορος ούτε για μια στιγμή δε διανοήθηκε να το πουλήσει, όμως κατάφερε να πουλήσει αμέτρητα χαλιά σε πολύ ακριβές τιμές.

Η προσφορά λοιπόν του χαλιού μας ήταν τεράστια. Ένιωθε να το πλημμυρίζει η ευτυχία, γιατί έκανε πάμπλουτο και τον ιδιοκτήτη του και την οικογένειά του, έκανε όμως χαρούμενους και χιλιάδες ανθρώπους, που θαυμάζοντας ένα τέτοιο σπάνιο αντικείμενο τέχνης γέμιζαν τα μάτια τους και τις ψυχές τους με απίστευτη ομορφιά.

Δυστυχώς η ευτυχία του καταστηματάρχη και του χαλιού δεν κράτησαν για πάντα. Με την πάροδο του χρόνου, επειδή όλοι το πατούσαν ασταμάτητα χωρίς να σκεφτούν ότι κι αυτό ήταν φθαρτό και θα μπορούσε να καταστραφεί, άρχισε να λερώνεται, να ξεθωριάζει και να ξεφτίζει.

Τότε το κυρίευσε ο πανικός και προσπαθούσε συνέχεια να φαίνεται πιο όμορφο, τεντωνόταν και φώναζε σε κάθε επισκέπτη: «Σε παρακαλώ, πέρασε, μπορείς να με κάνεις ό τι θέλεις, πάτα με κι άλλο!». Νόμιζε το δύστυχο ότι όσο πιο πολύ το πατούσαν, όσο πιο πολλά πρόσφερε στους ανθρώπους, τόσο πιο πολύ θα το αγαπούσαν και θα γίνονταν κι αυτοί αλλά και το ίδιο ευτυχισμένοι.

Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη. Μπορεί να συνέχιζαν να το πατάνε, έπαψαν όμως να του δίνουν και σημασία κι αυτό, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές του, φθειρόταν ολοένα και η αρχική αγαλλίασή του μετατρεπόταν σε δυσαρέσκεια, θυμό και φόβο που το δηλητηρίαζαν κάθε λεπτό της ημέρας. Ο έμπορος έπαψε φυσικά να είναι περήφανος γι’ αυτό και το κοίταζε με περιφρόνηση στην αρχή και με θυμό στη συνέχεια, γιατί οι πελάτες είχαν λιγοστέψει πολύ και ο ίδιος, όντας και πολύ επιπόλαιος, είχε φτωχύνει ξανά.

Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε μια μέρα, όταν ένας πελάτης μπαίνοντας στο μαγαζί είπε: «Τι το θέλεις αυτό το παλιόχαλο στην είσοδο του μαγαζιού σου; Αυτό το ξεφτισμένο και ξεθωριασμένο κουρέλι είναι για πέταμα!». Το κακόμοιρο το χαλί μας λοιπόν, έχοντας χάσει όλη του την ομορφιά, διαλυμένο και βαθύτατα δυστυχισμένο, κατέληξε πεταμένο στη γωνιά μιας σκοτεινής και υγρής αποθήκης, παρέα με τα ποντίκια που κι αυτά δεν το σεβάστηκαν και το ροκάνιζαν καθημερινά δίνοντάς του ακόμα μεγαλύτερο πόνο.

Έτσι συμβαίνει και με τις ζωές μας. Όταν συνέχεια «γινόμαστε χαλί να μας πατήσουν», πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα προσφέρουμε την ευτυχία και στον εαυτό μας και στους άλλους πετυχαίνουμε συνήθως το αντίθετο. Αυτοί που τους προσφέρουμε ασταμάτητα παύουν να αναγνωρίζουν την αξία μας, τους βλάπτουμε κακομαθαίνοντάς τους κι εμείς καταλήγουμε φθαρμένοι και διαλυμένοι.

Νίκη Ορφανουδάκη

 

Καταστροφή ή σωτηρία;

ναυαγός

Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ’ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία, εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του, κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών.

Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη.

Ο ναυαγός, πού πρώτα δόξαζε τον Θεό για την σωτηρία του, τώρα αναλύθηκε σε δάκρυα. «Γιατί, Θεέ μου;» άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή. Κι ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου.

Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία.

«Πώς με βρήκατε σε τούτη την ερημιά;» τους ρώτησε.

«Είδαμε», του είπαν, «το σινιάλο του καπνού απ’ τη φωτιά πού άναψες»!

«Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι. Γιατί στ’ αλήθεια: «Τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν»…

Πηγή: Περιοδικό Φίλοι Φυλακισμένων τευχ. 14ο

 

Ξέχασαν όμως να μας μάθουν… πως να τον κουβαλάμε..

o_stauros_pou_kouvalas

Είπε Γέρων: 

«Όταν ήμασταν μικροί, μας έμαθαν να κάνουμε το σταυρό μας… 

Ξέχασαν όμως να μας μάθουν… πως να τον κουβαλάμε…»

Πηγή: ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ