ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΛΟΥΚΑ (2ο)

Ἡ Κλήση τῶν μαθητῶν (Λουκ. 5:1-11)

ὑπό ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Ὁ Χριστός μᾶς δοκιμάζει

«Καθώς τά πλήθη συνωστίζονταν καί ἔπεφταν πάνω Του γιά ν΄ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖνος (ὁ Χριστός) στεκόταν στήν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ» (Λκ.5:1). Ἄς φαντασθοῦμε τό ὡραῖο σκηνικό: Τό Χριστό νά στέκεται στήν παραλία τῆς λίμνης Γεννησαρέτ,  γύρω Του νά ἔχουν μαζευθεῖ πλήθη λαοῦ, νά πέφτουν ἐπάνω Του,  καί  νά περιμένουν ἐναγωνίως νά ἀκούσουν τό κήρυγμά Του.

Καί ὁ Χριστός εἶχε  τώρα δύο ἐπιλογές: Ἤ  νά καθίσει ἔχοντας  πίσω Του τή θάλασσα,  μπροστά Του τά πλήθη  καί νά μιλάει στά πλήθη   ἤ νά καθίσει κοιτώντας πρός τή θάλασσα καί   ἔχοντας, πάντα, μπροστά Του τά πλήθη καί νά τούς μιλάει. Ὅμως δέν ἔκανε οὔτε τό ἕνα, οὔτε τό ἄλλο·  ἀλλά ἀνέβηκε πάνω στό καϊκι τοῦ Πέτρου, πού ἦταν στήν ἄκρη τῆς λίμνης  (Λκ. 5:3). Ἰδανική θέση γιά κήρυγμα! Ὅλους τούς ἔβλεπε καί ὅλοι Τόν ἔβλεπαν καί ὅλοι θά Τόν ἄκουγαν.  Καί ἐνῶ τώρα ὅλοι περίμεναν νά ἀρχίσει ἀπό ἐκεί καί  νά τούς μιλάει, δέν τό ἔκανε! « Παρακάλεσε (τόν Σίμωνα) νά τραβηχθεῖ λίγο ἀπό τήν ξηρά» (Λκ. 5:3),  νά  πάει λίγο πιό μακρυά ἀπό τά πλήθη…!  Τότε «κάθισε στό καϊκι καί ἀπ’αὐτό δίδασκε τά πλήθη» (Λκ.5:3).

Μά ὅταν δέν ἔχεις μικρόφωνα  καί θέλεις νά μιλήσεις στά πλήθη καί εἶσαι πάνω στό καϊκι,   δέν πᾶς πιό μακρυά ἀπό τά πλήθη, γιατί ἔτσι δέν θά σέ ἀκοῦν καλά, ἀλλά στέκεσαι ἐκεῖ, στήν ἄκρη πού εἶσαι καί ἀπό ἐκεῖ τούς μιλᾶς. Ἔτσι ἔκανε (ὁ Χριστός)   ἄλλες φορές: «Ἐπῆγε καί ἐκάθησε στήν παραλία. Καί πολύ γρήγορα συγκεντρώθηκαν κοντά Του πλήθη πολλά. Ἀναγκάσθηκε, λοιπόν, νά  μπεῖ σέ ἕνα πλοῖο. Καί ἐνῶ ὅλος ὁ κόσμος στεκόταν στό γιαλό, αὐτός ἀπό τό πλοῖο τούς εἶπε πολλά χρησιμοποιώντας διάφορες παραβολές»  (Μτ.13:1-3). Ὅμως τώρα ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό ἀκροατήριό Του! Καί ἀπό μακρυά μιλοῦσε στό λαό!  (Λκ.5:3).  Ὁ κόσμος δυσκολευόταν νά Τόν ἀκούσει! Ὁ δέ Χριστός ἔπρεπε νά φωνάζει ὅσο δυνατά μποροῦσε!

Ἄν αὐτή τήν «κίνηση» τήν ἔκανε κάποιος ἄλλος, θά διερωτώμασταν, ἄν αὐτός ὁ ἄνθρωπος,  πού ἔκανε  αὐτό τό πρᾶγμα, εἶναι στά καλά του! Ἦρθε γιά νά μιλήσει, καί ἀντί νά κάνει τά ἀδύνατα δυνατά, ὥστε νά διευκολύνει τό ἀκροατήριό του γιά νά ἀκούσει ὅσο πιό καλά τό λόγο του, αὐτός  φέρνει ἀπό μόνος του  ἐμπόδια καί δυσκολίες! Ὅμως αὐτή τήν κίνηση τήν ἔκανε ὁ Χριστός καί ἄρα σάν κίνηση εἶχε μεγάλη σημασία!

Ὅταν θέλουμε νά ἀκούσουμε ἀπό τό ραδιόφωνο κάποια εἴδηση πού μᾶς ἀφορᾶ   καί τό   ραδιόφωνο πού ἔχουμε ἐκείνη τή στιγμή μπροστά μας,  ἐκπέμπει πολλά  παράσιτα, θά κάνουμε τά ἀδύνατα δυνατά, ὥστε νά ἀκούσουμε τήν εἴδηση. Θά βάλουμε τό ραδιόφωνό στό αὐτί μας καί ὅ,τι ἀκούσουμε! Ἄν δέν μᾶς ἀφορᾶ ἡ εἴδηση, τό κλείνουμε καί φεύγουμε! Ἔτσι λοιπόν τά πλήθη πού  συνωστίζονταν γύρω ἀπό τό Χριστό καί  ἔπεφταν ἐπάνω Του (Λκ.5:1) ἄν ἤθελαν νά Τόν ἀκούσουν,  θά ζύγωναν ὅσο πιό κοντά Του μποροῦσαν·   θά  ἔμπαιναν ἀκόμα καί στή θάλασσα! Διαφορετικά θά Τόν ἐγκατέλειπαν! Ἔ! Γι’αὐτό τό λόγο ἔκανε ὁ Χριστός αὐτήν τήν κίνηση. Ἦταν ἕνα τέστ πού ἔκανε   σέ αὐτό τό περίεργο πλῆθος!  (Βλέπετε ὅτι ὁ Χριστός δέν μᾶς ἀναγκάζει γιά νά Τόν ἀκοῦμε…! Πολλές φορές «δημιουργεῖ» ἀπό μόνος Του ἐμπόδια καί δυσκολίες γιά νά μήν Τόν ἀκοῦμε…! Γιά νά δοκιμάζεται ἡ πίστη μας καί ἡ ἐμπιστοσύνη μας στό Πρόσωπό Του!).

Ἀνάλογο τέστ  ἔκανε  καί στούς Ἰσραηλῖτες, πού καταπιέζονταν σκληρά ἀπό τούς Αἰγυπτίους καί ἤθελαν τήν λευτεριά τους (Ἔξοδ.1:7-22). Τούς ἔβαλε ἀρχηγό τόν Μωυσῆ, πού ἦταν βραδύγλωσσος! Μιλοῦσε δηλαδή ἀργά καί σπαστικά πού δύσκολα τόν καταλάβαιναν! Μεγάλο μειονέκτημα γιά ἕναν ἀρχηγό!  Ὁ Μωυσῆς παρακάλεσε θερμά τόν Κύριο, νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό αὐτό τό ἀξίωμα, ἀλλά  ὁ Κύριος ἦταν ἐδῶ ἀνυποχώρητος· πρώτη φορά  ἐπέμεινε τόσο πολύ νά γίνει τό «δικό Του»· πρώτη φορά «καταπίεσε» τόσο πολύ ἕναν ἐκλεκτό Του δοῦλο. Ὥσπου τελικά τόν ἔπεισε νά γίνει ἀρχηγός τοῦ λαοῦ, ἔχοντας σάν «διερμηνέα» τόν ἀδερφό του Ἀαρών! (Ἔξοδος Κεφ. 3.4:1-18).  Ἄν λοιπόν οἱ Ἰσραηλῖτες ἤθελαν τήν ἐλευθερία τους, ἄν εἶχαν αὐτό σάν στόχο στή ζωή τους, θά ἀνέχονταν τόν ἀρχηγό του μέ αὐτό τό μειονέκτημα! Ἄν ὄχι, θά «κολλοῦσαν» σέ αὐτό τό μειονέκτημα, θά τόν ἀπέρριπταν  καί θά ἔμειναν στήν Αἴγυπτο!

 Καί στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπάρχουν ἀτέλειες καί ἐλαττώματα καί στούς ἀρχιερεῖς καί στούς ἱερεῖς,  παντοῦ. Ἄν ὄντως ἔχουμε σάν στόχο τή σωτηρία μας, δέν κολλᾶμε στά ἐλαττώματα, ἀλλά στόν στόχο μας! Ἄν δέν ἔχουμε σάν στόχο τή σωτηρία μας, κολλᾶμε στά ἐλαττώματα καί φεύγουμε ἀπό τήν Ἐκκλησία! Καί ἀντί νά τά βάλουμε μέ τόν ἑαυτό μας, (πού δέν ἔχει στόχο στή ζωή του) τά βάζαμε μέ τούς ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς πού ἔχουν ἐλαττώματα, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε τέλειοι!

          Ἄς εἴμαστε λοιπόν σταθεροί, ἀμετακίνητοι στό σωτήριο στόχο σας,  πρός σωτηρία τῶν ψυχῶν μας καί πρός χαράν τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ!

ΜΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ

π. Δημητρίου Μπόκου

Πώς πείστηκαν οι απόστολοι με μια κουβέντα του Χριστού και τον ακολούθησαν;

Για να μην είναι αναπάντητη η πρώτη του κλήση, ο Χριστός φρόντισε να προετοιμάσει το έδαφος. Είχε μια πρώτη γνωριμία μαζί τους. Μερικοί ήταν ήδη μαθητές του Προδρόμου. Ο ίδιος ο Ιωάννης τους είχε σπρώξει προς τον Χριστό. Τον βρήκαν, του μίλησαν, πήγαν στο σπίτι του, έμειναν και λίγο μαζί του. Τον άκουσαν να μιλάει στα πλήθη, είδαν τα πρώτα του θαύματα στην Κανά και την Καπερναούμ. Και τέλος, είδαν να γίνεται και σ’ αυτούς μεγάλο θαύμα με την ανέλπιστη αλιεία και το πλήθος των ιχθύων. Ήξεραν λοιπόν με ποιον είχαν να κάνουν. Έτσι, στην πρώτη κλήση του Χριστού άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν (Κυριακή Α΄ Λουκά).

Τί ακριβώς μέτρησε στη σχέση τους με τον Χριστό; Κάποιο συμφέρον; Ασφαλώς όχι! Δεν σκέφτηκαν να τον εκμεταλλευτούν για να κάνουν τη ζωή τους. Δεν ήταν απ’ αυτούς που χόρτασαν με τους πέντε άρτους κι έτρεχαν να κάνουν τον Χριστό βασιλιά τους, για να τους λυθούν οριστικά τα βιοποριστικά τους προβλήματα. Άλλωστε, τη στιγμή που με την απροσδόκητη ψαριά έπιασαν την καλή, άκουσαν αμέσως απ’ τον Χριστό: «Παρατήστε τα όλα κι ελάτε μαζί μου». Ούτε τους δόθηκε κάποια δελεαστική υπόσχεση. Αντιθέτως! Αντί για εύκολη ζωή και τιμές, ο Χριστός τους υποσχέθηκε «ποτήριον θανάτου». Γιατί τότε έτρεξαν ξοπίσω του σαν τρελοί;

Κατάλαβαν ότι ο Χριστός είναι «το όντως εφετόν». Ο μόνος που αξίζει να αγαπηθεί. Αντιλήφθηκαν ότι μόνο κοντά του θα νιώσουν ζωή. Ότι η αγάπη για τον Χριστό είναι η υπέρτατη σχέση. Αδιαπραγμάτευτη. Όποιος το νιώσει αυτό, γίνεται «μανικός εραστής» του. Και δεν θέλεις δάσκαλο για να μάθεις να αγαπάς.Ξέρεις πότε αγαπάς και πότε όχι. «Ούτως επί σωμάτων, ούτως επί ασωμάτων πέφυκε γίνεσθαι». Συμβαίνει στον πνευματικό έρωτα ό,τι ακριβώς και στον σαρκικό (αγ. Ιωάννης Κλίμακος). Έτσι, όχι μόνο ο Παύλος φτάνει να λέει «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», αλλά και η πόρνη. Σκουπίζει με τα μαλλιά της τα πόδια του Χριστού και λαμβάνει άφεση, επειδή «ηγάπησε πολύ». Όποιος όμως δεν το καταλαβαίνει αυτό, φτιάχνει μόνο κανόνες για το πώς να φέρεται στον Θεό. Και πασχίζει μια ζωή, περιδεής, να τους τηρεί, ακόμα κι αν τους μισεί, ακόμα και αν κάνει αγγαρεία. Μίζερος Χριστιανός! Έκτρωμα! Πώς το λέει (στον διάλογο δυο φίλων) η παροιμία; «Και παπάς, ρε Λάμπρο; -Έτσι το ’φερε η κατάρα»!!! Όμως, «εμείς έχουμε φλόγα για τον Χριστό;

Τρέχουμε, όταν είμαστε κατάκοποι να ξεκουραστούμε στην προσευχή, στον Αγαπημένο, ή το κάνουμε αγγαρεία και λέμε: “Ωχ! Τώρα έχω να κάνω και προσευχή και κανόνα”; Τί λείπει και νιώθουμε έτσι; Λείπει ο θείος έρως. Δεν έχει αξία μια τέτοια προσευχή. Ίσως μάλιστα κάνει και κακό… Η ψυχή που είναι ερωτευμένη με τον Χριστό, είναι πάντα χαρούμενη κι ευτυχισμένη, όσους κόπους και θυσίες κι αν της κοστίσει αυτό… Αυτή η αγάπη, αυτός ο έρωτας, αυτός ο ενθουσιασμός σε φέρνει και στο μαρτύριο ακόμη. Σε κάνει να μη λογαριάζεις τίποτα» (αγ. Πορφύριος). Εμείς; Το έχουμε αυτό;

Πηγή: «Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504. E-mail: antiyli.gr@gmail.com

ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΘΕΚΛΗΣ (2ο) 24-9-2022

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

Μία προφητεία                                                    

«Πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β΄ Τιμ. 3,13)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾷ τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Θέκλας. Ἄλλοτε ἀφηγηθήκαμε τὸν βίο της. Σήμερα ἂς μιλήσουμε ἐπὶ τῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς τῆς ἑορτῆς της, ποὺ εἶνε λόγια τοῦ διδασκάλου της ἀποστόλου  Παύλου (βλ. Β΄ Τιμ. 3,10-15).  Δὲν  θὰ  ἑρμηνεύσουμε ὅλη τὴν περικοπή, ἀλλὰ μόνο τὸ ῥητὸ ποὺ λέει· «Πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β΄ Τιμ. 3,13). Τί θὰ πῇ αὐτό;

Ὁ Παῦλος, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος. Ὅπως εἴπαμε καὶ ἄλλοτε, ὁ Παῦλος προτοῦ νὰ πιστέψῃ στὸ Χριστὸ ἦταν ἐχθρὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατεδίωκε μὲ φανατισμὸ τοὺς Χριστιανούς. Ἀλλ᾿ ὅταν πίστεψε, ἔγινε ὁ πιὸ θερμὸς καὶ δραστήριος μαθητὴς καὶ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Εἴκοσι περίπου χρόνια δὲν ἔπαψε μέρα καὶ νύχτα νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴ δόξα του. Πῆγε παντοῦ, σ᾿ ἀνατολὴ καὶ δύσι, κήρυξε μὲ δύναμι τὸ εὐαγγέλιο κ᾿ ἔκανε χιλιάδες ἀνθρώπους νὰ πιστέψουν στὸ Χριστὸ καὶ νὰ γίνουν πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι ἀκόλουθοί του. Τέλος συνελήφθη καὶ φυλακίστηκε.

Φυλακισμένος στὴ Ῥώμη καὶ περιμένοντας ἀπὸ μέρα σὲ μέρα ν᾿ ἀνοίξῃ ἡ φυλακή, ὄχι γιὰ νὰ ἐλευθερωθῇ ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν πάρουν καὶ νὰ τὸν πᾶνε στὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως, ὁ Παῦλος δὲν ἔχασε τὸ θάρρος του. Ἀντιθέτως μὲ βαθειὰ πίστι καὶ ἐλπίδα στὸ Χριστὸ περνοῦσε τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ζωῆς του. Μέσ᾿ στὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς δὲν ἔμεινε ἀργός. Μέρα καὶ νύχτα ἔγραφε ἐπιστολές, τὶς τελευταῖες ἐπιστολὲς πρὸς τοὺς ἀγαπημένους μαθητάς του Χριστιανούς.

Μιὰ ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς εἶνε καὶ ἡ δευτέρα (Β΄) ἐπιστολὴ πρὸς τὸν ἀγαπημένο μαθητή του Τιμόθεο. Τὸν Τιμόθεο ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸν εἶχε ἀφήσει στὴν Ἔφεσο, μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ μεγάλες πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Τὸν ἄφησε γιὰ νὰ συνεχίσῃ ἐκεῖ τὸ ἔργο ποὺ εἶχε ἀρχίσει ὁ ἴδιος. Ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Παύλου ὁ Τιμόθεος χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος. Καὶ σὰν ἐπίσκοπος ποὺ ἦταν, μέσα σὲ μιὰ μεγάλη εἰδωλολατρικὴ πόλι ὅπως ἡ Ἔφεσος, συναντοῦσε πολλὲς δυσκολίες στὴν ἐκπλήρωσι τῆς ἀποστολῆς του. Ὁ Παῦλος μὲ τὴν ἐπιστολή του θέλει νὰ τὸν ἐνισχύσῃ στὸν ἀγῶνα ποὺ εἶχε.

Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα ποὺ τοῦ γράφει εἶνε καὶ μιὰ προφητεία. Γιατὶ ὁ Παῦλος φωτιζόταν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καὶ ἔβλεπε πολὺ  μακριά. Ἔβλεπε τί θὰ συμβῇ στὸ μέλλον, καὶ αὐτὰ ποὺ ἔβλεπε ἔκρινε καλὸ νὰ τὰ κάνῃ γνωστὰ στὸ μαθητή του, ὥστε νὰ εἶνε προετοιμασμένος γιὰ ὅ,τι θὰ συμβῇ. Τοῦ λέει λοιπόν, ὅτι θὰ ἔρθουν πολὺ ἄσχημες μέρες στὸν κόσμο. Ὅσοι θέλουν νὰ ζήσουν ὅπως θέλει ὁ Χριστός, θὰ καταδιωχθοῦν καὶ θὰ μαρτυρήσουν. Ἄνθρωποι δὲ κακοὶ καὶ διεστραμμένοι, λέει, θὰ προκόψουν (Β΄ Τιμ. 3,12-13).

Θὰ προκόψουν; Ναί, θὰ προκόψουν· ἀλλὰ ποιά θὰ εἶνε ἡ προκοπὴ αὐτὴ ποὺ θὰ κάνουν; Ὑπάρχει δυὸ λογιῶν προκοπή· ὑπάρχει προκοπὴ καλή, ὅταν κανεὶς ἀπὸ τὸ χειρότερο πηγαίνῃ στὸ καλύτερο, ἀλλ᾿ ὑπάρχει καὶ προκοπὴ κακή, ὅταν ἀπὸ τὸ ἕνα κακὸ πηγαίνῃ σὲ ἄλλο ἀκόμη χειρότερο. Καὶ γιὰ νὰ προκόψῃ μὲν κανεὶς στὸ καλὸ εἶνε δύσκολο· ὑπάρχουν πολλὰ ἐμπόδια ποὺ ἐμποδίζουν τὸν ἄνθρωπο νὰ προοδεύῃ στὴν ἀρετή. Ἀλλὰ στὸ κακὸ προχωρεῖ μὲ μεγάλη εὐκολία. Γιατὶ ὁ δρόμος τοῦ κακοῦ εἶνε κατήφορος. Κι ὅταν πάρῃ κανεὶς τὸν κατήφορο, εἶνε δύσκολο πιὰ νὰ σταματήσῃ. Εἶνε σὰν νὰ πάρῃς μιὰ μπάλλα καὶ νὰ τὴ ῥίξῃς ἀπὸ τὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ ποὺ εἶνε κοντὰ στὴ θάλασσα· ἡ μπάλλα θ᾿ ἀρχίσῃ νὰ κατρακυλάῃ μέχρι ποὺ θὰ πέσῃ στὴ θάλασσα. Ἔτσι εἶνε καὶ ὁ κακὸς ἄνθρωπος. Εἶνε στὰ χέρια τοῦ διαβόλου σὰν μιὰ μπάλλα ποὺ τὴ ῥίχνει ὅπου θέλει, καὶ δὲν ἡσυχάζει ὁ καταραμένος μέχρι νὰ δῇ τὸν ἄνθρωπο νὰ πέφτῃ στὰ βαθειὰ καὶ μαῦρα νερὰ τῆς κολάσεως.

Θὰ προκόψουν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι, λέει ἡ προφητεία, ὁλοένα καὶ στὸ χειρότερο. Τὸ δὲ φοβερὸ δυστύχημα εἶνε ὅτι, ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι θὰ πηγαίνουν στὸ χειρότερο καὶ θὰ κάνουν ὅλο καὶ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα καὶ ἐγκλήματα, ὄχι μόνο δὲν θὰ ἔχουν αἴσθησι τῆς ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς συμφορᾶς τους, ἀλλὰ καὶ θὰ νομίζουν πὼς προοδεύουν. Ἡ ἁμαρτία θὰ κλείσῃ τὰ μάτια τους καὶ δὲν θὰ βλέπουν ποῦ πηγαίνουν. Σὰν τὸ γαϊδουράκι, ποὺ τοῦ σκεπάζουν τὰ μάτια μ᾿ ἕνα τυφλοπάνι καὶ τὸ δένουν στὸ μαγγανοπήγαδο καὶ τὸ κάνουν νὰ τρέχῃ γύρω ἀπὸ τὸ μάγγανο, καὶ τὸ δυστυχισμένο ζῷο νομίζει πὼς τρέχει ἴσια καὶ προχωρεῖ στὸ δρόμο, ἐνῷ βρίσκεται στὸν ἴδιο κύκλο. Ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς κακίας εἶνε τυφλοὶ καὶ δεμένοι στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς ἁμαρτίας· σ᾿ αὐτὸ δουλεύουν, καὶ νομίζουν πὼς προχωροῦν καὶ προοδεύουν, ἀλλὰ οὔτε ἕνα βῆμα δὲν κάνουν ἔξω ἀπὸ τὸν κύκλο τους.

Θὰ προκόψουν στὸ χειρότερο, λέει ἡ προφητεία τοῦ Παύλου. Καὶ θὰ παρασύρουν κι ἄλλους στὸν κατήφορο τῆς πλάνης καὶ τῆς διαφθορᾶς. Τυφλοὶ αὐτοὶ κι ἀπ᾿ τὰ δυὸ μάτια, ἀναλαμβάνουν νὰ γίνουν ὁδηγοὶ τῶν ἄλλων στὸ δρόμο τῆς ζωῆς. Καὶ ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, «τυφλὸς τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. 15,14), δηλαδή· Ἂν ἕνας τυφλὸς ὁδηγῇ ἄλλον τυφλό, κ᾿ οἱ δυὸ θὰ πέσουν στὸ λάκκο. Ἀλλ᾿ ἐδῶ εἶνε ἡ βλακεία τῶν ἀνθρώπων· ἐνῷ ποτέ δὲν δέχονται ἕνας τυφλὸς νὰ γίνῃ ὁδηγός τους, δέχονται ὅμως νὰ γίνουν πνευματικοί τους ὁδηγοὶ στὸ δρόμο τῆς ζωῆς ἄνθρωποι κακοὶ καὶ διεστραμμένοι, ψεῦτες κι ἀπατεῶνες, ἰδιοτελεῖς καὶ συμφεροντολόγοι. Εἶνε δὲ καὶ αὐτοὶ ποὺ παρασύρονται ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους ἔνοχοι καὶ ἄξιοι τιμωρίας γιὰ τὴν τυφλὴ ἐμπιστοσύνη ποὺ δείχνουν στοὺς κακούς, στοὺς ψεῦτες κι ἀπατεῶνες. Ὤ, μὲ πόση εὐκολία παρασύρονται οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας στὴν πλάνη καὶ τὴ διαφθορά!

Θὰ προκόψουν στὸ χειρότερο οἱ ἄνθρωποι, λέει ἡ προφητεία. Θέλετε καὶ παραδείγματα; Ἀκοῦστε.

Σ᾿ ἕνα χωριὸ ὑπάρχει ἱερεύς, ἱερεὺς πιστὸς καὶ ζηλωτής, ποὺ διδάσκει τὸ λαὸ καὶ δίνει παράδειγμα καλό. Θὰ ἔπρεπε στὸν ἱερέα αὐτὸ νὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνη ὅλοι οἱ ἐνορῖτες του, νὰ τὸν ἀκοῦνε καὶ νὰ τὸν ἀκολουθοῦν. Τὸ κάνουν ὅλοι; Ὄχι. Ἔρχεται στὸ χωριὸ ἕνας ξένος, ποὺ κανείς δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ κρατάει ἡ σκούφια του, καὶ ὁ ξένος αὐτὸς ἀρχίζει νὰ λέῃ πράγματα ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα ποὺ πιστεύει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἐξηγεῖ ὁ καλὸς ἱερεύς. Ὅλοι θὰ ἔπρεπε σ᾿ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ξένος νὰ κλείσουν τ᾿ αὐτιά τους καὶ νὰ τὸν διώξουν ἀπ᾿ τὸ χωριό. Καὶ ὅμως βρίσκονται ἄνθρωποι ποὺ ἀνοίγουν τ᾿ αὐτιά τους καὶ ἀκοῦνε τὸν αἱρετικὸ αὐτὸν καὶ γίνονται κι αὐτοὶ σὰν αὐτὸν καὶ χειρότεροι ἀπ᾿ αὐτόν. Ὁ ἕνας παρασύρει τὸν ἄλλο, καὶ ὁ ἄλλος ἕνα τρίτο, καὶ ὁ τρίτος τέταρτο… Καὶ βλέποντας πόσο εὔκολα παρασύρονται, ἀπορεῖ κανεὶς πῶς συμβαίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἕνας ξένος νὰ παρασύρῃ ἀνθρώπους ποὺ ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια ἔχουν διδαχθῆ τὴν ὀρθὴ διδασκαλία κι ἔχουν μπροστά τους λαμπρὰ παραδείγματα πίστεως καὶ ἀρετῆς.

Νά ὅμως κι ἄλλο παράδειγμα μέσα στὴν κοινωνία τοῦ χωριοῦ ἢ τῆς πόλεως. Ὑπάρχουν κορίτσια καὶ γυναῖκες ποὺ σέβονται τὴ θρησκεία, προσέχουν τὴ διαγωγή τους, ντύνονται σεμνὰ καὶ δὲν σκανδαλίζουν οὔτε μὲ λόγια οὔτε μὲ πράξεις τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ στὸ χωριὸ ἔρχεται γιὰ νὰ περάσῃ τὸ καλοκαίρι της μιὰ ξένη γυναίκα, ποὺ ἡ διαγωγή της εἶνε ἀπρεπής· ντύνεται –ἢ καλύτερα ξεντύνεται– καὶ φαίνεται ἡ γύμνια της. Μιὰ τέτοια γυναῖκα καμμιά στὸ χωριὸ δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν προσέξῃ. Καὶ ὅμως σ᾿ αὐτὴ τὴ γυναῖκα πηγαίνουν οἱ νέες νὰ πάρουν μαθήματα ξετσιπωσιᾶς. Μιὰ τέτοια γυναίκα μοντέρνα μπορεῖ νὰ παρασύρῃ ὅλες τὶς γυναῖκες τοῦ χωριοῦ.

Παῦλε ἀπόστολε! Προφήτευσες, ὅτι θὰ ἔρθουν ἄσχημες μέρες καὶ τὸ κακὸ θὰ προχωρήσῃ πολὺ καὶ θὰ παρασύρῃ πολλοὺς στὸν κατήφορο τῆς ἀπιστίας  καὶ  τῆς  διαφθορᾶς. Σύ, ποὺ καμμιά δύναμι δὲν κατώρθωσε νὰ σὲ παρασύρῃ καὶ «νὰ σὲ χωρίσῃ ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» (Ῥωμ. 8,35), πρέσβευε, σὲ παρακαλοῦμε, στὸν ἀγαπημένο σου Κύριο γιὰ νὰ μὴ μᾶς παρασύρῃ τὸ κακό, ποὺ ἀπὸ τὸν κόσμο ὀνομάζεται «ἐξέλιξις» καὶ «πρόοδος», ἐνῷ εἶνε καταστροφὴ καὶ ἀπώλεια.

Ναί, Κύριε! Ἂς μείνουμε κ᾿ ἐμεῖς σὰν τὴν ἁγία Θέκλα πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι δοῦλοι σου μέχρι τέλους, ὁσοδήποτε κι ἂν αὐτὸ μᾶς στοιχίσῃ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (3ο)

ὑπό ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Πῶς ἀκολουθοῦμε τό Χριστό;

Ὅσοι (κατά τήν Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία) καταδικάζονταν σέ σταυρικό θάνατο, ἔπαιρναν, κατά τό νόμο, τό σταυρό τους στόν ὦμο καί πήγαιναν στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεώς τους. Κάτι ἀνάλογο ἔκανε καί ὁ Χριστός: Σήκωσε τό Σταυρό Του στόν ὦμο καί ἀνέβαινε τό Γολγοθᾶ γιά νά θανατωθεῖ. Αὐτό μᾶς λέει νά κάνουμε καί ἐμεῖς πρός χάρη Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω Μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Μαρ. 8:34). Προσοχή: Ὁ ἀγαθός Χριστός δέν μᾶς ὑποχρεώνει νά  σταυρωθοῦμε πρός χάρη Του, ἀλλά  «ὅστις θέλει». Μᾶς τό ἀφήνει στήν καλή διαθέσή μας. Καί ὅπως ὁ Ἴδιος σταυρώθηκε ἑκούσια πρός χάρη μας, ἔτσι καί ἐμεῖς νά σταυρωθοῦμε ἑκούσια πρός χάρη Του. Ἡ ἀγάπη Του γιά μᾶς Τόν «ἀνάγκασε» νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς. Ἄν Τόν ἀγαπᾶμε καί ἐμεῖς, θά κάνουμε καί ἐμεῖς τό ἴδιο πρός χάρη Του: Θά σταυρωθοῦμε· θά σηκώσουμε τόν σταυρό μας καί θά Τόν ἀκολουθήσουμε!

Ὅμως πῶς γίνεται αὐτό στήν πράξη; Πῶς ἀκολουθοῦμε τό Χριστό; Πῶς ἀπαρνούμαστε τόν ἑαυτό μας; Πῶς σταυρωνόμαστε, πῶς πεθαίνουμε πρός χάρη Του; Σταυρώνοντας τό θέλημά μας! Ἤ καλύτερα: Ἐναρμονίζοντας τό θέλημά μας μέ τό ἅγιο θέλημά Του. Τηρώντας τό θέλημά Του.

«Τό θέλημά μας εἶναι ἕνα χάλκινο τεῖχος ἀνάμεσα σέ μᾶς καί στόν Θεό!» (Ὅσιος Ποιμένας, Γεροντικό, ἀββᾶ Ποιμένος, 54, ἐλεύθερη ἀπόδοση). Εἶναι δηλαδή τό θέλημά μας χωρισμός ἀπό τό Θεό. Μέ ὅτι αὐτό σημαίνει γιά τήν πνευματική μας ζωή! Καί ὅσο ἐμμένουμε στό θέλημά μας, τόσο ὁ χωρισμός μας ἀπό τό Θεό μεγαλώνει, μέ ἀποτέλεσμα  νά ἀπομακρυνόμαστε καί νά χανόμαστε τελείως ἀπό τό Θεό! Ἄν λοιπόν θέλουμε νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Κύριο, θά πρέπει νά σταυρώσουμε τό θέλημά μας, τηρώντας παντοῦ καί πάντοτε τό θέλημα τοῦ Κυρίου.

Ὅμως αὐτό  εἶναι ἕνας πραγματικός σταυρός, γιατί πᾶμε ἐνάντια στό δικό μας θέλημα. «Διά τούς λόγους τῶν χειλέων σου ἐγώ φύλαξα ὁδούς σκληράς», ἔλεγε ὁ Δαβίδ (Ψαλ.16:4) ἐννοώντας ὅτι πρός χάρη τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου πονοῦσε ψυχικά. Ἄλλα τοῦ ἔλεγε νά κάνει ὁ ἑαυτός του (λ.χ. νά ἀνταποδώσει κατάκριση στήν κατάκριση, ὕβρη στήν ὕβρη, θυμό στόν θυμό, κ.ἄ) καί ἄλλα τοῦ ἔλεγε ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου· νά μήν ἁμαρτήσει οὔτε κατά διάνοια· «πρόσεχε σεαυτῷ, μήποτε γένηται ρῆμα κρυπτόν ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀνόμημα» (Δευτ.15:9). Καί ὁ Δαδίβ θυσίαζε τό δικό του θέλημα πρός χάρη τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου. Ἀπαρνεῖτο τόν ἑαυτόν του, σήκωνε τόν σταυρόν του καί ἀκολουθοῦσε τόν Κύριο, γι’αὐτό καί ἔγινε ἄλλος (ἅγιος) ἄνθρωπος!

«Καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ» (Μαρ. 8:34). Δέν σηκώνουν ὅλοι τόν ἴδιο σταυρό, ἀλλά ὁ καθένας σηκώνει τό  δικό του σταυρό· ὁ καθένας ἔχει νά κάνει μέ τόν δικό του «παλαιό» ἑαυτό (ἄλλος εἶναι περισσότερο φιλήδονος, ἄλλος λιγότερο, ἄλλος περισσότερο θυμώδης, ἄλλος λιγότερο κ.λ.π.). Ὁ καθένας ἔχει νά κάνει μέ τά δικά του πάθη, πού πρέπει νά σταυρώσει, προκειμένου νά ἀκολουθήσει τόν Κύριο (γιατί Χριστός καί πάθη, ἁμαρτίες δέν πᾶνε μαζί). Ἔλεγε ὁ Γέροντας Παϊσιος: «Ἄς μήν ἀπαγοητευόμαστε γιά τά πάθη μας, οὔτε νά ἐνθαρρυνόμαστε γιά τίς ἀρετές μας· γιατί ὁ καλός Θεός, θά λάβει ὑπόψη Του τόν ἀγώνα πού κάνουμε πάνω στόν ἑαυτόν μας».

Καί ὁ Χριστός στή συνέχεια πρόσθεσε: «Γιατί τί θά ὠφεληθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἄν κερδίσει ὁλόκληρο τόν κόσμο, ἀλλά ὑποστεῖ ζημία στήν ψυχή του;» (Μαρ. 8:36). Δέν λέει «ἀπωλέσει τήν ψυχή του», ἀλλά  «ὑποστεῖ ζημία στήν ψυχή του». Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι, νά χάνω τό σπίτι μου καί ἄλλο πρᾶγμα εἶναι, νά παθαίνει τό σπίτι μου ζημιά. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι, νά ζημιώνω τήν ψυχή μου καί ἄλλο πρᾶγμα εἶναι, νά χάνω τήν ψυχή μου. Τό δεύτερο εἶναι πολύ χειρότερο ἀπό τό πρῶτο. Εἶναι λοιπόν προτιμότερο νά χάσεις τά πάντα, σπίτια, χωράφια, κ.λ.π., παρά νά ζημιώσεις, ἔστω καί ἕνα ἐλάχιστο τήν ψυχή σου, γιατί καί μέ αὐτή τήν ἐλάχιστη ζημία, χάνεις τόσα ἐπουράνια, πού δέν ἀξίζουν, οὔτε ἀκόμα καί νά κερδίσεις ἐπί γῆς ὁλόκληρον τόν κόσμον!

Στή μάχη του Μαραθῶνος (490 π.Χ.) ἕνας ἀθηναῖος πολεμιστής, ὀνόματι Κυναίγερος (ἀδελφός τοῦ ποιητοῦ Αἰσχύλου) στεκόταν μέσα σέ μιά βάρκα καί πολεμοῦσε τούς Πέρσες. Μέ τό ἕνα του χέρι κρατοῦσε τήν βάρκα καί μέ τό ἄλλο ἔριχνε βέλη στόν ἐχθρό. Καθώς λοιπόν πολεμοῦσε, ἕνας Πέρσης τοῦ ἔκοψε τό χέρι…! Παρόλο αὐτό συνέχισε τόν ἀγώνα του! Μέ τό χέρι πού τοῦ ἀπέμεινε,  βαστοῦσε τή βάρκα! Ὥσπου ὁ ἐχθρός τοῦ ἔκοψε καί αὐτό τό χέρι! Οὔτε καί τώρα παρέδωσε τά ὅπλα! Κρατοῦσε τή βάρκα μέ τά δόντια του! Ὥσπου τοῦ ἔκοψαν τό κεφάλι του! Ἰδού ὁ ἄνθρωπος! Πόσο ἡρωϊκά ἀντιδρᾶ, ὅταν «στριμωχθεῖ»! Τί δύναμη καί τί δυνατότητες κρύβει μέσα του!

Μακάρι νά δείχναμε ἐξίσου τήν ἴδια δύναμη καί σέ θέματα πού ἔχουν σχέση μέ τόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ παλαιοῦ μας ἑαυτοῦ· μέ τόν ἀγώνα γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας· γιά τήν πορεία μας πρός τόν Χριστό! Καί ὅμως ἐδῶ μέ τό παραμικρό ἐμπόδιο, παραδίδουμε τά ὅπλα, ἐγκαταλείποντας τόν ἀγώνα! «Πῶς, λοιπόν, δέν εἶναι ἀπόδειξη τῆς πιό φοβερῆς ἀνοησίας, τό νά μή δείχνουμε τόν ἴδιο ἀνδρισμό; Καί ὅλα αὐτή  τήν στιγμή πού πρόκειται νά κερδίσωμε τόσους στεφάνους!», (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ομιλ. ΝΕ΄-55η) εἰς τό κατά Ματθαῖον P.G. 542).

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΟΦΙΑΣ, ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ & ΑΓΑΠΗΣ 17-9-2022

Οἱ τρεῖς θυγατέρες

Μετά τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ ἡ Ἐκκλησία  μας  ἑορτάζει,  ἀγαπητοί μου, τὴ μνήμη τῶν ἁγίων Σοφίας καὶ τῶν τριῶν θυγατέρων της, Πίστεως Ἐλπίδος καὶ Ἀγάπης.

Ἡ ἁγία Σοφία γεννήθηκε, κατὰ τὸ συναξάριο, σὲ μία μεγάλη πόλι τῆς Ἰταλίας. Ἔζησε δὲ στὴν ἐποχὴ τῶν διωγμῶν, ποὺ ὅπως εἶνε γνωστὸ κράτησαν τρεῖς ὁλόκληρους αἰῶνες. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ νὰ εἶνε κανεὶς Χριστιανὸς στοίχιζε. Στοίχιζε θέσεις, ἀξιώματα, χρήματα καὶ αὐτὴ τὴ ζωή. Ἑκατομμύρια θυσιάστηκαν τότε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μ᾿ αὐτὸ τὸ ἡρωικὸ πνεῦμα ἔζησε καὶ ἡ ἁγία Σοφία καὶ ἔτσι ἀνέθρεψε τὶς θυγατέρες της.

Δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν προσελκύσῃ τὴν κακία τῶν διωκτῶν. Τὴν συνέλαβαν λοιπὸν μαζὶ μὲ τὶς θυγατέρες της καὶ τὴν ὡδήγησαν ἐμπρὸς στὸν διοικητή. Αὐτὸς τοὺς ἔδωσε προθεσμία τριῶν ἡμερῶν, γιὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσουν, ἂν θ᾿ ἀλλάξουν γνώμη. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴ λῆξι τῶν τριῶν ἡμερῶν ἡ μητέρα καὶ οἱ θυγατέρες ἔμειναν ἀκλόνητες στὴν ἀφοσίωσι πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ἡ μητέρα εἶχε ἕνα φόβο, μήπως οἱ θυγατέρες ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό, διότι στὴν ἡλικία ἦταν πολὺ μικρές. Ἡ πρώτη, ἡ Πίστις, ἦταν 12 ἐτῶν. Ἡ Ἐλπὶς ἦταν 10 ἐτῶν. Καὶ ἡ Ἀγάπη ἦταν 9 ἐτῶν. Ἐν τούτοις τὰ ἀσθενῆ αὐτὰ πλάσματα τὰ ἐνδυνάμωσε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπέμειναν τὰ μαρτύρια μὲ θάρρος πρωτοφανές.

Τὶς ἔκλεισαν στὶς φυλακές. Τὶς χτύπησαν μὲ βούνευρα. Τὶς κέντησαν μὲ πύρινες βελόνες. Τὶς ἔρριξαν μέσα σὲ λέβητες μὲ βραστὸ νερό. Ἀλλ᾿ ὅπως οἱ τρεῖς παῖδες μέσα στὴν κάμινο τοῦ πυρός, ἔτσι καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς κόρες ὑμνοῦσαν τὸ Θεὸ καὶ ἀκουγόταν παναρμόνιος ὁ ὕμνος «Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας» (Δαν. Προσ. 34).

Τέλος, ἀποκεφαλίσθηκαν καὶ οἱ τρεῖς μὲ τὸ ξίφος τοῦ τυράννου. Τὸ μαρτύριό τους ἀκολούθησε καὶ ἡ ἁγία τους μητέρα.

Ἡ ἁγία Σοφία καὶ οἱ τρεῖς θυγατέρες της μᾶς διδάσκουν, ἀγαπητοί μου, ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε πιστοὶ Χριστιανοί, ὁ χριστιανισμὸς θὰ μᾶς στοιχίσῃ· καὶ ὅσο πιὸ πιστοὶ εἴμαστε, τόσο περισσότερο θὰ μᾶς στοιχίζῃ.

Τά ᾿χουμε κατὰ κάποιο τρόπο βολέψει μέσα στὸν κόσμο αὐτόν. Βρίσκουμε μύριους τρόπους νὰ δικαιολογοῦμε τὴν ἐπιεικῆ καὶ σκανδαλώδη στάσι μας. Κ᾽ ἔπειτα νομίζουμε, πὼς εἴμαστε Χριστιανοί. Ἀλλοίμονό μας, ἂν δὲν ἀποκτήσουμε τὸ ἡρωικὸ φρόνημα ποὺ διέκρινε τοὺς ἁγίους μάρτυρες. Τὰ τρία αὐτὰ μικρὰ κοριτσάκια θὰ ἐλέγξουν τὸν κόσμο. Καὶ ἡ μητέρα τους ἡ ἁγία Σοφία θὰ ἐλέγξῃ τὶς μητέρες ἐκεῖνες ποὺ ἀνησυχοῦν καὶ τρέμουν, μήπως τὰ κορίτσια τους ἀπὸ τὴ νηστεία τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀνάγνωσι ὑποστοῦν κάποια μείωσι τῆς σωματικῆς τους δυνάμεως.

Οἱ μάρτυρες εἶνε ὁ μεγαλύτερος ἔλεγχος μιᾶς χλιαρῆς, ἐλεεινῆς καὶ τρισαθλίας χριστιανοσύνης μας.

Ἡ ἁγία Σοφία ὅμως καὶ οἱ τρεῖς θυγατέρες της μᾶς διδάσκουν ὄχι μόνο μὲ τὸ μαρτύριό τους ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ὀνόματά τους.

Τὸ ὄνομα Σοφία τί μᾶς διδάσκει; «Σοφία…», ἀκοῦμε στὴν ἐκκλησία ὅταν ὁ ἱερεὺς κρατάει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ ὑψώνει δείχνοντάς το σὲ ὅλο τὸ πλήρωμα. Τὸ Εὐαγγέλιο δηλαδὴ εἶνε γεμᾶτο σοφία. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο βιβλίο σοφώτερο. Σοφία εἶνε ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Θυμᾶστε τὸ θαυμάσιο ἀποστολικὸ ἀνάγωσμα ποὺ διαβάστηκε πρὸ τριῶν ἡμερῶν, στὴν ἑορτὴ τοῦ σταυροῦ; Ἔλεγε· Ἂν ὁ Χριστὸς εἶνε τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ἂν ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ μωρία γιὰ τοὺς φιλοσοφοῦντας Ἕλληνες, γιὰ τοὺς πιστοὺς ὅμως ὁ Χριστὸς εἶνε «Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία» (Α΄ Κορ. 1,24). Ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ σοφία, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.

Ἡ ἁγία Σοφία λοιπόν, μὲ τὸ ὄνομά της, μᾶς ὑπενθυμίζει, ὅτι πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπ᾿ τὸ Θεὸ τὴ φώτισι τῆς θείας σοφίας. Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν τριῶν θυγατέρων μᾶς ὑπενθυμίζουν τὶς τρεῖς μεγάλες θεολογικὲς ἀρετές.

Πίστις! Τεραστία δύναμις, φῶς, ἀστέρι, θεμέλιο, ῥίζα. Ὤ ἐὰν ὑπῆρχε μέσα στὴν καρδιά μας αὐτὴ ἡ ἀρετή! καὶ τ᾽ ἀστέρια θὰ κατεβάζαμε στὴ γῆ καὶ τὰ βουνὰ θὰ λυώναμε καὶ τὰ μεγαλύτερα ἐμπόδια θὰ διαλύαμε. Ἔχουμε πίστι; Ἂν εἴχαμε πίστι, πίστι 100%, διαφορετικὸς θὰ ἦταν ὁ κόσμος. Μὰ δὲν πιστεύουν σήμερα οἱ ἄνθρωποι οὔτε 1%. Πάρε ὁποιονδήποτε Χριστιανὸ νὰ τὸν ἐξετάσῃς, καὶ θὰ δῇς ὅτι εἶνε ὅλο ἀμφιβολίες, ὅλο «ἐάν…». Ἂν ἔχῃς κάποιο «ἐάν», τότε δὲν ἔχεις πίστι. Πίστις εἶνε νὰ θεωρῇς 100% πραγματικὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς διδάσκει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.

Ἐλπὶς πάλι μᾶς ὑπενθυμίζει, ὅτι στὸν κόσμο αὐτὸν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ζωογόνο ἐλπίδα, ποὺ σὰν ἥλιος θὰ μᾶς θερμαίνῃ. Ὁ Χριστιανὸς ποὺ πιστεύει ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε πατέρας φιλόστοργος, πατέρας παντοδύναμος καὶ πάνσοφος, αὐτὸς πρέπει νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι αὐτὰ ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ἀπερίγραπτα ἀγαθά, ὁπωσδήποτε θὰ τοῦ τὰ δώσῃ.

Καὶ τέλος ἡ Ἀγάπη μὲ τὸ ὄνομά της μᾶς θυμίζει τὸ συμπλήρωμα καὶ τὴν κορωνίδα τῶν ἀρετῶν. Μέσα στὸν κόσμο αὐτόν, τοῦ μίσους, τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φιλαρχίας καὶ τῶν ἄλλων κακιῶν, ἡ ἀγάπη σήμερα ἔχει ὑποστῆ ἔκλειψι. Εἶνε τρομερὸ πρᾶγμα, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, νὰ δοῦμε μιὰ μέρα τὸν ἥλιο νὰ σβήνῃ· ἀλλὰ τρομερώτερο θὰ εἶνε ἐὰν σβήσῃ ἡ ἀγάπη. Προτιμότερο νὰ σβήσῃ ὁ ἥλιος παρὰ νὰ σβήσῃ ἡ ἀγάπη, ποὺ εἶνε ὁ ἥλιος τῶν ψυχῶν. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας προφήτευσε, ὅτι θὰ ἔρθῃ μέρα κατηραμένη, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἥλιος τῆς ἀγάπης θὰ σβήσῃ καὶ τὸ κρύο καὶ ὁ παγετὸς θὰ ἐπικρατήσῃ στὴ γῆ (βλ. Ματ. 24,12).

Μιλᾶμε γιὰ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ ἀγάπη δὲν ἔχουμε. Ἡ ἀγάπη εἶνε ἕνα οὐράνιο πρᾶγμα, ποὺ συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὴν ταπείνωσι, τὴν ὑπακοή, τὴν πειθαρχία, τὶς μεγάλες ἀρετές. Δὲν εἶνε κάτι ξεκάρφωτο, ὅπως διδάσκουν οἱ οἰκουμενισταί, ὅπως διδάσκουν οἱ κοσμικοί. Ἀγάπη ἀπὸ ἀγάπη διαφέρει. Ὑπάρχει ἀγάπη σαρκός, ἀγάπη χρήματος, ἀγάπη τῶν μικρῶν καὶ ἀσημάντων. Κι αὐτὴ ἀκόμη ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα καὶ τῆς μητέρας, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, περιέχει κάτι τὸ σαρκικό. Ἡ ἀγάπη ὅμως ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο ἔχει φτεροῦγες ἀετοῦ καὶ ἵπταται μέχρι τρίτου οὐρανοῦ· κάνει τὸν ἄνθρωπο χερουβὶμ καὶ σεραφίμ.

Ἀγάπη, λοιπόν, ὄχι μόνο πρὸς τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους, ὄχι μόνο πρὸς τοὺς Χριστιανούς, ἀλλὰ ἀγάπη πρὸς ὅλο τὸν κόσμο. Ἀγάπη καὶ σ᾿ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς σταυρωτάς! Διότι ἐμεῖς ἔχουμε ὡς πρότυπο τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶνε ἡ ἐσταυρωμένη ἀγάπη. Τέτοια ἀγάπη πρέπει νὰ ἔχουμε κ᾿ ἐμεῖς.

Ἐὰν τώρα, ἀγαπητοί μου, θέλῃ κανεὶς νὰ δῇ ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς ποιά εἶνε ἡ μεγαλυτέρα, μεγαλυτέρα εἶνε ἡ τρίτη, ἡ ἀγάπη. Τὸ κάλλος της εἶνε ἀπερίγραπτο. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζωγραφίζει ὅλα τὰ ὡραῖα γνωρίσματα τῆς ἀγάπης, ποὺ ἂν δὲν τὰ ἔχουμε τότε ματαιοπονοῦμε. «Ἐάν», λέει, «ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων», ἐὰν καὶ θαύματα ἀκόμη κάνω, καὶ ἐὰν σκορπίσω τὴν περιουσία μου, καὶ ἂν πάω καὶ μαρτυρήσω καὶ χύσω τὸ αἷμα μου, «ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον»· «οὐδέν εἰμι» (Α΄ Κορ. 13,1-2).

Ταῦτα, ἀγαπητοί μου, εἶχα νὰ σᾶς πῶ. Πιστεύετε, στὸν αἰῶνα τῆς ἀπιστίας.  Ἐλπίζετε, στὸν αἰῶνα τῆς ἀπελπισίας. Ἀγαπᾶτε στὸν αἰῶνα τοῦ μίσους. Κρατῆστε προπαντὸς τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μένει αἰωνίως (ἔ.ἀ. 13,7).

Διότι τί εἶνε παράδεισος; Εἶνε ποταμοί, εἶνε κρυστάλλινες πηγές; εἶνε τὰ ᾄσματα τῶν ἀγγέλων, εἶνε τὰ χερουβὶμ καὶ τὰ σεραφίμ, εἶνε οἱ ἅγιοι, εἶνε οἱ μάρτυρες, εἶνε ὅλος ἐκεῖνος ὁ ὡραῖος κόσμος, τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα τὰ ἀνέκφραστα; Εἶνε καὶ αὐτά. Ἀλλὰ κυρίως εἶνε ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἂν βγάλω τὴν ἀγάπη ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἀμέσως ὁ παράδεισος θὰ γίνῃ κόλασις.

Τὸν παράδεισο αὐτὸν μποροῦμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ τὸν ζήσουμε, ἐὰν αἰσθανθοῦμε τὴν αὔρα τῆς ἀγάπης, ἐὰν πιστέψουμε ἀκράδαντα στὸν Κύριο, καὶ ἐὰν ἐλπίζουμε μὲ βεβαιότητα στὶς αἰώνιες ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ.

Τότε στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ, μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Σοφία καὶ τὶς τρεῖς θυγατέρες της, τὴν Πίστι τὴν Ἐλπίδα καὶ τὴν Ἀγάπη, θὰ ὑμνοῦμε τὸν Τριαδικὸ Θεὸ λέγοντας· «Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας» (ἔ.ἀ.).

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτου