ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΛΟΥΣΙΟΣ

π. Δημητρίου Μπόκου

Πόσο κακίζουμε αλήθεια τον άφρονα πλούσιο, που μάζεψε αμύθητα πλούτη, αλλά τα κράτησε όλα για τον εαυτό του! Θεώρησε ότι έτσι εξασφάλισε μόνιμα τη ζωή του. Νόμισε ότι στο εξής θα μπορούσε να τρώει, να πίνει και να ευφραίνεται διά βίου. Πέρα από τον εαυτό του δεν μπόρεσε να σκεφτεί κανέναν άλλον. Μα εκεί που σιγουρεύτηκε ότι πάτησε σε γερό, σταθερό έδαφος, του ήρθε κλήση για …παράνομη στάθμευση. Και του ζητήθηκε να μετακομίσει αμέσως για αλλού, ενώ το «όχημά» του, ο πλούτος του, κατασχέθηκε. Πέρασε στα χέρια άλλων (Κυριακή Θ΄ Λουκά). Η κλασική κατάληξη κάθε πλουσίου: Τα λεφτά του τα χαίρονται οι συγγενείς, το σώμα του το τρώνε τα σκουλήκια και την ψυχή του την παίρνει ο διάβολος.

Η πλεονεξία καταστρέφει τελικά τον άνθρωπο. Ο πλεονέκτης δεν έχει καμμιά θέση στη Βασιλεία του Θεού. Έχει για θεό το χρήμα. Είναι τέκνο κατάρας. Γι’ αυτό και ονομάζεται ειδωλολάτρης (Εφ. 5, 5. Β΄ Πετρ. 2, 14). Είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να χορτάσει, να βάλει φρένο στην ακόρεστη επιθυμία του, όσα και αν αποκτήσει. Που έχει χάσει τη στοιχειώδη ικανότητα να αγαπάει, όντας παντελώς αναίσθητος μπρος στην ανθρώπινη ανάγκη.

Όμως, ενώ κατανοούμε την αφροσύνη του πλουσίου και εύκολα τον στήνουμε στο εδώλιο, δεν κάνουμε το ίδιο και με την αφροσύνη του φτωχού. Μα τί κοινό μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στον πλούσιο και τον φτωχό; Από πότε ο φτωχός θεωρείται άφρων; Από τη στιγμή, απλούστατα, που διακατέχεται και αυτός, όπως και ο πλούσιος, από την ίδια ασίγαστη επιθυμία για πλούτο. Αν η πλεονεξία έχει υποσκελίσει την ψυχή του, ο φτωχός είναι το ίδιο άφρων, όσο και ο πλούσιος. Ζει και αυτός με τον ίδιο αγιάτρευτο καημό: «Να είχα λεφτά»! Κοιμάται και ξυπνάει με το ίδιο πάντα όνειρο: «Αν ήμουν πλούσιος…». Αν ο πλούτος καταντήσει αντικείμενο λατρείας, ο άνθρωπος, πλούσιος ή φτωχός αδιακρίτως, γίνεται θλιβερό υποχείριο της πλεονεξίας, παγιδευμένος ανόητα στην απάτη του πλούτου, άπληστος αέναος θηρευτής του. «Όπου γάρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί και η καρδία υμών έσται» (Μαρκ. 4, 19. Λουκ. 12, 34).

Οι γονείς, συνειδητά ή ασυνείδητα, μεταδίδουν και στα παιδιά τους το πάθος αυτό, αφού συνήθως δεν συζητούν για τίποτε άλλο στο σπίτι, παρά μόνο για λεφτά. Πώς θα βγάλουν περισσότερα. Άμεσα ή έμμεσα τα παιδιά ωθούνται συνεχώς σε αναζήτηση της πιο καλής θέσης, της πιο κερδοφόρας δουλειάς, του πιο μεγάλου μισθού. Αυτά γίνονται οι μεγάλες αξίες της ζωής τους, η βασική τους επιδίωξη. Ό,τι πιάνουν, να γίνεται χρυσάφι. Στην κλίμακα των αξιών ο πλούτος κατέχει την κορυφή. Θεωρείται η μεγαλύτερη ευτυχία. Η φτώχεια αντιθέτως λογίζεται ως η μεγαλύτερη δυστυχία. Οι άνθρωποι αξιολογούνται με το ίδιο κριτήριο. Όσο πιο ψηλό το οικονομικό τους προφίλ, τόσο πιο πολύ σεβασμό και τιμή απολαμβάνουν. Απ’ τη μικρή τους ηλικία τα παιδιά συμφιλιώνονται πλήρως με την ιδέα, ότι ήρθαν στον κόσμο με μοναδικό σκοπό να βγάζουν λεφτά. Ότι στον κόσμο που ζουν, τα χρήματα είναι πάνω από όλα. Πώς να εξηγήσεις σε τέτοιον άνθρωπο, ότι δεν είναι ο πλούτος το παν; Και ότι δεν θα ωφεληθεί τίποτε, αν κερδίσει ακόμα και τον κόσμο ολόκληρο, αλλά χάσει τελικά την ψυχή του; Έλεγε ο μακαριστός πατριάρχης Σερβίας Παύλος: «Δυστυχώς υπάρχουν άνθρωποι φτωχοί στην κοινωνία μας, που οι γονείς τους δεν μπόρεσαν να τους δώσουν τίποτε άλλο… εκτός από λεφτά»!

Πηγή: «Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504. E-mail: antiyli.gr@gmail.com

Advertisement

Ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης για τα Ιερατικά συνέδρια

«…Δεν πηγαίνω ποτέ σε Ιερατικά συνέδρια ως ομιλητής. Διαπίστωσα ότι οι εκασταχού Μητροπολίτες πλην ενίων εξαιρέσεων, με βλοσυρότητα Σουλτάνων προσπαθούν να κατατρομοκρατήσουν τους Ιερείς, κυρίως αυτούς που σέβονται την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση και να επιβάλλουν την αθεολόγητη ιδεοληψία τους, τον αδογμάτιστο κοινωνισμό τους ή ακόμη και τα πάθη της ατιμίας τους… Με τέχνη και τρομοκρατία προσπαθούν να τα επιβάλλουν και αυτά…
 
Οι γαστρίμαργοι λένε: <Δεν βλάπτουν τα φαγητά και τα ποτά! Τα εξερχόμενα βλάπτουν>. Φανερή η Δεσποτική σοφιστεία στην παρερμηνεία του Ευαγγελίου. Σε όλο το μεγαλείο της!


Οι ηθικιστές λένε: <Δράση θέλει ο Χριστός>. Εννοείται ποιμαντική δράση, χωρίς αγώνα εσωτερικής κατάστασης. Δράση, δράση…Βράση, βράση… Και στο τέλος εξατμίζονται όλα και μένει άδεια η κατσαρόλα.
Οι αμοραλιστές, εκεί να ακούσετε φωνές…<Δεν ασχολείται ο Θεός με το πώς λειτουργούν οι γενετήσιες ορμές μας αλλά με την καρδιά μας>. <Καλά, είπα σε κάποιον, ακρωτηριασμένοι θα μπούμε στη Βασιλεία του Θεού; Τα γεννητικά όργανα, δεν συντονίζονται λειτουργικά με την καρδιά; Αν είναι καθαρή η καρδιά, όλος ο άνθρωπος έχει την άκτιστη Χάρη του Θεού διότι δεν εκφεύγει λειτουργικά από την αρχή και το ατέλεστον τέλος της υποστάσεως, δηλαδή το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν του Αρχετύπου Συνανάρχου Λόγου. Στα ευαίσθητα σημεία του σώματος δεν πηγαίνει η Θεία Κοινωνία; Δεν θεούται όλος ο άνθρωπος; Υπάρχουν σημεία που επικρατεί ο Χριστός και άλλα που διαφεντεύει ο διάβολος; Τί είδους πίστη έχετε; Τί δυαλισμό εισάγετε στην Εκκλησία;>
 
– <Μα εσείς, απάντησε με κομμένη ανάσα, είστε ενάντια στην ηθική. Πώς τα λέτε αυτά;>
– <Στη στείρα ηθική της επιφάνειας του εξήγησα. Όχι στην ψυχοσωματική ηθική του βάθους που στην ορθόδοξη γλώσσα λέγεται Ασκητική>.
Κατάπιε την γλώσσα του ο τυραννίσκος…
 
Άλλος με κόλλημα στα λεφτά: <θέλω λεφτά για να κάνω έργο>. Βαρέθηκαν οι παπάδες του να ακούνε για λεφτά, επιχειρήσεις, επενδύσεις, ιδρύματα, οικονομικά προγράμματα… Αυτά τα βαπτίζει <έργο>, <διαποίμανση>! Χρειάζονται και αυτά σε ένα βαθμό αλλά δεν είναι αυτά το ποιμαντικό έργο… Άλλος βρίζει τους Αγίους. Είπε κάποιος: <επιβάλλω να οικοδομούν Ναούς επ’ ονόματι των Αγίων των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Τους νεώτερους δεν τους εμπιστεύομαι>. Δεν ήθελε την Οσία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου και τον Άγιο Νεκτάριο. Και ποιος είσαι εσύ που νομίζεις πως το εγκόλπιό σου λειτουργεί σωστά, όταν δεν έχεις εγκολπωθεί με νοερά προσευχή το φρόνημα των θεουμένων μέσα στην καρδιά; Τότε μπορείς να ξεχωρίζεις απλανώς. Τώρα συγχύζεις… Τί το φοράς αυτό το στρογγυλό στο στήθος πάνω στην καρδιά; Δεν έμαθες ποτέ ότι ο «έσω άνθρωπος τοις έξωθεν σχήμασι διατυπούται;» Εσύ τί νομίζεις άσχετε; Το εγκόλπιό σου, πρέπει να ξέρεις, που το λανσάρεις επιδεικτικά ως έμβλημα εξουσίας, έχει μία συνάρτηση με το βαθύτερο φρόνημά σου. Με το ήθος της καρδιάς σου. Γι’ αυτό το φοράς στο στήθος σου. Αντανακλά προς τα έξω «τον φερόμενον εν τη καρδία». Αν δεν το ξέρεις και το φοράς για να λιτανεύεις μια Κολωνακιώτικη εκκλησιαστική αριστοκρατία ως δείγμα ποικίλης υπεροχής, είσαι ένας μασκαρεμένος απατεωνίσκος, που εκμεταλλεύεσαι την Αποστολική εξουσία αλλά μισείς την Αποστολική αξία… Τελείς μυστήρια αλλά δεν θεραπεύεις ψυχές. Απεναντίας διαφθείρεις περισσότερο τις ήδη πάσχουσες και αρρωσταίνεις και τα υγιή μέλη της Εκκλησίας. Είσαι επικίνδυνος. Έπρεπε να είσαι στις τάξεις των κατηχουμένων. Το εγκόλπιο στο στήθος σημαίνει: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Βέβαια, αν και είναι ανούσια τα εξωτερικά δείγματα χωρίς καρδιακή συνάρτηση, υποστηρίζω ακράδαντα, ότι πρέπει να διατηρηθεί το ορθόδοξο σχήμα περιβολής των κληρικών στην Ελλάδα. Είναι το μόνο που απομένει να θυμίζει ότι είναι θεραπευτές και φοράνε και ειδική ιατρική ποδιά που μαρτυρεί την ιδιότητά τους αυτή… 

Δεν θα παύσω να λέω ότι ο διάβολος σήμερα πήγε διακοπές γιατί το έργο του το συνεχίζουν οι Επίσκοποι. Τρομοκράτες των αγωνιζομένων και εκπαιδευτές των αλλοτριωμένων…Τα έχω ζήσει…Είπα κάποτε στον Αμερικής Μιχαήλ που μου είπε ότι είμαι ανεξέλεγκτος αντάρτης: «Άλλο υπάκουος και άλλο δουλοπρεπής».
 
Το μεγαλύτερο σημερινό πρόβλημα είναι οι Αρχιερείς. Τί πίστη έχουν… Έχει υποχρέωση ο Επίσκοπος να διδάσκει με έμπνευση τον κλήρο πρωτίστως και το λαό έπειτα, αλλά όχι με όσα εκφράζουν και βολεύουν τον ίδιο. Κάποτε, στη χειροτονία του, μπήκε ανοιχτό το Ευαγγέλιο πάνω από το κεφάλι του… Δεν είναι λοιπόν αυτόβουλος. Δεν έχει ίδιον θέλημα. Είναι φερέφωνο του Χριστού. Θα μου πεις πώς να είναι τέτοιος αφού δεν έχει καρδιακά γευθεί την Χάρη και τον πνίγουν τα πάθη που τρέφονται σαν γιγαντιαία παράσιτα μέσα στην καρδιά του; Τότε να έχει τον ανδρισμό να ακολουθεί αυτούς για τους οποίους ορκίσθηκε ότι θα έχει οδηγούς, λίγο πριν την χειροτονία του. Πάνω στο Ευαγγέλιο ορκίσθηκε. Και Ευαγγέλιο σημαίνει όλη την παράδοση των θεουμένων. Δεν χωρίζουν αυτά.
 
Ένας σε μία συνάντηση μου είπε: «Πουθενά στο Ευαγγέλιο δεν μίλησε για σαρκικά και αρσενοκοίτες ο Χριστός. Για αγάπη μίλησε, τους πλούσιους ήλεγξε». «Αυτό δείχνει την πονηριά σου, απάντησα, την ασχετοσύνη σου. Ποιος σου είπε ότι ο ευαγγελικός λόγος έκλεισε; Και αν χαθούν όλα τα αγιογραφικά κείμενα, όσο υπάρχει η δύναμη της Πεντηκοστής ενεργουμένη στις καρδιές των θεουμένων, πάλι το Άγιο Πνεύμα θα τα υπαγορεύσει… Στόμα Χριστού ήταν και ο Παύλος και καθένας που μετέχει εμπειρικά στο θεμελιακό αυτό γεγονός που συνιστά <πάσαν την αλήθειαν>». Ποια είναι η <πάσα αλήθεια;>
 
Ότι η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και ομιλεί επομένως ο Χριστός μέσω Αυτής; Μέσω ποίων όμως; Των υγιών μελών του σώματος, των τεθεραπευμένων. Σε σκότος μπορεί να είσαι εσύ του είπα, ο διαχειριστής της Χάριτος και να σου βάλλει τα γυαλιά μια απλή γιαγιούλα ή ένας τσομπάνος από τα Άγραφα… Έπειτα, επειδή λες ότι ο Χριστός στο Ευαγγέλιο δεν τα καυτηριάζει αυτά, μάλλον δεν ξέρεις να το διαβάζεις σωστά. Δεν έχεις ερμηνευτικά κλειδιά. Δεν αναφέρει ο Χριστός «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ». Τί σημαίνει το «ἀνεκτότερον ἔσται»; Ότι η σοδομιτική αμαρτία ήταν μέτρο σύγκρισης και αξιολόγησης για κάθε άλλη πνευματική ασθένεια! «Των Σοδομιτών η θεήλατος κόλασις φοβερωτέρα πάσης εδόκει πάσιν…» ερμηνεύουν οι Άγιοι Πατέρες. Τι ήταν αυτό; Ότι «ὀπίσω σαρκὸς ἑτέρας» (Ιούδα 7) ασελγούσαν άνδρες μεταξύ τους, επέκτειναν την ανώμαλη λύσσα και στις γυναίκες τους και έκαναν και με αυτές την ίδια παρά φύση σιχαμερότητα, και το φοβερότερο, ακόμη και τα παιδιά μόλυναν με αυτές τις ορέξεις κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Αυτή η φοβερή αμαρτία, ασθένεια της ψυχής, επιφέρει καυστικότερη την Άκτιστη ενέργεια του Θεού πάνω τους. Αυτό είναι η κόλασις. Ακαθαρσία, αρρώστια νοός, πληγή βαθιά που επεκτείνεται στον όλο άνθρωπο. Και η παρουσία του Θεού βιώνεται ως αφόρητη καύσις…Καίγεται ο άρρωστος νούς και κατά προέκταση όλος ο άνθρωπος που συντονίζεται απ΄ αυτόν. Το Άκτιστο Φως γίνεται <πύρ καταναλίσκον>.
 
Άρα ο υποκτηνώδης σοδομισμός είναι μέτρο σύγκρισης για όλες τις άλλες πνευματικές ασθένειες. Μόνο που το κακό αρχίζει μέσα από την καρδιά, γι’ αυτό όλα τα τοποθέτησε στην αρχή, στη γένεση του κακού. «ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» και το πράγμα δεν συμμαζεύεται… 


Γι’ αυτό πηγαίνω μόνο στα συνέδρια του Μητροπολίτη Πρεβέζης Μελετίου… Εκεί δεν επικρατεί δεσποτική συμπεριφορά. Δεσποτική ξενία, οικοδομή και παράκληση γεύεσαι… Τον ευχαριστώ που μου θυμίζει ότι λειτουργεί ακόμη η Αρχιερωσύνη ως ήθος Χριστού…Όποιος είναι σίγουρος για τον εαυτό του διαλέγεται ειρηνικά και εμπνέει… Ο φοβικός και ανασφαλής, μοιάζει με την κουρούνα που είναι πιασμένη σε παγίδα. Βγάζει απεγνωσμένες κραυγές μπας και φοβίσει κάποιους και γλυτώσει έστω την υστάτη…».

Από ιδιόχειρη επιστολή του π. Ιωάννη Ρωμανίδη στον αείμνηστο αγωνιστή και ομολογητή Θεολόγο Διονύσιο Μπατιστάτο, πρωτανεψιό του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού. 
Eπιμέλεια: Μοναχός Βρυένιος

Πηγή: Μητρόπολη Μόρφου

ΤΟ ΜΕΓΑ ΕΛΕΟΣ

π. Δημητρίου Μπόκου

«Κατέδησε τα τραύματα αυτού επιχέων έλαιον και οίνον». Ο καλός Σαμαρείτης περιποιείται τον πεσμένο στη μέση του δρόμου κατατραυματισμένο άνθρωπο δένοντας τα τραύματά του, αφού πρώτα τα πλένει και τα περιποιείται με λάδι και κρασί (Κυριακή Η΄ Λουκά).

Ο καλός Σαμαρείτης είναι ο Χριστός. Το έλαιον συμβολίζει το έλεος, την ευσπλαχνία, την αγάπη του. Από το μέγα έλεός του κινούμενος, ήλθε να αναζητήσει τον εκπεσόντα Αδάμ. «Το εμόν πλάσμα ου θέλω απολέσθαι». Η διάθεση του Θεού έναντι του πλάσματός του ήταν πάντα «έλεος αμέτρητον και φιλανθρωπία άφατος». Ο Θεός αυτοπροσαγορεύεται μάλιστα με τα ονόματα αυτά, που δεν δείχνουν απλώς κάποιες ιδιότητές του, αλλά αυτή την εσώτατη ουσία του.

Όταν ο Μωυσής διαλεγόταν με τον Θεό στο όρος Σινά, ζήτησε και μια προσωπική χάρη. Να τον δει με τα μάτια του. «Εμφάνισόν μοι σεαυτόν». Ο Θεός του είπε ότι αυτό δεν γίνεται. «Ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται». Βρήκε όμως μια μέση λύση για χάρη του Μωυσή, που τον αγαπούσε «παρά πάντας ανθρώπους». Να τον σκεπάσει με την παλάμη του σε μια οπή του βράχου, να περάσει ο Θεός με τη δόξα του και μετά να σηκώσει το χέρι του. «Τότε», του λέει, «θα δεις “τα οπίσω μου, το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σοι”». Του είπε όμως και κάτι πολύ σημαντικό. Τη στιγμή εκείνη «καλέσω τω ονόματί μου». Θα απαγγείλω, θα ακούσεις προφερόμενο το όνομά μου. Πράγματι ο Μωυσής άκουσε κατά την ένδοξη εκείνη θεϊκή διέλευση, προφερόμενο από τον ίδιο τον Κύριο, το όνομα που διάλεξε για τον εαυτό του: «Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός» (Εξ. 33, 18-34, 10).

Αποκορύφωμα της θείας ευσπλαχνίας είναι η επίμονη, επώδυνη, θυσιαστική αναζήτηση του περιπεσόντος στους νοητούς ληστές-δαίμονες ανθρώπου. Από τον ουρανό, την Άνω Ιερουσαλήμ, ο Χριστός κατέρχεται στην Ιεριχώ, στον κατακλυσμό της αμαρτίας. Σηκώνει τον ημιθανή τραυματία, τον φέρνει στο πανδοχείο της Θείας Χάρης για θεραπεία. Ο άνθρωπος καλείται τώρα να προβεί στην ίδια κίνηση. Να πάρει στους ώμους του κάθε πληγωμένο που συναντά στον δρόμο του. Να ενεργεί κατά τον τρόπο του Χριστού. Χαρίζοντας σε όλους την ίδια ευσπλαχνία, το μέγα έλεος. Αλλιώς η θυσία του Χριστού θα μείνει γι’ αυτόν ανενεργή.

Διαβάζουμε στο Γεροντικό για έναν άγιο ηγούμενο, που είχε τόση αγάπη στους μοναχούς του, ώστε προσευχόταν στον Θεό να τους βάλει όλους στον Παράδεισο μαζί του. Κάποτε τον κάλεσαν στη γιορτή μιας κοντινής μονής. Έστειλε μπροστά τους μοναχούς του, μετά ακολούθησε κι αυτός. Καθ’ οδόν οι μοναχοί συνάντησαν έναν πληγωμένο. Τον είχε ρίξει το άλογό του και έφυγε. Ζήτησε τη βοήθειά τους. Μα εκείνοι του είπαν: «Πεζοί είμαστε κι εμείς, τί να σου κάνουμε; Βιαζόμαστε κιόλας». Σε λίγο, να σου και ο ηγούμενος. Ακούγοντας την ιστορία του, λυπήθηκε και του είπε: «Μα δεν πέρασαν από εδώ νωρίτερα κάποιοι μοναχοί;» «Ναι», είπε ο πληγωμένος, «αλλά είπαν πως ήταν πεζοί και βιάζονταν». Ο ηγούμενος είπε: «Δεν φεύγω, αν δεν σε σηκώσω». Τον έσυρε λίγο σε ένα μικρό βράχο και τον φορτώθηκε με κόπο στους ώμους του. Στην αρχή του φάνηκε πολύ βαρύς, μα καθώς προχωρούσε, όλο και ελάφρυνε. Στο τέλος δεν ένιωθε κανένα βάρος. Γυρίζοντας να δει τί συμβαίνει, τον βλέπει να ανεβαίνει στον ουρανό, ενώ συγχρόνως του φώναξε: «Πάτερ, αν θέλεις να βάλω στον Παράδεισο τους μοναχούς σου, όπως μου ζήτησες, δίδαξέ τους πρώτα να μιμούνται τη ζωή σου». Θέλεις «αιώνιον ζωήν και μέγα έλεος»; Σπλαχνίσου πρώτα εσύ όποιον έχει ανάγκη.

Πηγή: «Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504. E-mail: antiyli.gr@gmail.com

Γιατί; Γιατί; Γιατί;

Αρχιμ. π. Δανιήλ Αεράκη

Γιατί τόν Λουκᾶ δέν τόν γνωρίζουμε ὡς συνεργάτη καί συνέκδημο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅπως ἱστορικές μαρτυρίες τόν παρουσιάζουν, καί τόν πιστεύουμε ὡς… ζωγράφο, ἄποψι στηριγμένη σέ ἀνύπαρκτη παράδοσι; Γιατί ἐπιμένουμε νά περιφρονοῦμε τό ἅγιο Εὐαγγέλιό του καί νά μή γνωρίζουμε οὔτε πόσα κεφάλαια ἔχει, καί χάσκουμε μπροστά σέ φανταστικές ἱστορίες; Γιατί δέν ἀσχολούμεθα μέ τά τρία μεγάλα χαρακτηριστικά τοῦ Λουκᾶ, μέ τό ὅτι εἷναι ὁ εὐαγγελιστής πού μᾶς «ζωγραφίζει» ὅλες τίς παραβολές τοῦ Κυρίου; Γιατί δέν μᾶς ἐντυπωσιάζει ὅτι εἷναι ὁ εὐαγγελιστής τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί ὁ ἀποτυπώσας τόν ὑπέροχο ὕμνο τῆς Παναγίας, τό «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον…»; Γιατί δέν θαυμάζουμε, ὅτι οὐσιαστικά εἶναι ὁ εὐαγγελιστής τῶν Χριστουγέννων, ἀφοῦ αὐτός ζωγραφίζει τούς ποιμένες καί τούς ἀγγέλους τοῦ «Δόξα ἐν ὑψίστοις»; Γιατί δέν μᾶς συγκινεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ Λουκᾶ στόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο καί ἡ ἀφοσίωσίς του μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ του;

Γιατί τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά, τά Καινοδιαθηκικά, τά θεόπνευστα, τά σωτηριώδη, μέ παρουσιαστή τόν Λουκᾶ δέν μᾶς εντυπωσιάζουν, καί τό μόνο πού πιπιλίζουμε εἶναι τό ἀπίθανο;

Ποιά μαρτυρία ἔχουμε, ὅτι ὁ Λουκᾶς ἦταν ζωγράφος; Ἄν κάτι τέτοιο ἦταν γεγονός καί ἄν ὄντως ζωγράφισε εἰκόνες τῆς Θεοτόκου, κανείς ἀπό τούς Πατέρες τῶν ἑπτά πρώτων αἰώνων δέν θά τό ἤξερε καί δέν θά τό σημείωνε; Καί λέμε τῶν ἑπτά πρώτων αἰώνων, διότι ἡ ἐμφάνισις καί ἡ ἱστορία καί ἡ διαμάχη γιά τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ πρωτίστως καί γιά τίς εἰκόνες τῶν ἁγίων καί τῆς Θεοτόκου δευτερευόντως ἔχουν τήν ἀρχή τούς τόν 7ο αἰῶνα.

Γιατί, σώνει καί καλά, τόν ἰατρό τῆς Καινῆς Διαθήκης νά τόν κάναμε ἁγιογράφο κάποιας φανταστικῆς διηγήσεως; Γιατί ἀπό γραφίδα τοῦ βάλαμε στό χέρι πινέλο; Γιατί προκειμένου νά υπερεκτιμήσουμε μία εἰκόνα τήν παραπέμπουμε ἀνιστόρητα σέ ἀνύπαρκτο ἁγιογραφεῖο τοῦ 1ου αἰῶνα; Γιά νά λάβη τό σφράγισμα τῆς κυκλοφορίας καί ἐμπορευματικότητας; Γιατί τέτοιες παραχαράξεις τῆς Ἀληθείας;

Γιατί μία ἤ δύο ἤ καί… ἑβδομήντα εἰκόνες τῆς Παναγίας τίς θεωροῦμε ὡς κατασκευασμένες στό ἀνύπαρκτο βέβαια ἀτελιέ τοῦ Λουκά, πού ήταν μόνο ὅσα τό Ἅγιο Πνεῦμα δωρήματα τοῦ χάρισε, δηλαδή, ἀπόστολος, εὐαγγελιστής, συνέκδημος τοῦ Παύλου, ἰατρός, παρουσιαστής τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, λογοτέχνης τῶν θείων Παραβολῶν;

Γιατί τό πρωτεῦον καί θεόπνευστο τό περιφρονοῦμε, δηλαδή τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, καί πιστεύουμε μυθώδεις φαντασίες; Δέν μᾶς ἀρκεῖ, λοιπόν, τό Εὐαγγέλιο; Δέν μᾶς ἀρκεῖ ὁ Χριστός τοῦ Εὐαγγελίου; Δέν μᾷς ἀρκοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες, πού ἐξηγούν τό Ευαγγέλιο; Δέν μᾶς ἀρκεῖ ἡ Ἐκκλησία, πού δέν ἔχει στίς ἱστορικές της παραδόσεις λαϊκά παραμύθια;

Γιατί τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὅπως ὁ Θεολόγος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης παρουσιάζει στό πρῶτο κυρίως κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του καί ὁ Παῦλος ἐξυμνεῖ στήν πρός Κολοσσαεῖς κυρίως ἐπιστολή, γιατί αὐτό τό ὑπερφυέστατο μυστήριο τῆς σωτηρίας μας δέν μᾶς συγκλονίζει, ἀλλά ζητᾶμε δείγματα στά ἄχυρα τῆς φάτνης;

Γιατί ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων ἐξ Ἀνατολῶν δέν μᾶς εντυπωσιάζει, καί τό μόνο σχετικό πού προσέχουμε καί προστρέχουμε εἶναι τά κατάλοιπα τῶν δώρων τῶν Μάγων. Μᾶς μαγεύουν τά ὑλικά δῶρα, πού σᾶν μαῦρα κομματάκια, λένε ὅτι ὑπάρχουν, καί δέν μᾶς συγκινεῖ ὁ Μεγάλος Δωρητής τῆς Ἀγάπης, ὁ Δωρητής τοῦ Αἵματος τῆς σωτηρίας, Ἐκεῖνος πού «ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωήν τήν αἰώνιον»;

Γιατί; Γιατί, σώνει καί καλά, πρέπει ν’ ἀναποδογυρίζουμε τήν πραγματικότητα; Γιατί, ἐνῶ ξέρουμε ὅτι Τίμια Δῶρα ὀνομάζονται μόνο τό Ἄχραντο Σῶμα καί τό Τίμιο Αἷμα τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, ἐμεῖς τρέχουμε καί προσκυνοῦμε ὡς «τίμια δῶρα» κάτι μαῦρα μικρά ἀντικείμενα, πού κρατοῦν γιά φυλακτό σέ κάποιο μοναστήρι καί πού τά παραχωροῦν σ’ ὅποια Μητρόπολι ἤ ἐνορία τά πρωτοζητήση, πρός ποικίλη κατανάλωσι; Γιατί αὐτή ἡ ἀσεβής ἀντικατάστασις: Γιατί ἡ φράσις «τίμια δῶρα» νά ἀφαιρῆται ἀπό τό μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας καί νά ἐπενδύη περιφερόμενα δῆθεν κατάλοιπα χρυσοῦ, λιβανιοῦ καί σμύρνας; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Ἀπό τόν Οὐρανό κατεβάζουμε τήν πίστι μας σέ μαγικές λιτανεύσεις καί ἀνόητες προσκυνήσεις; Γιατί;

Γιατί δέν μᾶς συναρπάζει τό ὑπερφυέστατο μυστήριο τῆς Θεοτόκου, καί τό μόνο πού μᾶς ενδιαφέρει εἶναι κάποιο κομμάτι ἐνδύματος τῆς Μαρίας τῆς Παρθένου; Δέν μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἀόρατη προστασία καί μεσιτεία της; Δέν μᾶς ἀρκεῖ τό «Κεχαριτωμένη» τοῦ μοναδικοῦ προσώπου της; Δέν μᾶς ἀρκοῦν τά ὑπέροχα θεολογικά λόγια τῶν Θεοτοκίων, τῶν ὕμνων τῆς Ἐκκλησίας πού ἐξυμνοῦν τήν οὐράνιο Κλίμακα, «δι᾽ ἧς κατέβη ὁ Θεός»;

Γιατί πρέπει, σώνει καί καλά, νά κατεβάζουμε ἀπό τόν Ἄθωνα καί ἀπό ἄλλα μέρη χάρτινα ἀντίγραφα εἰκόνων τῆς Παναγίας; Δέν ἔχουν ὅλοι οἱ Ναοί μας τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας στό εἰκονοστάσι τους, δηλαδή, στό τέμπλο τους; Γιατί πρέπει νά προσκυνοῦμε (τιμητικά βέβαια, καί ὄχι λατρευτικά) τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὅταν εἷναι 100% καλυμμένη ἀπό σκουλαρίκια, βραχιόλια, δακτυλίδια, πανάκριβα ρολόγια, κολιέδες καί ὅλα τά «ἀξεσουάρ» τῶν γυναικών, πού ὅταν τά θυμόταν στό κήρυγμά του ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφωνοῦσε: «Ὦ τῆς βλακείας τῶν γυναικών»; Γιατί νά ἐξαπατῶνται ἑκατοντάδες χιλιάδες πιστοῦ λαοῦ, ὅτι πρέπει ν’ άνάψουν λαμπάδες «σάν τό μπόι τους» μπροστά στό προσκυνητάρι τοῦ πιό πανάκριβου κοσμηματοπωλείου;

Γιατί ἀντί νά μετανοήσουμε καί νά εξομολογηθοῦμε εἰλικρινά, προκειμένου νά λάβουμε τήν θεία Κοινωνία, τρέχουμε σέ λιτανεύσεις τῶν ἀναριθμήτων πολυωνύμων εἰκόνων τῆς Παναγίας; Στ’ἀλήθεια, τήν ρωτήσαμε, ἄν τά θέλη ὅλα αὐτά; Μήπως ἀντί γιά ἀντίγραφα τῆς Παναγίας τό σωστότερο εἶναι νά κάνουμε τή ζωή μας ἀντίγραφο τῆς ζωῆς της, καί μάλιστα στην ταπείνωσι, στήν ὑπακοή, στή σεμνότητα, στήν ἱκεσία;

Γιατί δέν μᾶς ἀρκεῖ ἡ χάρις τῶν Μυστηρίων καί προσφεύγουμε σέ μαγικούς τρόπους καί τύπους ἀμφισβητούμενης θρησκευτικότητας;

Γιατί; Γιατί; Γιατί;

Κύριε, ἐλέησε μας. Ἐλέησε τούς «ὀρθοδόξους» νά γίνουμε χριστιανοί«αἰνοῦντες καί εὐλογοῦντες τόν λησμονημένον Χριστόν, στόν Ὁποῖον ἁρμόζει ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Πηγή: http://aktines.blogspot.com

ΖΗΣΕ ΑΘΟΡΥΒΑ

π. Δημητρίου Μπόκου

Ο Χριστός κλήθηκε στο σπίτι ενός άρχοντα. Ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος, ο θρησκευτικός αρχηγός της πόλης, βρισκόταν σε μεγάλη ανάγκη. Η δωδεκάχρονη μονάκριβη κόρη του βρισκόταν στα τελευταία της. Μες στην απελπισία του, άφησε κατά μέρος τις επιφυλάξεις, λόγω της θέσης του, και αποζήτησε τη βοήθεια του Χριστού. Ενώ όμως ο Χριστός βρισκόταν καθ’ οδόν προς το σπίτι του Ιαείρου, ακολουθούμενος από πλήθος λαού, μια άρρωστη γυναίκα, η αιμορροούσα, τον πλησίασε κρυφά και «ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού». Άγγιξε την άκρη από το ένδυμά του. Και αμέσως έγινε καλά (Κυριακή Ζ΄ Λουκά).
Αξιοπρόσεκτος ο τρόπος της αιμορροούσας. Πλησιάζει κρυφά. Προσπαθώντας να διαλάθει της προσοχής των άλλων. Η κοινωνική της θέση ήταν επισφαλής. Δεν είχε το δικαίωμα να κυκλοφορεί ελεύθερα, να βρίσκεται μεταξύ των «κανονικών» ανθρώπων ή να τους αγγίζει. Σύμφωνα με τον νόμο ήταν ακάθαρτη. Μολυσμένη, λόγω της ταπεινωτικής της ασθένειας (μιας παράξενης ασταμάτητης επί δώδεκα χρόνια εμμηνορρυσίας). Και πολύ περισσότερο δεν ήταν επιτρεπτό να πλησιάσει και να αγγίξει τον πνευματικό διδάσκαλο, τον Χριστό.
Μη έχοντας λοιπόν «νόμιμα» δικαιώματα, προχωράει πολύ ταπεινά. Δεν τολμά να υψώσει ανάστημα. Δεν σκοπεύει να απαιτήσει τίποτε. Έχει σαφή την αίσθηση ότι προέρχεται από τον χώρο «των ελαχίστων». Δεν διεκδικεί προτεραιότητα στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Προηγούνται οι καθώς πρέπει άνθρωποι, τα σπουδαία πρόσωπα, οι εντιμότατοι άρχοντες, ο αρχισυνάγωγος. Ποια είναι αυτή που θα απασχολήσει και θα καθυστερήσει απ’ τη δουλειά του τον Χριστό; Γνωρίζει πολύ καλά τη θέση της. Ανήκει στους αχρείους δούλους. Δεν είναι γι’ αυτήν οι πρωτοκαθεδρίες, δεν θα ονειρευόταν ποτέ να ταξιδέψει πρώτη θέση. Γι’ αυτό και δεν κάνει φανερά τίποτε. Προσπαθεί να περάσει παντού απαρατήρητη. Να υποκλέψει μυστικά σαν κυνάριο ένα μόνο ψίχουλο της θείας Χάρης (Ματθ. 15, 27. 25, 45. Λουκ. 17, 10).
Αλλά γι’ αυτό ακριβώς και ο Χριστός κάνει ειδική στάση μπροστά της. Ασχολείται μαζί της ιδιαίτερα, την ανασύρει απ’ την αφάνεια, την ανεβάζει απ’ τον βυθό της ντροπής, την ανυψώνει σε κοινή θέα, της χαρίζει την τιμή που της αρνήθηκαν οι άνθρωποι, την αποκαθιστά στην πρώτη θέση ενώπιόν του, διακηρύττοντας εις επήκοον πάντων ότι είναι κόρη του, πολύτιμο αγαπημένο μέλος της δικής του οικογένειας. Τη βάζει να διαλαλήσει το θαύμα όχι για να δοξασθεί αυτός, αλλά για να υψωθεί στα μάτια τους εκείνη, η μέχρι τότε περιθωριοποιημένη.
Το ευθύ φρόνημά της γίνεται κανόνας του εκκλησιαστικού βίου. Η αιμορροούσα προβάλλεται ως πρότυπο ταπεινοφροσύνης. Ο Χριστιανός καλείται να προσεγγίσει τον Χριστό με τον δικό της τρόπο. Ιδίως όταν ετοιμάζεται για το πασχάλιο δείπνο, να γίνει συνδαιτημόνας «ξενίας δεσποτικής και αθανάτου τραπέζης». Προσερχόμενος να κοινωνήσει και απτόμενος του Σώματος του Χριστού, θυμάται τότε και «την αιμόρρουν». Με πόση ταπείνωση, πίστη και ευλάβεια άγγιξε εκείνη το κράσπεδο του ιματίου του και «ευχερώς την ίασιν έλαβεν». Ο Χριστιανός δεν αγγίζει απλώς την άκρη του ρούχου, αλλά παίρνει μέσα του ολόκληρο τον Χριστό. Αν το κάνει με την αίσθηση αναξιότητας της αιμορροούσας, θα καταφλεχθούν οι αμαρτίες του, όχι αυτός.
Η αιμορροούσα παραδίδει απλό μάθημα: «Λάθε βιώσας». Ζήσε αθόρυβα, ταπεινά.

Πηγή: «Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504. E-mail: antiyli.gr@gmail.com