Η Μονή του Αγίου Μηνά της Χίου. Τόπος μεγάλης θυσίας και μαρτυρίου κατά τις Τουρκικές σφαγές του 1822

Βασίλειος Γ. Βοξάκης, Θεολόγος καθηγητής

Έχουμε τη μεγάλη τιμή – η οποία παράλληλα συνεπάγεται και μία μεγάλη ευθύνη – να στεκόμαστε σ’ ένα χώρο ένδοξο και αγιασμένο. Τόπο ηρωικού αγώνα, αλλά και μεγάλης θυσίας και μαρτυρίου. Εδώ στην Ιερά Μονή του Αγίου Μηνά έλαμψε η μεγαλοσύνη του Ελληνικού έθνους τόσο σε καιρούς ειρηνικούς, αλλά και σε περιόδους δοκιμασιών, που επιτρέπει ο Θεός, προκειμένου να φανεί η πνευματική μας αξία. Τέτοιες ώρες δοκιμασίας υπήρξαν οι τραγικές, αλλά και μεγαλειώδεις στιγμές του Απριλίου του 1822.

            Ο κορυφαίος των νεοελλήνων ποιητών, Κωστής Παλαμάς, είχε διατυπώσει με το μοναδικό ποιητικό του τάλαντο το εξής αξιομνημόνευτο δίστιχο: «Η μεγαλοσύνη των εθνών δε μετριέται με το στρέμμα. Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και το αίμα». Και εδώ, στον χώρο της Μονής του Αγίου Μηνά, αποκαλύφθηκε το πύρωμα της καρδιάς των Χίων. Ακόμα και μέσα στη συμφορά μπόρεσε να λάμψει η χριστιανική αρετή τους και η δόξα του ελληνισμού. Η αγάπη τους για την πατρίδα εκφράσθηκε με την ηρωική αντίσταση των οχυρωμένων μέσα στη Μονή έναντι των πολυάριθμων και πάνοπλων τουρκικών ορδών. Τι κι αν ήταν λίγοι και οπλισμένοι με ελάχιστα όπλα; Ήταν όμως Έλληνες και γι’ αυτό μπόρεσαν να αναβιώσουν τις Θερμοπύλες. Ήταν όμως και συνειδητοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί κι ενώ όλοι τους μπορούσαν να γλυτώσουν την πρόσκαιρη επίγεια ζωή τους, δεν βρέθηκε μεταξύ τους ούτε ένας προδότης, ούτε ένας αρνησίθρησκος. Μία φράση, όπως: προσκυνώ τον Αλλάχ ή ασπάζομαι το Κοράνιο, ήταν αρκετή για να τους γλυτώσει από τη σφαγή. Πόσο παρεξηγημένη δυστυχώς είναι η φράση: «Σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω». Μία φράση που κάθε άλλο παρά δουλικότητα εκφράζει. Αντιθέτως ξεχειλίζει από ηρωικό φρόνημα, που μόνο από τα χείλη ενός Εθνομάρτυρα και Νεομάρτυρα μπορεί να ειπωθεί.

Αλλά ας ξετυλίξουμε το κουβάρι του χρόνου από το σωστό σημείο. Ας αφήσουμε τον εαυτό μας να μεταφερθεί νοητά στο τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα. Δεν είναι πολλά τα χρόνια που τον ένα δυνάστη, τον Γενοβέζο, τον έχει διαδεχθεί άλλος, ο Οθωμανός. Σ’ αυτόν τον λόφο, που τότε ήταν έρημος, και όπου υπήρχε μόνο ένας ναΐσκος, δύο ιερείς, πατέρας και γιος, είχαν τη θεοφιλή επιθυμία να ιδρύσουν Μονή. Ο πατήρ Νεόφυτος Κουμάνος και ο υιός του πατήρ Μηνάς ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την ευλογία και την έγκριση να τεθεί υπό την προστασία του η Μονή που θα οικοδομούσαν. Ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄ αποδέχθηκε το αίτημα και εξέδωσε σχετικό Σιγίλλιο, γι’ αυτό τον λόγο η Μονή χαρακτηρίσθηκε ως Πατριαρχική.

Με προσωπικούς κόπους και έξοδα ο πατήρ Νεόφυτος και ο πατήρ Μηνάς  άρχισαν την ανέγερση. Η Μονή θα τιμόταν στο όνομα των Αγίων μαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου, όμως με την πάροδο των ετών επικράτησε να ονομάζεται Μονή του Αγίου Μηνά. Ήταν μια ανδρική Μονή που λειτουργούσε με το κοινοβιακό σύστημα. Αρχικά υπήρξε ένα μικρό Μοναστήρι. Σταδιακά όμως αποτέλεσε τον χώρο πνευματικής ασκήσεως ολοένα και περισσοτέρων μοναχών, που κατά την περίοδο της ακμής του κυμαίνονταν από 50 έως και 100.  Έτσι κατέστη μια από τις σημαντικότερες Μονές του νησιού μας.

Πολλοί Ευρωπαίοι περιηγητές την επισκέφθηκαν καταγράφοντας σε κείμενά τους ιδιαιτέρως αξιόλογες και πολύτιμες πληροφορίες γι’ αυτήν. Κατά τη μαρτυρία του Γερμανού περιηγητή Γιόχαν Βανσλέμπεν (Johann Michael Wansleben) το 1673, το Καθολικό της Μονής, αν και μικρών διαστάσεων, είχε τόσο αξιόλογες τοιχογραφίες, ώστε να το χαρακτηρίσει ως τον ωραιότερο ναό στο Αιγαίο, μετά από αυτόν της Νέας Μονής. Στο Καθολικό φυλασσόταν τμήμα του Τιμίου Ξύλου. Επίσης υπήρχαν σ’ αυτό αρκετές παλιές εικόνες, πιθανότατα βυζαντινής τέχνης, και άγια λείψανα.

 Στη Μονή υπήρχε αξιόλογη βιβλιοθήκη, η οποία περιείχε αρκετά χειρόγραφα αναγόμενα τουλάχιστον στον 12ο αιώνα και πολλά έντυπα βιβλία. Η παρουσία βιβλιοθήκης χειρογράφων, αλλά και εντύπων βιβλίων, αποτελεί έμμεση μαρτυρία ότι σε αυτή μόνασαν φιλομαθείς και λόγιοι μοναχοί που έκαναν χρήση της  βιβλιοθήκης, επωφελούμενοι από τους πνευματικούς θησαυρούς που αυτή περιείχε, αλλά και παράλληλα φρόντιζαν για τον εμπλουτισμό της. Ακόμη μια απόδειξη της ακμής που γνώριζε η Μονή τον 18ο αιώνα υπήρξε και η ίδρυση σχολής σ’ αυτήν το 1778, η οποία λειτούργησε για σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες. Ονομαστοί μαθητές της Σχολής του Αγίου Μηνά υπήρξαν οι διαπρεπείς ιεροκήρυκες Ιάκωβος Μαύρος και Λαυρέντιος Χρυσοβελώνης. Υπάρχει η εκδοχή ότι στη Σχολή αυτή μαθήτευσε για μικρό χρονικό διάστημα και ο Εθνομάρτυρας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ο Ε΄, που απαγχονίσθηκε από τους Τούρκους με την έναρξη της Επαναστάσεως.

Τον Μάρτιο του 1821 ήρθε η μεγάλη Ώρα του Γένους. Το «ποθούμενον», που έλεγε προφητικά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ήταν πια πραγματικότητα. Η αδάμαστη και αγέραστη ψυχή της Ελλάδος συνέτριψε τις βαριές αλυσίδες της δουλείας και νεκρανάστησε την ενταφιασμένη επί 4 αιώνες Ελευθερία, μέσα από αμέτρητες θυσίες και ποταμούς αιμάτων, έτσι ώστε να κυριολεκτεί ο Εθνικός μας ύμνος, όταν λέει ότι είναι «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά».

            Η Χίος επαναστατεί και αποτινάσσει για λίγο τον ζυγό της δουλείας, αλλά σύντομα οι Οθωμανοί επικρατούν και πάλι. Τη Μεγάλη Πέμπτη,  στις 30 Μαρτίου του 1822, εξαπολύθηκε ένας αιματηρός και πλήρης εγκλημάτων διωγμός εναντίον των Χριστιανών του νησιού. Η Μονή του Αγίου Μηνά – αφενός λόγω του οχυρού περιβόλου της και αφετέρου λόγω της ιερότητας του χώρου – αποτέλεσε πόλο έλξεως για τους Χιώτες κάθε ηλικίας, οι οποίοι έσπευδαν να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους, προκειμένου να σωθούν από τις ανελέητες σφαγές που ήδη είχαν ξεκινήσει. Στη Μονή κατέφυγαν χιλιάδες άνθρωποι, που ο αριθμός τους κυμαίνεται σε διάφορες πηγές από 3.000 έως και 6.000. Η πλειοψηφία των κατατρεγμένων αυτών Χίων, που ζητούσαν ένα άσυλο σωτηρίας, ήταν γυναίκες, παιδιά και γέροντες. Ελάχιστοι από τους άνδρες διέθεταν όπλα, τα περισσότερα εκ των οποίων παλιά και δύσχρηστα με ελάχιστα πολεμοφόδια. Μεταξύ αυτών των λίγων, αλλά αποφασισμένων αγωνιστών διακρίθηκαν για την τόλμη και τη γενναιότητά τους : ο Ιωάννης Φατούρος από τα Θυμιανά, ο Κωνσταντίνος Μονογυιός από το Νεοχώρι και ο Κονταναγνώστης από τα Καρδάμυλα. Όλοι αυτοί, καθώς και λίγοι Σαμιώτες, θα μπορούσαν εύκολα, αν έφευγαν μόνοι τους, να επιχειρούσουν με το σπαθί στο χέρι ν’ ανοίξουν δρόμο για τον εαυτό τους κατευθυνόμενοι προς τα παράλια και να βρουν εκεί ένα πλοίο διαφυγής. Όμως προτίμησαν να παραμείνουν στη Μονή και να αγωνισθούν υπέρ πίστεως και Πατρίδος. Επέλεξαν να πολεμήσουν μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός τους. Να γίνουν η ασπίδα προστασίας για τους ανήμπορους γέροντες και τα γυναικόπαιδα, παρά να τους εγκαταλείψουν έρμαιο στα ανελέητα και αιμοβόρα Οθωμανικά στίφη, που ήδη έκαιγαν τα γειτονικά προς το Μοναστήρι χωριά.

Την 1η Απριλίου του 1822, ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου, η Μονή είχε ήδη κυκλωθεί από εκατοντάδες ατάκτων Τούρκων, οι οποίοι κράδαιναν τα γιαταγάνια τους, πάνω στα οποία άχνιζε ακόμα το αίμα των προ ολίγου σφαγιασθέντων κατοίκων της Χίου. Κάθε αντίσταση φαινόταν καταδικασμένη. Με βάση την ανθρώπινη λογική δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας. Οι Τούρκοι είχαν τα πάντα υπέρ τους. Τρομερή αριθμητική υπεροχή, άφθονο οπλισμό και πυρομαχικά, ιππείς, πυροβόλα, τρόφιμα. Οι αμυνόμενοι είχαν μόνο τη γενναιότητά τους και προπαντός τις ελπίδες τους στον Θεό. Αν η πρόνοια και το έλεος του Κυρίου απλωνόταν πάνω τους, θα σώζονταν από τα αιμοβόρα ένστικτα των πιστών του Ισλάμ. Αν πάλι ο Δικαιοκρίτης Θεός αποφάσιζε διαφορετικά, θα υπέμεναν με ταπείνωση και καρτερία και αυτή τη δοκιμασία της πίστεως τους.

Βλέποντας την αδυναμία των εγκλωβισμένων οι Τούρκοι με πονηρία που θα ζήλευαν και οι αλεπούδες, προσποιήθηκαν συμπόνια προτείνοντας παράδοση, εγγυώμενοι τη ζωή όλων των πολιορκημένων. Όλοι όμως οι εγκλωβισμένοι στον ιερό χώρο της Μονής με ένα στόμα αρνήθηκαν να ζήσουν ως σκλάβοι και προτίμησαν να πεθάνουν ως μάρτυρες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η ηρωική άρνηση παραδόσεως της Μονής του Αγίου Μηνά έχει το ιστορικό προηγούμενό της στην πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη το 1453.

Η απροσδόκητη αυτή άρνηση υποταγής έκανε τους μουσλίμ του Αλλάχ κυριολεκτικά να φρενιάσουν από την οργή τους. Με λύσσα απίστευτη και με ανείπωτη επιθυμία να χύσουν το αίμα των Γκιαούρηδων, αλλά κυρίως με την ελπίδα ότι θα λαφυραγωγήσουν και θα αποκτήσουν δούλους, όρμησαν προς τον περίβολο της Μονής. Οι αλαλαγμοί τους, οι ύβρεις και οι απειλές που ξεστόμιζαν, οι πυροβολισμοί και το συμπαγές πλήθος, που σαν μυρμηγκιά κύκλωνε από παντού το Μοναστήρι, ήταν ικανά από μόνα τους να παγώσουν το αίμα ακόμα και του πιο έμπειρου και γενναίου στρατιώτη. Οι αγωνιστές όμως έκαναν τον σταυρό τους και ξεκίνησαν μία λυσσαλέα όσο και απέλπιδα προσπάθεια αντιστάσεως. Ήταν αποφασισμένοι να μην αφήσουν κανένα Τούρκο να μπει στον περίβολο όσο θα υπήρχε ακόμη και ένα βόλι στα καριοφίλια, ένα γερό γιαταγάνι στα χέρια κι ένας ζωντανός αγωνιστής. Γρήγορα αντιλαμβάνονται οι Τούρκοι ότι η εκπόρθηση του Μοναστηριού δεν ήταν τόσο εύκολο εγχείρημα όσο αρχικά πίστευσαν. Οι απώλειές τους σε νεκρούς και τραυματίες τούς εκπλήττουν δυσάρεστα. Ντροπιασμένοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν, αλλά χωρίς να λύσουν την πολιορκία.

Μια νεκρική σιγή απλώνεται στον λόφο του Αγίου Μηνά. Για τους πολιορκημένους τα λεπτά που κυλούσαν αυτό το Μεγάλο Σάββατο φαίνονταν ατελείωτα. Η νύκτα προχωρούσε, το ίδιο και η αγωνία τους. Κανείς δεν πρέπει να κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Οι προσευχές και οι ικεσίες προς τον Κύριο δεν έλειψαν από κανένα στόμα. Όλοι οι πιστοί βίωναν προσωπικά την αγωνία του Κυρίου στον κήπο των Ελαιών, γνωρίζοντας ότι την επόμενη ημέρα που θα ξημέρωνε θα βάδιζαν προς τον προσωπικό τους Γολγοθά σηκώνοντας ο καθένας τον σταυρό του. Όμως γνώριζαν ότι πάντα μετά τον Γολγοθά ακολουθεί η Ανάσταση. Η χαρμολύπη της Ορθοδοξίας ήταν γι’ αυτούς ένα οικείο βίωμα. Η ελπίδα της Αναστάσεως δεν θα τους εγκατέλειπε ούτε αυτή τη σκοτεινή νύκτα, που έμοιαζε σκοτεινότερη ακόμα κι από τα πιο σκοτεινά τάρταρα του Άδη.

Οι Τούρκοι συνειδητοποίησαν ότι, όσο θα στέκει όρθιος ο περίβολος της Μονής, η εκπόρθηση θα είναι δύσκολη και ο φόρος αίματος που θα πληρώσουν οι ίδιοι θα είναι βαρύς. Μέσα στη νύχτα μετέφεραν δύο πυροβόλα, προκειμένου με τις μπάλες τους να γκρεμίσουν τμήματα του τοίχου. Πριν καλά καλά ξημερώσει τις ψαλμωδίες της αναστάσιμης ακολουθίας, που τελούνταν στο Καθολικό της Μονής, κάλυψαν οι εκκωφαντικοί ήχοι των εκρήξεων από τις τουρκικές οβίδες. Τα πρώτα ρήγματα δημιουργήθηκαν στον περίβολο και οι Τούρκοι αλαλάζοντας σαν δαιμονισμένοι εισχωρούσαν μέσα από αυτά στην αυλή της Μονής. Στην αρχή οι ηρωικοί υπερασπιστές κατάφεραν με αυτοθυσία να συγκρατήσουν την εισβολή. Όμως αυτό ήταν κάτι προσωρινό. Η γενναιότητα και η αυτοθυσία των λίγων Ελλήνων δεν μπορούσε να αντισταθμίσει την τρομερή αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων. Ο ένας μετά τον άλλον οι γενναίοι υπερασπιστές έπεσαν μέχρι τον τελευταίο. Κάθε αντίσταση έσβησε.

Οι θρασύδειλοι επιδρομείς μόλις το αντιλήφθηκαν σαν άγριες ίαινες χύθηκαν επάνω στην ανυπεράσπιστη πλέον λεία τους. Τα γιαταγάνια τους άστραφταν, καθώς ανεβοκατέβαιναν με απίστευτη απανθρωπία στους λαιμούς των ανυπεράσπιστων θυμάτων τους. Τα πρόσωπα των Οθωμανών σφαγέων έμοιαζαν φρικιαστικά, παραμορφωμένα από τη διαβολική χαρά για τα ανοσιουργήματά τους, ενώ τα μάτια τους γυάλιζαν από την τρέλα της ανθρωποσφαγής. Όσους βρήκαν στην αυλή τους έσφαξαν χωρίς να διστάσουν μπροστά στη θέα γερόντων ή να λυπηθούν μωρά και παιδάκια.

Μέσα στο ναό κατέφυγαν όσοι ταλαίπωροι Χριστιανοί μπόρεσαν, διπλοί και τριπλοί απ’ όσους ήταν ικανός να χωρέσει. Η κύρια θύρα του ναού δεν γινόταν να παραβιασθεί από τους Τούρκους από τον συνωστισμό που επικρατούσε μέσα στο ναό, αλλά και την απέλπιδα προσπάθειά τους να την κρατήσουν κλειστή. Παρά την εικόνα και τους ήχους κολάσεως που επικρατούσαν έξω από το ναό, η αναστάσιμη Θεία Λειτουργία συνεχιζόταν. Οι πιστοί προσπαθούσαν όσο γινόταν να συνεχίσουν προσευχόμενοι προς τον Κύριο, τον οποίο αντιλαμβάνονταν ότι σε λίγα λεπτά θα συναντούσαν. Η Θεία Μετάληψη συνεχιζόταν, προκειμένου και οι τελευταίοι από αυτούς να λάβουν Σώμα και Αίμα Χριστού ως τελευταίο πνευματικό εφόδιο, καθώς όλοι αισθάνονταν ήδη την παγερή ανάσα του θανάτου.

Η εγκληματική ευρηματικότητα του τουρκικού μυαλού γρήγορα βρήκε τη λύση. Αφού δεν μπορούσαν να μπουν στο ναό και να σφάξουν τους ραγιάδες, θα τους έκαιγαν ζωντανούς. Με ενθουσιασμό επιδόθηκαν στην επιτέλεση του φρικιαστικού τους σχεδίου. Σύντομα η ξύλινη στέγη του ναού είχε λαμπαδιάσει από άκρη σε άκρη. Τα ξύλα που καίγονταν μετέδωσαν την πυρκαγιά και στο εσωτερικό του ναού.

Ο ανθρώπινος λόγος στέκεται ανήμπορος να εκφράσει το δράμα που εκτυλίχθηκε μέσα στο ναό. Το μυαλό σαστίζει και η γλώσσα διστάζει να μιλήσει για όσα συνέβησαν μέσα στον ιερό χώρο του ναού, δίπλα από τον οποίο αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε. Ο άγιος αυτός ναός αναδείχθηκε εφάμιλλος του ρωμαϊκού Κολοσσαίου, μέσα στο οποίο οι πρώτοι Χριστιανοί λαμπάδιαζαν καιγόμενοι από τη μανία των ειδωλολατρών την εποχή των διωγμών. Το μαρτυρικό αίμα και η καμένη σάρκα των θυμάτων κυριολεκτικά πότισαν τις πλάκες του δαπέδου του ναού του Αγίου Μηνά. Μέχρι τις ημέρες μας διασώζονται αυτά τα ίχνη του μαρτυρικού αίματός τους, παραμένοντας ο αδιάψευστος μάρτυρας της θυσίας τους. Ακόμη κι αν κάποιοι από εμάς θελήσουν να τους λησμονήσουν, αυτοί εδώ οι «λίθοι κεκράξονται» (Λκ 20, 40).

Η αιμοβόρα μανία των Τούρκων για νέο αίμα δεν κορέσθηκε. Σαν άγρια θηρία έψαξαν και το πιο απίθανο σημείο μέσα και έξω από το Μοναστήρι, προκειμένου να βρουν όσους είχαν καταφέρει να γλυτώσουν. Χαρακτηριστικό επί του προκειμένου είναι ότι ακόμα και την κινστέρνα της Μονής ερεύνησαν. Και όταν αντιλήφθηκαν ότι λίγοι Χριστιανοί είχαν βρει καταφύγιο μέσα στο νερό της, όχι μόνο δεν συγκινήθηκαν από την απελπισία τους, αλλά τι μηχανεύθηκαν ; Έβαλαν φωτιά σε υφάσματα και τα έριχναν διαρκώς μέσα σ’ αυτήν. Όχι ότι δεν καταλάβαιναν ότι αυτά θα σβήσουν πέφτοντας μέσα στο νερό, αλλά ήθελαν να ευφρανθούν βλέποντας τα θύματά τους να ασφυκτιούν από τις αναθυμιάσεις. Ιδιαίτερο ήταν το μένος τους προς τους Ορθόδοξους κληρικούς και μοναχούς. Τον ηγούμενο της Μονής Θεοδόσιο Λουφάκη, τον προσφάτως αγιοκαταταχθέντα, προκειμένου να βρει αργό και βασανιστικό θάνατο, τον ανασκολόπισαν χρησιμοποιώντας ως σούβλα τον ιστό του λαβάρου της Αναστάσεως!

Από τους έγκλειστους στη Μονή λίγοι επέζησαν. Αιτία της σωτηρίας τους δεν ήταν η συμπόνια των Τούρκων, αλλά η φιλοχρηματία τους. Όταν κάπως κόπασε η τρελή ορμή τους για σφαγή, άρχισαν να σκέπτονται τους παράδες που έχαναν. Έτσι κράτησαν στη ζωή τις ομορφότερες και νεώτερες γυναίκες και τους νέους που μπορούσαν να τους πουλήσουν ως σκλάβους και να γεμίσουν κι άλλο τα πουγκιά τους με χρήματα ατιμίας. Ακόμα πιο λίγοι ήταν αυτοί, που μέσα στη ζωντανή αυτή κόλαση, εκμεταλλευόμενοι τον πανικό, κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν από την προσοχή των Τούρκων φεύγοντας με την ελπίδα της σωτηρίας. 

Ήταν τέτοια η έκταση της ανθρωποσφαγής, που θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε την εξής μαρτυρία: Ο λόγιος Γυμνασιάρχης Γεώργιος Ζολώτας στα τέλη του 19ου αιώνα, οδήγησε τους μαθητές του Γυμνασίου της Χίου σε μια εκδρομή προσκύνημα στη Μονή του Αγίου Μηνά. Όταν θέλησαν τα παιδιά κάπου να καθίσουν ήταν αδύνατον να βρεθεί σημείο κοντά στο Μοναστήρι που να μην καλύπτεται από ανθρώπινα οστά. Εδώ να διευκρινίσουμε ότι διαρκούσης ακόμα της Τουρκοκρατίας τα περισσότερα δεν είχαν περισυλλέγει από το φόβο μήπως και εξάψουν την τουρκική εκδικητικότητα. Απομακρύνθηκαν λοιπόν οι μαθητές, για να μην πατούν τον ιερό χώρο, όπου αναπαύονταν τα οστά των μαρτύρων και, όταν τελικά πίστευσαν ότι βρήκαν κατάλληλο χώρο, ακόμα και εκεί αντίκρισαν «το οστούν από βραχίωνα ενός μικρού παιδιού»!

Όταν η Μονή ανασυστήθηκε, και το Καθολικό της επισκευάσθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, ο τότε Μητροπολίτης Χίου Σωφρόνιος (1839 – 1855) ζήτησε να καθαρισθούν τα δάπεδα του ναού από τα ίχνη του ολοκαυτώματος, προκειμένου να μην καταπατείται το αίμα των μαρτύρων. Το 1879 ο φιλόπατρις Χίος Επαμεινώνδας Καράβας οικοδόμησε δίπλα στο Ναό της Μονής ένα καλαίσθητο Μαυσωλείο, προκειμένου να τοποθετηθούν εκεί τα διασωθέντα οστά των σφαγιασθέντων.

Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στην επαινετή πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Μάρκου να συσταθεί Ιστορικό Μουσείο των Σφαγών της Χίου στον χώρο αυτό της θυσίας, το οποίο και υλοποιήθηκε με την δωρεά των Αθανασίου και Μαρίνης Μαρτίνου και εγκαινιάσθηκε το 2021.

Το 1822 αυτός ο τόπος σπάρθηκε από τα κουφάρια των προγόνων μας. Ο θάνατος κούρσευσε τα ανθρώπινα σώματα, αλλά και αυτό μέχρι την κοινή ανάσταση. Όμως δεν μπόρεσε να τους στερήσει αυτό που τους άξιζε : τη δόξα την αγέραστη και τη μακαρία ανάπαυση στους κόλπους του Πλάστη. Από την πλευρά μας, όλοι μας έχουμε ένα ανεξάλειπτο χρέος. Να μην τους λησμονήσουμε, αλλά έχοντας εγκολπωθεί τις αξίες και τα ιδανικά για τα οποία αγωνίσθηκαν και θυσιάσθηκαν, να βαδίσουμε στην ηρωική και φωτεινή οδό που εκείνοι με Πίστη και αίμα χάραξαν.

* Ομιλία εκφωνηθείσα στην Ιερά Μονή Αγίου Μηνά Χίου στα πλαίσια των εκδηλώσεων «Δρόμος Μνήμης των Σφαγών της Χίου (1822-2022)», στις 23 Σεπτεμβρίου 2022 .

Πηγή: http://aktines.blogspot.com/2022/09/1822.html#more

Τα ψεύδη του Ερντογάν για τα γεγονότα του 1919-1922

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων 

Η ρητορική του Τούρκου Προέδρου Ερντογάν κατά της Ελλάδος εμπλουτίσθηκε φέτος, εκατό χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες και όχι οι Τούρκοι διέπραξαν Γενοκτονία κατά τη δραματική εκείνη περίοδο. Αλλά και στην Ελλάδα ορισμένοι διερωτώνται: Οι δικοί μας δεν διέπραξαν βιαιότητες; Είναι χρήσιμο, λοιπόν, να θυμίσουμε ορισμένα στοιχεία.

Η Γενοκτονία των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχισε το 1894 με τον διωγμό των Αρμενίων από τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ και συνεχίσθηκε κατά την περίοδο 1914-1922 από το καθεστώς των Νεοτούρκων (Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος) και από την Κυβέρνηση του Μουσταφά Κεμάλ. Όλοι οι ανεξάρτητοι μελετητές, ακόμη και σοβαροί Τούρκοι ιστορικοί, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η εξόντωση των Ελλήνων και των Αρμενίων ήταν ένα σχέδιο οργανωμένο άνωθεν και εφαρμόσθηκε με τη συμμετοχή Στρατού, Χωροφυλακής, τοπικών διοικητών, συμμοριών ατάκτων, αλλά και απλών Τούρκων πολιτών.

Στην περίπτωση της άσκησης βίας από Έλληνες στρατιώτες ή πολίτες κατά Τούρκων αμάχων έχουμε κάτι τελείως διαφορετικό. Δεν υπάρχει σχέδιο, δεν υπάρχει άνωθεν εντολή. Μεμονωμένοι Έλληνες όντως προέβησαν σε πράξεις απαράδεκτες και καταδικαστέες. Η διαφορά, όμως, είναι ότι οι Ελληνικές Αρχές στη Μικρά Ασία τιμώρησαν όσους Έλληνες συνέλαβαν. Άλλωστε ο Ελληνικός Στρατός μετέβη στη Σμύρνη τον Μάιο 1919 με πενταετή εντολή από τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Μετά από 5 χρόνια προβλεπόταν δημοψήφισμα για το μέλλον του βιλαετίου της Σμύρνης. Η Ελληνική Διοίκηση είχε συμφέρον να είναι ήπια και φιλική προς τον εντόπιο μουσουλμανικό πληθυσμό, ο οποίος θα ψήφιζε στο δημοψήφισμα.

Καλό είναι να θυμόμαστε ότι λίγες ημέρες μετά την αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη εκτελέσθηκαν δύο Έλληνες στρατιώτες με απόφαση στρατοδικείου. Επρόκειτο για πράξη παραδειγματισμού, πιθανόν αυστηρή, που έδινε το μήνυμα ότι οι Ελληνικές Αρχές τιμωρούν τις πράξεις βίας κατά των εντοπίων Μουσουλμάνων.

Οι Ισραηλινοί συγγραφείς και ερευνητές Benny Morris και Dror Ze’evi στο πρόσφατο και άριστα τεκμηριωμένο βιβλίο τους «Η Τριακονταετής Γενοκτονία, ο αφανισμός των Χριστιανικών μειονοτήτων της Τουρκίας (1894-1924)» καταθέτουν μαρτυρίες από έγγραφα δυτικών διπλωματών και ιεραποστόλων της περιόδου εκείνης και καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Η Τουρκική ηγεσία είχε προσχεδιάσει την εξόντωση των Ελλήνων και των Αρμενίων για να παραμείνει η χώρα τους αμιγώς τουρκική και μουσουλμανική. Η Γενοκτονία ήταν κρατική πολιτική. Στην περίπτωση των Ελλήνων που διέπραξαν βιαιότητες αναφέρονται μεμονωμένα περιστατικά και μάλιστα σε πλήρη αντίθεση με τις εντολές που είχαν άνωθεν. Οι συγγραφείς καταγράφουν ότι τον Απρίλιο του 1920 τρεις Έλληνες «αρχηγοί ληστών» απαγχονίσθηκαν δημοσίως με εντολή του Αρμοστή-Διοικητή της Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη, διότι διέπραξαν φόνους μουσουλμάνων αμάχων.

Οι δύο Ισραηλινοί συγγραφείς κατόπιν εξαντλητικής έρευνας στα έγγραφα της εποχής εκείνης διαπιστώνουν ότι πολλές από τις καταγγελίες που έκαναν οι Τούρκοι για δήθεν εγκλήματα Ελλήνων αποδείχθηκαν ψευδείς και αβάσιμες. Επίσης τονίζουν ότι στις σπάνιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες Χριστιανοί επιτέθηκαν σε Μουσουλμάνους κατά την περίοδο 1894-1924, ουδείς Ορθόδοξος κληρικός συμμετείχε. Αντιθέτως από την τουρκική πλευρά υπήρχε θρησκευτικός φανατισμός, γι’ αυτό πολλοί Έλληνες και Αρμένιοι εξισλαμίσθηκαν δια της βίας.

Την Ιστορία γράφουν τα ντοκουμέντα και όχι ο Ερντογάν.

Άρθρο στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 24.9.2022

200 χρόνια από τις Σφαγές της Χίου από τους Οθωμανούς Τούρκους

Ομιλία του Κωνσταντίνου Γεωργ. Καρατζά, Θεολόγου Καθηγητή του 1ου ΕΠΑΛ Χίου στην κεντρική πλατεία της Χίου στα πλαίσια του «Δρόμου μνήμης (λαμπαδηδρομία) των Σφαγών της Χίου (1822-2022)» την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

Αγαπητέ κ. Πρόεδρε του Δημοτικού Συμβουλίου Χίου, κ. Παύλο Καλογεράκη, αγαπητές κ. Πρόεδρε της Δημοτικής Κοινότητας Χίου, κ. Σίμο Βενέτο, αγαπητή κ. Διευθύντρια της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου κ. Αικατερίνη Στρατάκη, αγαπητοί-ες συνάδελφοι-ισες εκπαιδευτικοί, αγαπητοί-ες μαθήτριες-ες, κυρίες και κύριοι· στο νησί της μαστίχας, τη Χίο το έδαφος στο οποίο βλάστησε το δέντρο της ελευθερίας ποτίστηκε με μπόλικο αίμα. Αναλυτικότερα, κατά το δεύτερο έτος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ο Χιώτης οπλαρχηγός Αντώνης Μπουρνιάς και ο αρχηγός της επανάστασης στη Σάμο, Λυκούργος Λογοθέτης ξεσήκωσαν τους Χιώτες εναντίον των Τούρκων. Έτσι, στις 11 Μαρτίου του 1822 ο Λογοθέτης αποβιβάστηκε στο Κοντάρι με 2.000 άνδρες και πολιόρκησε το Κάστρο της πόλης της Χίου, όπου είχαν καταφύγει οι Τούρκοι του νησιού.

Η αντίδραση των Τούρκων ήταν άμεση. Μόλις έμαθαν στην Κωνσταντινούπολη το γεγονός της επανάστασης της Χίου, το θεώρησαν ως προσβολή, γιατί η Χίος ήταν μια πλούσια και προνομιούχος περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κι έστειλαν στο νησί τον Τουρκικό στόλο με αρχιναύαρχο τον Καρά Αλή.

Αρχικά, στις 13 Μαρτίου του 1822 στην Κωνσταντινούπολη σφαγιάστηκαν τρεις πρόκριτοι Χιώτες, που κρατούνταν όμηροι εκεί από τον Ιανουάριο, οι Θεόδωρος Ράλλης, Μιχαήλ Σκυλίτζης και Παντολέων Ροδοκανάκης, καθώς και άλλοι 60 επιφανείς Χιώτες έμποροι.

Τη Μεγάλη Πέμπτη 30 Μαρτίου του 1822 ο Τουρκικός στόλος, αποτελούμενος από 46 πλοία και 7000 στρατιώτες, έφτασε στο βόρειο τμήμα του νησιού. Λίγες ώρες μετά, οι Τούρκοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο νησί και ενώθηκαν με άλλους ομοεθνείς τους, που είτε είχαν βγει ορμητικά από το Κάστρο της πρωτεύουσας του νησιού είτε είχαν φτάσει από τα απέναντι μικρασιατικά παράλια και ξεκίνησαν τη σφαγή, τις λεηλασίες και το κάψιμο της πόλης. Ο Λογοθέτης και ο Μπουρνιάς αποχώρησαν προς το εσωτερικό του νησιού, λέγοντας το σύνθημα ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Τη Μεγάλη Παρασκευή, 31 Μαρτίου του 1822, κάηκε ο Ναός της Παναγίας της Τουρλωτής και δόθηκε το σύνθημα στους Τούρκους για γενική αιματοχυσία και αποτέφρωση της πόλης. Από εκείνη τη μέρα και για 4 μήνες έφταναν Τούρκοι κατάδικοι από τις απέναντι Μικρασιατικές ακτές με σκοπό το φόνο, τη λεηλασία και τα λάφυρα. Υπολογίζεται ότι κατέφθασαν 40.000 Τούρκοι άτακτοι αυτήν την περίοδο. Ταυτόχρονα, ο Τούρκος διοικητής του νησιού, Βαχήτ Πασάς ανήγγειλε τη διαταγή του Σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄ να θανατώνονται βρέφη έως 3 ετών, αγόρια και άνδρες άνω των 12 ετών, γυναίκες άνω των 40 ετών, να αιχμαλωτίζονται κορίτσια και γυναίκες από 3 έως 40 ετών και αγόρια από 3 έως 12 ετών. Θα γλίτωναν μόνο όσοι θα ασπάζονταν το Ισλάμ.

Μετά την καταστροφή της πόλης της Χίου, οι περισσότεροι Χιώτες άρχισαν να μετακινούνται προς το εσωτερικό του νησιού για να σωθούν από το μένος και την εκδικητική μανία των Τούρκων. Τα καταφύγιά τους ήταν αρχικά οι Καρυές, ο Ανάβατος, το Αίπος, η Νέα Μονή, το μοναστήρι του Αγίου Μηνά και ο Άγιος Γεώργιος ο Συκούσης. Εκεί άρχισαν να διοργανώνουν αντιστάσεις αληθινά ηρωικές.

Στις 2 Απριλίου 1822, Κυριακή του Πάσχα μπήκαν 15.000 Τούρκοι στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά από ένα μικρό άνοιγμα, που υπήρχε στον περίβολο και είτε έσφαξαν, είτε έκαψαν ζωντανούς τους 2000 περίπου Χιώτες, γυναικόπαιδα ως επί το πλείστον, που είχαν κρυφτεί εκεί. Στη συνέχεια, πυρπόλησαν το μοναστήρι. Την ίδια μέρα το ίδιο γεγονός έλαβε χώρα και στη Νέα Μονή. Η κατάσταση γενικεύτηκε και σε άλλα χωριά της Χίου. Οι Σαμιώτες εγκατέλειψαν τη Χίο και έπλευσαν προς τα Ψαρά.

Την Τετάρτη 5 Απριλίου του 1822 ο Καρά Αλής έβγάλε ανακοίνωση, πως όσοι Χιώτες θα παρέδιδαν τα όπλα τους και θα επέστρεφαν στην πόλη, θα αφήνονταν ελεύθεροι, θα τους δίνονταν δηλαδή αμνηστία. Μάλιστα, εξασφάλισαν οι Τούρκοι και επιστολή του φυλακισμένου Μητροπολίτη Χίου Πλάτωνα Φραγκιάδη και των Δημογερόντων, η οποία ανέφερε τις ειλικρινές προθέσεις των Τούρκων. Οι πρόξενοι της Αγγλίας, της Αυστρίας και της Γαλλίας στο νησί ανέλαβαν να μεταφέρουν την παραπάνω πρόταση στους Χιώτες και να τους πείσουν. Οι Χιώτες εμπιστεύθηκαν τους πρόξενους και άρχισαν να επιστρέφουν και να παραδίδουν τα όπλα τους. Βέβαια, όπως ήταν αναμενόμενο, οι Τούρκοι αθέτησαν το λόγο τους και άρχισαν να σφάζουν όσους κατέβαιναν στην πόλη. Η μεγάλη σφαγή συνεχίστηκε και στην κεντρική Χίο (Βροντάδο, Πιτυός, Θυμιανά και μετά Βορειόχωρα).

Στο ακρωτήρι του Κάβο Μελανιός, απέναντι από τα Ψαρά βρήκαν καταφύγιο περίπου 10.000 Χιώτες και περίμεναν τα ψαριανά πλοία να τους μεταφέρουν στα Ψαρά. Δυστυχώς, όμως, η μεγάλη θαλασσοταραχή τους στάθηκε εμπόδιο και σφαγιάσθηκαν σχεδόν όλοι από τους Τούρκους με απερίγραπτη λύσσα. Ήταν μάλιστα τόσο πολύ το αίμα των αθώων, που η θάλασσα μελάνιασε γύρω από τον κάβο και την παραλία.

Πέντε μέρες μετά, στις 23 Απριλίου του 1822 απαγχονίστηκαν στην τάφρο του Κάστρου της πόλης της Χίου ο τότε Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, ο διάκονός του Μακάριος Γαρρής ή Γέμελος και 9 πρόκριτοι. Στη συνέχεια, θανατώθηκαν ανά δέκα με τον ίδιο τρόπο και οι υπόλοιποι 60 δημογέροντες που ήταν φυλακισμένοι σε μια σκοτεινή και υγρή φυλακή του Κάστρου. Τα σκοτωμένα σώματά τους χλευάστηκαν από τους Τούρκους, οι οποίοι τα έριξαν μετά στη θάλασσα.

Λίγες μέρες μετά την καταστροφή, σχεδιάστηκε ναυτική επίθεση του στόλου των τριών ναυτικών νησιών εναντίον του τουρκικού στόλου στο στενό του Τσεσμέ. Στις 18 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίθεση. Οι Έλληνες έκαναν αρκετές ζημιές στον τούρκικο στόλο, αλλά απέτυχαν να πυρπολήσουν τη ναυαρχίδα του Καρά Αλή.

Την 1η Ιουνίου του 1822 ο Ψαριανός Κωνσταντίνος Κανάρης μαζί με τον Υδραίο Ανδρέα Πιπίνο και 40 Ψαριανούς ξεκίνησαν από τα Ψαρά με 2 πυρπολικά και 4 περιπολικά πλοία και, αφού μετέλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων, μπήκαν στο στενό της Χίου με βόρειο άνεμο. Κρύφτηκαν και περίμεναν να βραδιάσει. Τέλειωνε τότε, 6 του μηνός Ιουνίου, το Ραμαζάνι των Τούρκων και ξεκινούσε η γιορτή του Μπαϊραμιού. Στην τουρκική ναυαρχίδα επικρατούσε χαρά και κέφι με πολλούς καλεσμένους και κάποιες δυστυχισμένες αιχμάλωτες, περίπου 2000 άτομα. Τότε τα δύο πυρπολικά κατάφεραν να μπουν ανάμεσα στα τουρκικά πλοία. Ο Κανάρης κατευθύνθηκε κατά την ναυαρχίδας του Καρά Αλή, ενώ ο Πιπίνος κατά της υποναυαρχίδας. Ο Κανάρης τα κατάφερε να πυρπολήσει την ναυαρχίδα, ενώ ο Πιπίνος δεν τα κατάφερε, γιατί βιάστηκε και έγινε αντιληπτός από τους Τούρκους. Η ναυαρχίδα, όμως, τυλίχθηκε στις φλόγες και μετά ανατινάχτηκε, σκοτώνοντας και τον Καρά Αλή. Μ’ αυτόν, λοιπόν, τον τρόπο ο Κανάρης εκδικήθηκε τη Σφαγή της Χίου.

Στις 7 Ιουνίου εξαπολύεται και τρίτο γιουρούσι των μαινόμενων Τούρκων στα Μαστιχοχώρια και ολοκληρώνεται η καταστροφή του νησιού.

Το νησί ερημώθηκε. Οι Τούρκοι έφεραν από τον Τσεσμέ άλλους 600 Χριστιανούς για να μαζέψουν τη μαστίχα. Αυτοί, όμως, αγνοούσαν την καλλιέργειά της, κι έτσι οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αφήσουν ελεύθερους αρκετούς Μαστιχοχωρίτες για να καλλιεργήσουν τους σκίνους.

Μετά την καταστροφή, από τους 117.000 Χριστιανούς που ήταν ο τότε πληθυσμός της Χίου, έμειναν περίπου 1800 – 2000 άνθρωποι. 21.000 ήταν οι διασωθέντες φυγάδες, από τους οποίους οι 2.000 είχαν κρυφτεί στα βουνά και στις σπηλιές, και οι οποίοι κατέφυγαν στα Ψαρά, Τήνο, Σύρο, Άνδρο, Αγκώνα, Τεργέστη, Μασσαλία, Οδησσό, Μάλτα, Λονδίνο κ. ά. και 52.000 οι αιχμάλωτοι, που πουλήθηκαν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Υπολογίζουμε, δηλαδή, ότι σφαγιάσθηκαν περίπου 42.000 Χιώτες.

Οι Σφαγές της Χίου συγκλόνισαν όχι μόνο τον Ελληνισμό, αλλά και όλη την Ευρώπη. Οι εφημερίδες της εποχής εκείνης έγραφαν άρθρα εκφράζοντας τον αποτροπιασμό τους για τις μεγάλη Σφαγή. Βιβλία κυκλοφορούσαν στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία και οι Φιλέλληνες προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για να βοηθήσουν τα θύματα. Από τη μεγάλη Σφαγή της Χίου εμπνεύστηκε ο μεγάλος Γάλλος ζωγράφος Ντελακρουά τον περίφημο πίνακά του, Η Σφαγή της Χίου, που κοσμεί σήμερα το Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι (αντίγραφό του φυλάσσεται στο Βυζαντινό Μουσείο Χίου) και ο Βίκτωρ Ουγκώ το εξαίρετο ποίημά του Το Ελληνόπουλο.

Εμείς οι Νεοέλληνες οφείλουμε τέτοια γεγονότα να μην τα λησμονούμε ως ελάχιστο φόρο τιμής σ’ όλους εκείνους που θυσίασαν τη ζωή τους για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι!!!!! Οφείλουμε να μην τα λησμονούμε για να μην επαναληφθούν στο μέλλον, για να μην τα ξαναζήσουμε!!!!!!!!

Βασική βιβλιογραφία:

1) Βίου Στυλιανού Γ. , Η Σφαγή της Χίου εις το στόμα του Χιακού λαού, Εισαγωγή-Επιμέλεια: Κων/νος Ι. Μερούσης, Excerpts in English, Χίος 32006. [Χίος 11921˙ (επιλογή από το έργο του σ. 9-104), Χίος 21989].

2) Βλαχογιάννη Ιωάννού, Χιακόν Αρχείον, τόμος πρώτος, εν Αθήναις 1924.

3) Βαχήτ πασά, Απομνημονεύματα πολιτικά του Βαχίτ Πασά, πρέσβεως εν Παρισίοις τω 1802, Ρεΐζ Εφέντη τω 1808, και τοποτηρητού της Χίου τω 1822, Εξ ανεκδότου τουρκικού ιδιοχειρογράφου ελευθέρως μεταφρασθέντα και σημειώσεσι συνοδευθέντα υπό Δ. Ε. Δ. , Εν Ερμουπόλει Σύρου 1861 [και ανατύπωση Αθήνα 1975]. Επανέκδοση το 2007στη Χίο με επιμέλεια και απόδοση στη νεοελληνική από το Νίκο Μίτση.

4) Κρουσουλούδη Νικολάου Σωτ., Ο βίος και το έργον του εθνομάρτυρος μητροπολίτου Χίου Πλάτωνος Φραγκιάδου (1776-1822), Θεσσαλονίκη 1981.

5) Σωτηράκη Νίκου Δ. , Η ματωμένη Χίος του 1822, Χίος 1991. [Επανέκδοση από τα παιδιά του του βιβλίου του Νίκου Σωτηράκη, Η ματωμένη Χίος του Εικοσιένα Χίος, Άγνωστοι ήρωες και Μάρτυρες, Χίος 1953].

6) Κώστα Ε. Φραγκομίχαλου, Οι σφαγές της Χίου το 1822: Ποιός ο ακριβής αριθμός των θυμάτων τους, Χίος 1999. [Αναδημοσίευση με τέσσερις προσθήκες από τον 6ο τόμο του περιοδικού του Συλλόγου Φιλολόγων Χίου Φιλολογική Χίος, Χίος 1997, σσ. 5-59].

7) http://www.chioshistory.gr/gr/itx/itx25.html. 

8) Καρατζά Κωνσταντίνου Γέωργ. , Η ιστορία της Ιεράς Μονής των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος & Βικεντίου της Χίου, Χίος 22010.

9) Περρή Νίκου Ζ., Η Χίος στην Εθνεγερσία, Χίος 1974.

10) Χανιώτη Ιωάννου Δημ. , Η Χίος του 1822, Αθήνα 1972.

Σύνδεσμος Κληρικών Χίου

Οι Έλληνες δεν πρέπει να ξεχνούν.

Ας μην ξεχνάμε ο απανταχού Ελληνισμός ότι η Βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου Ελισάβετ Β΄ κατά την διάρκεια της μακροχρόνιας βασιλεία της, υπήρξαν μελανές σελίδες που αφορούσαν τον Ελληνισμό.

Η μη απονομή χάριτος από βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ στους Κύπριους αγωνιστές της ΕΟΚΑ, είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθούν στην αγχόνη στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας από τις βρετανικές δυνάμεις της Κύπρου. Αυτά είναι γεγονότα βαθιά χαραγμένα στις ψυχές των Κυπρίων και Ελλαδιτών Ελλήνων και δεν διαγράφονται από την μνήμη μας.

Θα αναφέρω μόνο μία περίπτωση τον 18χρονο  Ευαγόρα Παλλικαρίδη. Τον τελευταίο άνθρωπο, αλλά και το νεότερο σε ηλικία που καταδικάστηκε σε απαγχονισμό χωρίς έλεος, με την Βασίλισσα Ελισάβετ να αρνείται να του δώσει χάρη, παρά τις μεγάλες και πολύπλευρες προσπάθειες που έγιναν…

Αναπολεί συγκινημένη η αδελφή του Ευαγόρα, κυρία Μαρούλα Βρυωνίδη – Παλληκαρίδη, «Θυμάμαι, σα να ήταν χθες, εκείνο το κρύο και μουντό απόγευμα της 13ης Μαρτίου του 1957. Ήταν η τελευταία επίσκεψή μας στον Ευαγόρα. Τον βρήκαμε όρθιο στο κελί του, πίσω από την κλειστή πόρτα. Μας χώριζε πυκνό σύρμα. Στεκόταν ευθυτενής και σίγουρος, έτοιμος να αντιμετωπίσει αυτό που θα συνέβαινε σε λίγες ώρες… το θάνατο. «Δεν θέλω να κλάψετε, ούτε να στεναχωριέστε», μας είπε. «Εγώ θα πάω στο Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος που απαγχονίζεται».

Ζητήσαμε από τους φρουρούς να μας ανοίξουν, για ένα τελευταίο αγκάλιασμα, ένα τελευταίο φιλί. Όμως η απάντηση ήρθε σκληρή: «Δεν επιτρέπεται».

Οι Άγγλοι αποικιοκράτες δεν τόλμησαν να παραδώσουν τη σορό του στους γονείς του για να την κηδέψουν. Φοβούνταν γενικό ξεσηκωμό του Κυπριακού Λαού στο ξόδι του. Την έθαψαν στο νεκροταφείο, στα «Φυλακισμένα Μνήματα» στην Λευκωσία, που έφτιαξαν μέσα στις φυλακές και στον ίδιο τάφο που έντεκα μέρες πριν είχαν θάψει το σταυραετό του Μαχαιρά, το θρυλικό Γρηγόρη Αυξεντίου.

Οι Έλληνες μπορεί να συγχωρούν, αλλά δεν πρέπει να αμνηστεύουν, και να ξεχνούν.

Και κλείνω με τους στίχους του Γιάννη Ρίτσου στον Αποχαιρετισμό

«Τ’ αληθινό μπόι του ανθρώπου 

μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς.

Τίποτ’ άλλο. Γεια σας»

Αναστάσιος Κωστόπουλος

Πηγή: https://anastasiosk.blogspot.com/2022/09/blog-post_81.html#more

Το πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων της Πόλης 

Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Το πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων της Πόλης

          Το πογκρόμ σε βάρος των 120.000 φιλήσυχων και ειρηνικών Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου 1955, από τον φανατισμένο και βάρβαρο τουρκικό όχλο είναι από τις μελανότερες σελίδες στην παγκόσμια ιστορία. Η  άνανδρη επίθεση οργανώθηκε από το βαθύ τουρκικό κράτος, που σήμερα κατευθύνει  ο Πρόεδρος Ερντογάν.

Η στρατηγική των Τούρκων είναι σταθερά ίδια: ο αφανισμός των Ελλήνων της Πόλης, ώστε να μην υπάρχουν ζωντανοί μάρτυρες, που να φανερώνουν την αλήθεια, ότι τα μέρη που η Τουρκία κατέχει ήσαν ελληνικά. Αυτό πράττει και στους ναούς της Αγίας Σοφίας, της Μονής της Χώρας, και στους διασκορπισμένους σε όλη την Τουρκία, που τους μετατρέπουν σε τζαμιά… Το βαθύ τουρκικό κράτος και ο πρόεδρος Ερντογάν δείχνουν ότι μισούν τους ελεύθερους Έλληνες, στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Δείχνουν ότι επιδιώκουν να μας ταπεινώσουν, να περιορίσουν τον χώρο στον οποίο ζούμε και να μας μετατρέψουν σε ημιελεύθερους ιθαγενείς υπό την παντόφλα του νεοσουλτανάτου τους.

          Τα όσα συνέβησαν στην Κωνσταντινούπολη τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου σε βάρος των Ελλήνων μοιάζουν με την παγκόσμια γνωστή «νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» ( 23 προς 24 Αυγούστου 1572) και την επίσης γνωστή «νύχτα των κρυστάλλων» (9 προς 10 Νοεμβρίου 1938). Στην πρώτη σφαγιάστηκαν από τους Ρωμαιοκαθολικούς χιλιάδες Ουγενότοι (Διαμαρτυρόμενοι), που ζούσαν στο Παρίσι και σε άλλα μέρη της Γαλλίας, καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν περιουσίες τους και πολλοί για να σωθούν έγιναν πρόσφυγες σε γειτονικές χώρες.

          Στη «νύχτα των κρυστάλλων» υπήρξε από το απάνθρωπο ναζιστικό καθεστώς προπαρασκευασμένο σχέδιο σε βάρος των Εβραίων της Γερμανίας και της Αυστρίας. Περιλάμβανε προβοκάτσια και απάνθρωπες επιθέσεις σε βάρος τους. Καταστράφηκαν   χιλιάδες σπίτια τους, άνω των 1500 συναγωγών, άνω των 7.000 καταστημάτων και πάνω από 30.000 Εβραίοι συνελήφθησαν, κακοποιήθηκαν και οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

          Στην Κωνσταντινούπολη υπήρξε επίσης οργανωμένο σχέδιο εξοντώσεως των Ελλήνων. Γνώριζε ο φανατισμένος τουρκικός όχλος ποιες είναι ελληνικές κατοικίες, ποια είναι τα καταστήματα των Ελλήνων. Λεηλάτησε 4.500 περίπου καταστήματα, κατέστρεψε πάνω από 1.000 σπίτια, βεβήλωσε τις Εκκλησίες, κατέστρεψε εικόνες και σταυρούς, μίανε τους τάφους των Πατριαρχών και χιλιάδων χριστανών. Χιλιάδες Έλληνες κακοποιήθηκαν, διαπομπεύθηκαν, βασανίστηκαν. Το τουρκικό κράτος μεθόδευσε τη μετατροπή των χιλιάδων Ελλήνων υπηκόων του σε αναγκαστικούς πρόσφυγες.

          Το σε βάρος των Ελλήνων της Πόλης πογκρόμ των Τούρκων δεν το κατάγγειλε παγκοσμίως το Ελληνικό κράτος. Η βαριά ασθένεια του  πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου (απεβίωσε μετά από λίγες ημέρες – 4/10/1955) και η «συμβουλή» του τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Φόστερ Ντάλες η Ελλάδα να μη δώσει συνέχεια στα τραγικά γεγονότα έκαμαν άνευρη την αντίδραση της χώρας μας.

          Τα γεγονότα του 1955 και ο πρόεδρος Ερντογάν, που μας «φοβέρισε», πως μια νύχτα θα δούμε τους Τούρκους στα  νησιά μας επιβάλλει πολιτική ηγεσία και λαός   να είμαστε ενωμένοι  και έτοιμοι να υπερασπισθούμε με κάθε θυσία την Πατρίδα μας.-

Πηγή: https://anastasiosk.blogspot.com/2022/09/blog-post_68.html#more