ΟΣΙΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ 20-1-2022

Αγιος Ευθυμιος

Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος

Μακάριοι είναι όσοι εγκατέλειψαν τον κόσμο και τα του κόσμου για την αγάπη προς τον Σωτήρα Χριστό. Μακάριοι είναι όσοι αγωνίζονται για να αποκτήσουν επικοινωνία με τον Θεό μέσον της καθαρής προσευχής. Μακάριοι είναι όσοι αγωνίζονται σ’ αυτή τη ζωή προς απόκτηση των αρετών. Μακάριοι είναι όσοι μετανόησαν και αποστρέφονται τα έργα της αμαρτίας. Μακάριοι είναι όσοι «αποθνήσκουν εν Κυρίω», διότι ο μισθός τους θα είναι πολύς στον ουρανό.

Σήμερα, η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία γιορτάζει την μνήμη του Οσίου Πατρός Ευθυμίου του Μεγάλου. Ο Όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε το 377 στη πόλη Μελιτηνή της Αρμενίας κοντά στον ποταμό Ευφράτη στα χρόνια του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Γρατιανού. Οι γονείς του, Παύλος και Διονυσία, ήσαν ευγενείς και ενάρετοι, αλλά δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Παρακαλούσαν τον Θεό καθημερινά να τους χαρίσει ένα παιδί και να παύσει τον πόνο τους.

Μία μέρα ενώ προσευχόντουσαν στο ναό του Αγίου Πολυεύκτου είδαν όραμα στο οποίο τους φανερώθηκε ότι οι προσευχές τους ακούσθηκαν από τον Κύριο και ότι θα αποκτήσουν παιδί που θα φέρει ευθυμία και χαρά σ’ όλους. Έτσι, όταν γεννήθηκε το παιδί τους το ονόμασαν Ευθύμιο. Σε ηλικία τριών χρόνων ο πατέρας του οσίου κοιμήθηκε και η μητέρα του τον πήγε στον αδελφό της, τον Ευδόξιο, που ήταν σύνεδρος του Μητροπολίτη Μελιτηνής Ευτρώϊου και τον αφιέρωσε στον Κύριο ,όπως ακριβώς έκαμε η Αγία Άννα με τον Σαμουήλ. Ο Ευτρώϊος βλέποντας τον Ευθύμιο προφήτευσε λέγοντας: «Σ’ αυτό το παιδί θα αναπαύεται το Πνεύμα του Κυρίου».

Έμαθε τα ιερά γράμματα και ως φιλόσοφος αποταμίευε όσα λόγια των θείων Γραφών και αγίων ανδρών άναπταν τον θείο έρωτα μέσα στη ψυχή του. Δαπανούσε όλο τον χρόνο του στην ανάγνωση των Θείων Γραφών και τις διηγήσεις των Αγίων. Διδάσκαλος και καθοδηγητής του υπήρξε ο Αρχιερέας Ακάκιος που τον χειροτόνησε παρά την θέλησή του Πρεσβύτερο και του ανάθεσε την ευθύνη όλων των Μοναστηριών. Ο Όσιος αγαπούσε την ησυχία και πήγαινε στους ναούς ή σε έρημους τόπους για να προσευχηθεί. Επισκέφθηκε τον Πανάγιο Τάφο και είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με πολλούς αγίους άνδρες. Σ’ ένα κελί της Λαύρας της Φαράν εγκαταστάθηκε έχοντας σαν εργόχειρο το πλέξιμο καλαθιών από βάϊα. Σ’ αυτό τον τόπο έζησε για πέντε ολόκληρα χρόνια απελευθερωμένος από τις φροντίδες του κόσμου και στοχαζόμενος μόνον τα μελλοντικά αγαθά της Βασιλείας του Θεού. Ο Όσιος Ευθύμιος προικίσθηκε από τον Θεό με το χάρισμα του να επιτελεί θαύματα και πολλούς ασθενείς θεράπευσε.

Πολλές φορές όταν προσευχόταν έβλεπαν οι άλλοι μοναχοί θεία φλόγα να κατεβαίνει και να τον περιβάλλει και κατά την Θεία Λειτουργία Αγγέλους να συλλειτουργούν μαζί του και να τον διακονούν. Ο Όσιος Ευθύμιος κοιμήθηκε σε μεγάλη ηλικία αφού έζησε μία αγία και οσιακή ζωή, με προσευχές και νηστείες, με άσκηση και πνευματικούς αγώνες, με αρετή και αγάπη, δίδοντας το παράδειγμα της μοναστικής ζωής και ταπείνωσης σ’ όλους. Ο Όσιος προανάγγελλε την κοίμησή του στους πατέρες της Μονής και έδωσε τις τελευταίες του συμβουλές.

Έτσι, στις 20 Ιανουαρίου του 473 ο Όσιος Ευθύμιος σε ηλικία 96 χρόνων παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο που τόσο πολύ αγάπησε.

Ο βίος και η πολιτεία του Οσίου Ευθυμίου του Μεγάλου πρέπει να γίνει αιτία να μιμηθούμε και εμείς την αγάπη, τις αρετές και τον θείο πόθο του αγίου ανδρός. Οι κοσμικοί θόρυβοι, οι καθημερινές απασχολήσεις και τα πολλά προβλήματα της ζωής μας αποσπούν την προσοχή μας από τα ουσιαστικά, τα αναγκαία και τα απολύτως απαραίτητα που χρειαζόμεθα για να κληρονομήσουμε την Βασιλεία του Θεού.

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μας διαβεβαίωσε, ότι ένα είναι το αναγκαίο, η σωτηρία μας. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά μέσα που έχουν δευτερεύουσα σημασία. Εξ άλλου, τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν κερδίσει όλο τον κόσμο και ζημιώσει ελάχιστα την ψυχή του, ή τι μπορεί να προσφέρει ως αντάλλαγμα γι’ αυτή;

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, ας αγωνισθούμε να απαλλαγούμε από τις επιθυμίες του ματαίου αυτού κόσμου και ας μιμηθούμε τον σημερινό Όσιο Ευθύμιο. Ας δοξολογήσουμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό με την χριστιανική μας ζωή και πολιτεία, ζώντες όπως Εκείνος όρισε.

Από το βιβλίο »Η πράξη του Ευαγγελίου (Ορθόδοξες ομιλίες)

Μεγάλου Ἀθανασίου 18-1-2022

Μεγας Αθανασιος

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος (ἀγῶνες καὶ περιπέτειες γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας)

Νὰ τοῦ πλέξουμε ἐγκώμια, ἀγαπητοί μου; Εἴμαστε πολὺ μικροί. Ἐκεῖνος εἶνε γίγαντας καὶ τὸ ὕψος του προκαλεῖ δέος. Ὅποιος διαβάζει τὸ βίο του αἰσθάνεται ἴλιγγο μπροστὰ στὴ φυσιογνωμία του. Ἐν τούτοις θὰ ψελλίσουμε κ᾿ ἐμεῖς λίγες λέξεις πρὸς τιμήν του.

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὠνομάστηκε μέγας, διότι στὴν ἐποχή του ἀγωνίστηκε μόνος νὰ κρατήσῃ τὴν ὀρθόδοξο πίστι. Κινδύνευε τότε ἡ Ὀρθοδοξία. Παρουσιάστηκε μία αἵρεσις, ἡ αἵρεσις τοῦ Ἀρείου, ποὺ ἔλεγε γιὰ τὸ Χριστό, ὅτι «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν»· δηλαδή, ἦταν κάποτε ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς δὲν ὑπῆρχε. Αὐτὴ ἦταν βλάσφημη ἰδέα ἐναντίον τῆς θεότητος τοῦ Λόγου καὶ τῆς αἰωνιότητος τοῦ Θεοῦ Λόγου. Αὐτό, τὸ ὅτι «ἦταν κάποτε ἐποχὴ ποὺ αὐτὸς δὲν ὑπῆρχε», μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, ἀλλ᾿ ὄχι γιὰ τὸ Χριστό. Διότι δὲν ὑπῆρξε ποτέ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Εἶνε ἄναρχος, αἰώνιος, ὑπεραιώνιος.

Ἐναντίον τοῦ Ἀρείου ἀγωνίστηκε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, καὶ μὲ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴ Γραφὴ τὸν κατετρόπωσε. Διότι τὴ Γραφὴ τὴν ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω. Σήμερα οἱ Χριστιανοί, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, δὲν διαβάζουμε Γραφή, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Νίκησε λοιπὸν λόγῳ τῆς πίστεώς του, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς.

Ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν. Ἀλλὰ ἀγωνίστηκε καὶ ἐναντίον μιᾶς ἄλλης παρατάξεως. Ποιᾶς παρατάξεως; Ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀρείου ἡ Ἐκκλησία εἶχε διχασθῆ – ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ διαίρεσι, ἀπὸ σχίσμα. Ὁ λαὸς τῆς Ἀλεξανδρείας ξαφνικὰ χωρίστηκε σὲ τρεῖς παρατάξεις. Ἡ μία ἦταν οἱ ὀρθόδοξοι, μὲ τὸ Μέγα Ἀθανάσιο. Ἡ ἄλλη, μὲ βασιλιᾶδες καὶ αὐτοκράτορες, ἦταν οἱ ἀρειανοί· αὐτοὶ ἔφεραν τὴ διαίρεσι. Καὶ ἡ ἄλλη παράταξι ἦταν οἱ ἡμιαρειανοί. Τί ἔλεγαν αὐτοί; Αὐτοὶ ἦταν οἱ «συμβιβαστικοί». Ἐμεῖς, ἔλεγαν, θέλουμε τὸ μέσον· οἱ ὀρθόδοξοι εἶνε τὸ ἕνα ἄκρο, οἱ ἀρειανοὶ τὸ ἄλλο ἄκρο· ἐμεῖς θὰ τοὺς συμβιβάσουμε.

– Νὰ ὑποχωρήσῃς κ᾿ ἐσύ, ἔλεγαν στὸν Ἀθανάσιο, νὰ ὑποχωρήσουν κι αὐτοί. Νὰ ὑποχωρήσῃς καὶ νὰ δεχθῇς στὸ «Πιστεύω» νὰ προστεθῇ ἕνα γράμμα, μόνο ἕνα μικρὸ γράμμα. Ἐκεῖ ποὺ λέει γιὰ τὸ Χριστὸ «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», νὰ προσθέσουμε τὸ γιῶτα («ι») καὶ ἀντὶ «ὁμοούσιον» νὰ γίνῃ «ὁμοιούσιον». –Ὄχι, εἶπε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Διότι ὅποιος ἀφαιρέσῃ ἢ προσθέσῃ ἔστω κ᾿ ἕνα γράμμα, θὰ εἶνε ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὸ «ὁμοούσιον» σημαίνει Θεός, τὸ «ὁμοιούσιον» σημαίνει ἄνθρωπος.

Δὲν ὑποχώρησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸν πολέμησαν μὲ λύσσα. Καὶ τί δὲν τὸν κατηγόρησαν! Εἶπαν, ὅτι ἀδικεῖ τοὺς παπᾶδες· ὅτι ἄλλους τοὺς ἔχει εὐνοουμένους καὶ ἄλλους ὄχι, ὅτι τὸν ἕνα τὸν ἔχει κοντά του καὶ τὸν ἄλλο μακριά. Ὅτι εἶνε σκληρός, ὅτι χτυπάει τοὺς παπᾶδες. Ὅτι πίνει. Ὅτι σκότωσε ἕνα παπᾶ. Ὅτι ἔκλεψε χρήματα ἀπὸ ᾿δῶ κι ἀπὸ ᾿κεῖ. Ὅτι εἶχε ἕνα πιθάρι νομίσματα καὶ τὰ ἔδωσε γιὰ ν᾿ ἀνατρέψῃ τὸ καθεστὼς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅτι ἐμπόδισε τὰ καράβια ν᾿ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρείας γιὰ νὰ μεταφέρουν σιτάρι στὴν Κωνσταντινούπολι. Ὅτι…· ὅτι…· ὅτι…· ἱστορία ὁλόκληρη.

Δικάστηκε καὶ καταδικάστηκε. Δικαιώθηκε ὅμως ἀπὸ τὴ Σύνοδο. Μόνο δύο περιστατικὰ θὰ σᾶς πῶ.

Τὸν συκοφάντησαν, ὅτι ἔκοψε τὸ χέρι ἑνὸς παπᾶ, τὸν ὁποῖο αὐτοὶ τὸν εἶχαν κρύψει. Λέει στὰ παιδιά του ὁ Ἀθανάσιος· Τρέξτε νὰ τὸν βρῆτε. Ἔψαξαν, τὸν βρῆκαν καὶ τὸν ἔφεραν στὴ Σύνοδο. –Ἔκοψες, λένε στὸν Ἀθανάσιο, τὸ χέρι τοῦ παπᾶ, καὶ μὲ τὸ χέρι αὐτὸ κάνεις μάγια… –Πόσα χέρια ἔχει κάθε ἄνθρωπος; τοὺς ἐρωτᾷ. –Δύο, ἀπαντοῦν. –Μήπως ὑπάρχει ἄνθρωπος μὲ τρία χέρια; –Ὄχι. Τότε λέει· –Φέρτε ἐδῶ τὸν παπᾶ. Ὅταν παρουσιάστηκε, τοὺς ἐρωτᾷ πάλι· –Εἶνε αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μὲ κατηγορεῖτε; –Αὐτός εἶνε. –Δεῖξε τὰ χέρια σου, τοῦ λέει (εἶχε δύο χέρια). Ἐὰν εἶχε καὶ τρίτο χέρι, λέει στοὺς κριτάς, τότε τοῦ ἔκοψα τὸ χέρι καὶ εἶμαι ἔνοχος. Ἔτσι ἀποδείχθηκε ἡ συκοφαντία.

Ἄλλη συκοφαντία ἦταν, ὅτι ἀτίμασε μιὰ κοπέλλα – ποιός; ἐκεῖνος ποὺ ζοῦσε σὰν ἄγγελος. Καὶ βρῆκαν μιὰ γυναῖκα, ἕνα πορνικὸ γύναιο, τὴν πλήρωσαν, καὶ τῆς εἶπαν· Ἐσὺ θὰ τὸν κατηγορήσῃς τὸν Ἀθανάσιο… Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἦταν μικρὸς στὸ ἀνάστημα, κοντός. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸν δικάσουν, πῆρε κοντὰ τὸ διᾶκο του, ποὺ εἶχε ἀνάστημα, φαινόταν σὰν δεσπότης. Τοῦ λέει λοιπόν· Στὸ δικαστήριο θὰ παρουσιαστῇς ἐσὺ καὶ θὰ κάνῃς ὅτι εἶσαι ἐγώ, ὁ Ἀθανάσιος. Ἄρχισε νὰ κλαίῃ τὸ γύναιο καὶ νὰ λέῃ, ὅτι Μιὰ νύχτα μὲ ἀτίμασε ὁ Ἀθανάσιος κ.λπ.. Ἔλεγε ἡμερομηνίες, χρονολογίες – ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ ἀπὸ συκοφαντίες γυναίκας. Ὅλοι πίστευαν, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος ἔκανε τὴν ἁμαρτία. Τότε παρουσιάζεται ὁ διᾶκος καὶ τῆς λέει· –Γιά κοίταξέ με καλά· ἐγὼ σὲ ἀτίμασα; –Ναί ἐσύ, λέει αὐτή (ποὺ οὔτε κἂν ἤξερε τὸν Ἀθανάσιο, οὔτε τὸν εἶχε δεῖ ποτὲ ποιός εἶνε). Ἔτσι πάλι ἀποδείχθηκε ἡ συκοφαντία.

Χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ἦταν, ὅτι ὑπῆρξε ἀδιάλλακτος. Δὲν ὑποχωροῦσε. Μία μέρα στὴν ἀρχιεπισκοπὴ τοῦ χτύπησε τὴν πόρτα ἕνας στρατηγός. –Ἔχεις γράμμα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει νὰ ἐκτελέσῃς ἀμέσως τὴν ἑξῆς διαταγή. Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θ᾿ ἀνοίξῃς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ θὰ βάλῃς μέσα τὸν Ἄρειο. –Ὕπαγε, στρατηγέ, καὶ ἀναπαύου…· θὰ κάνω τὸ καθῆκον μου, τοῦ λέει ὁ Ἀθανάσιος. Πέρασαν τρεῖς μέρες, δὲν ἄνοιξε τὶς πόρτες· ἄφησε τὸν Ἄρειο ἀπ᾿ ἔξω, δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μπῇ. Ἀπὸ ᾿κεῖ ἄρχισε ἡ μεγάλη περιπέτεια καὶ ἡ ἐξορία του. Διότι δὲν ἐπέτρεπε νὰ μποῦν αἱρετικοὶ στὴν ἐκκλησία· ἀγωνίστηκε γι᾿ αὐτό. Καὶ ὄχι μόνο ἀδιάλλακτος, ἀλλὰ καὶ θαρραλέος καὶ ἀτάραχος ἦταν.

Τὸν περικύκλωσαν στὴ μητρόπολί του τάγματα ὅλη νύχτα. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἀτάραχος, εἰρηνικός. Τὸ πρωί, ὅταν ἔφευγε γιὰ τὴν ἐξορία, ὁ οὐρανὸς ἦταν σκεπασμένος ἀπὸ σύννεφα. Τὰ πνευματικά του τέκνα ἔκλαιγαν. Τότε κοιτάζοντας τὰ σύννεφα τοὺς λέει· –Βλέπετε τὰ σύννεφα; ἔτσι εἶνε καὶ τὰ γεγονότα αὐτά· «νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται»· συννεφάκι εἶνε αὐτὸ ποὺ συμβαίνει, σύντομα θὰ περάσῃ καὶ θὰ φύγῃ.

Πέντε φορὲς ἐξωρίστηκε. Ἔζησε μέσα σὲ σπηλιές, σὲ χαράδρες, καὶ σὲ τάφους (μέσα σ᾿ ἕνα τάφο κρυβόταν). Καὶ ἔμεινε μόνος. Μόνος σήκωσε στοὺς ὤμους του τὴν Ὀρθοδοξία. Λένε στὴ μυθολογία, ὅτι τὴ Γῆ τὴ σήκωνε στοὺς ὤμους του ὁ λεγόμενος Ἄτλας. Ἀλλ᾿ αὐτὸ εἶνε μῦθος. Ἐδῶ εἶνε πραγματικότητα· ὅτι ὁ Ἀθανάσιος κράτησε μόνος στοὺς ὤμους του τὴν Ὀρθοδοξία ὁλόκληρη.

Τώρα ἐμεῖς τί ἔχουμε νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ αὐτά; Μεγάλοι Ἀθανάσιοι νὰ γίνουμε, δὲν μποροῦμε. Ἐμεῖς ὅλοι τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν κάνουμε. Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεό, ν᾿ ἀναδείξῃ νέα ἀναστήματα ποὺ θὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθόδοξο πίστι μας. Καὶ ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε Μεγάλοι Ἀθανάσιοι, ἂς γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Πολλοὶ μικροὶ Ἀθανάσιοι, ἑνωμένοι, μπορεῖ νὰ φτάσουν στὴν ἐνσάρκωσι τοῦ πνεύματος τῆς ἀντιστάσεως ὑπὲρ τῆς πίστεώς μας.

Σήμερα ζοῦν τὰ ἐγγόνια τοῦ Ἀρείου. Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ἀναστήθηκε στὰ πρόσωπα τῶν χιλιαστῶν. Οἱ χιλιασταὶ δὲν λένε τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ ῎Αρειος. Βάλλεται καὶ κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία, καὶ πρέπει νὰ σταθοῦμε φρουροὶ στὰ πνευματικὰ σύνορα. Μικροὶ – μεγάλοι νὰ γίνουμε ἕνας βράχος καὶ νὰ ποῦμε στὰ ἄγρια κύματα τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς· Ἄλτ! Εἴμαστε Ἕλληνες Χριστιανοί, δὲν θὰ περάσετε. Μασόνοι, ἄθεοι, χιλιασταί, φράγκοι, προτεστάντες, δὲν θὰ περάσετε. Ὄχι. Θὰ μείνουμε ἐδῶ ὅλοι, μία ψυχὴ – ἕνας λαός. Καὶ ἐλπίζω ὁ Θεός, ποὺ βοήθησε τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, θὰ βοηθήσῃ κ᾿ ἐμᾶς νὰ μείνουμε μέχρι τέλους πιστοὶ στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (2ο)

Ἡ Θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν (Λουκ. 17:11-19)

Θεραπεια 10 Λεπρων

Εὐεργέτης πρός τούς ἀχαρίστους

ὑπό ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Ὁ λεπρός Σαμαρείτης μόλις θεραπεύθηκε ἀπό τό Χριστό, δέν πῆγε στό σπίτι του, νά ἰδεῖ τούς δικούς του, νά τούς ἀγκαλιάσει, νά μοιρασθεῖ μαζί τους τή μεγάλη του χαρά, ἀλλά γύρισε πρό τά πίσω, ἀναζητώντας τόν μεγάλο του εὐεργέτη τό Χριστό. Καί μόλις Τόν βρῆκε, ἔπεσε μέ τό πρόσωπό του στά πόδια Του, δοξάζοντας τό Θεό μέ ὅλη του τήν ψυχή! Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς σημειώνει κατά λέξη: «Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι θεραπεύθηκε γύρισε δοξάζοντας μέ δυνατή φωνή τό Θεό, ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί τόν εὐχαρίστησε». (Λκ. 17:15-16).

Δέκα βαριά ἀρρώστους (λεπρούς) θεράπευσε ὁ Χριστός, ὅμως μόλις ἕνας βρέθηκε νά Τόν εὐχαριστήσει. Καί ὁ Χριστός εἶπε σάν «παράπονο»: «Δέν θεραπεύθηκαν καί οἱ δέκα. Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι; Κανένας δέν βρέθηκε νά γυρίσει νά δοξάσει τό Θεό;» (Λκ. 17:17-18) δείχνοντας μέ αὐτό ὅτι θέλει νά εὐχαριστοῦμε τούς εὐεργέτες μας, καί πάνω ἀπό ὅλα τόν μεγάλο εὐεργέτη καί σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστό!

Ἐπί Καλιγούλα (+41 μ.Χ.) ἕνας ρωμαῖος δοῦλος, ὀνόματι Ἀνδροκλῆς δραπέτευσε ἀπό τόν κύριό του καί κρύφθηκε σέ μιά σπηλιά (Ἀφρική). Ἐκεῖ μπῆκε καί ἕνα λιοντάρι! Εἶχε καρφωθεῖ στό πόδι του ἕνα ἀγκάθι καί παρακαλοῦσε τόν Ἀνδροκλῆ νά τοῦ βγάλει τό ἀγκάθι. Ὁ Ἀνδροκλῆς ἔβγαλε τό ἀγκάθι. Καί τό λιοντάρι ἀπό εὐγνωμοσύνη κυλιόταν στά πόδια τοῦ Ἀνδροκλῆ! Στή συνέχεια ὁ Ἀνδροκλῆς συλλαμβάνεται καί στέλνεται στή Ρώμη γιά νά κατασπαραχθεῖ ἀπό λιοντάρι. Ἄφηναν τό λιοντάρι νηστικό, ὥστε πεινασμένο νά ὁρμήσει στόν κατάδικο καί νά τόν κατασταπαράξει. Καί «κατά τύχη» τό λιοντάρι πού θά ἔτρωγε τόν Ἀνδροκλῆ, ἦταν τό λιοντάρι πού εὐεργέτησε ὁ ἴδιος ὁ Ἀνδροκλῆς. Καί μόλις τό ἔβγαλαν ἀπό τό κλουβί, ἔτρεξε καί βρέθηκε μπροστά στόν εὐεργέτη του τόν Ἀνδροκλῆ. Τόν ἀναγνώρισε! Ἐνῶ ἦταν νηστικό, ἄρχισε ἀπό εὐγνωμοσύνη νά τοῦ φιλεῖ τά πόδια καί νά κυλίεται μπροστά του καί στή συνέχεια γύρισε στό κλουβί του!

Ποιός δέν ἐπαινεῖ τή συμπεριφορά αὐτοῦ τοῦ λιονταριοῦ; Ποιός δέν τό ἐγκωμιάζει; Ὅμως πῶς αὐτό τό ἄλογο ζῶο, πού τό φυσικό του ἰδίωμα ἦταν, νά κατασπαράζει ἀνθρώπους, ἔκανε μιά τέτοια κίνηση; Ποιός τοῦ τό ἔμαθε; Ποιός τοῦ τό δίδαξε;

Ὁ Θεός πού τό ἔφτιαξε! Αὐτός τοῦ ἔδωσε τήν ἐντολή νά μήν κατατρώει τούς εὐεργέτες του, ἀλλά νά τούς εὐχαριστεῖ! Καί ὁ Θεός τό ἔκανε αὐτό, γιά νά προβληματίσει ἐμᾶς τούς δούλους Του, καί νά διδαχθοῦμε ἀπό τό λιοντάρι, ὥστε νά σεβόμαστε, νά εὐεργετοῦμε τούς εὐεργέτες μας! Ὅμως τό κακό μέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, δέν εἶναι ἁπλά ὅτι δέν ἀνταποδίδουμε καλό στό καλό, δέν εἶναι ἀκόμα ὅτι ξεχνᾶμε τό καλό πού μᾶς ἔχει κάνει ὁ ἄλλος, ἀλλά κάνουμε κάτι τό χειρότερο: Ἀνταποδίδουμε κακό στό καλό! Χίλια καλά νά μᾶς ἔχει κάνει ὁ ἄλλος, ἄν μᾶς κάνει ἕνα κακό, θά ξεχάσουμε τά χίλια καλά, καί θά κολλήσουμε σέ αὐτό τό ἕνα κακό καί θά τόν βλέπουμε σάν ἐχθρό μας, πρόθυμοι ἀκόμα καί νά τοῦ κάνουμε κακό! Ἐκπληκτικο! Τό ἕνα κακό διαγράφει μονομιᾶς τά χίλια καλά! Ἰδού ἡ «ταυτότητά» μας!

Ἐρώτημα: Μέ αὐτά τά ἀρνητικά δεδομένα πρέπει νά κάνουμε καλό στόν ἄλλο; Πρέπει νά εὐεργετοῦμε τόν ἄλλον, ὅταν κάποια στιγμή αὐτός ὁ ἄλλος μπορεῖ νά γίνει ἐχθρός μας;

Τήν ἀπάντηση μᾶς τή δίδει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: Σάν Θεός ἤξερε ὅτι οἱ Ἑβραῖοι θά Τόν σταύρωναν. Παρόλο αὐτό συνέχισε νά τούς εὐεργετεῖ, νά τούς θεραπεύει τούς ἀρρώστους τους, μέχρι καί τίς τελευταῖες μέρες Του. Τούς δέκα λεπρούς τούς θεράπευσε λίγες ἑβδομάδες πρίν ἀπό τήν σταύρωσή Του. (Λκ. 17:11-13). Ἐνῶ τρεῖς-τέσσερις μέρες πρίν ἀπό τόν Σταυρικό Του θάνατο θεράπευσε ἀπέξω στό Ναό κουτσούς καί τυφλούς πού Τόν πλησίασαν! (Μτ. 21:14). Καί ἤξερε ὅτι αὐτοί καί οἱ συγγενεῖς τους καί οἱ φίλοι τους σέ λίγο θά φωνάζουν: «Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν!». Ἀλλά καί πάνω στόν Σταυρό πού ἦταν, ἄν οἱ σταυρωτές Του Ἄννας ἤ Καϊάφας Τόν παρακαλοῦσαν, νά τούς θεραπεύσει ἀπό κάποια ἀρρώστια ὁ ἀνεξίκακος Κύριος θά τούς ἔκανε τή χάρη καί μάλιστα μέ τήν καρδιά του! Γιατί δέν ἔκανε τό καλό στόν ἄλλο, γιά νά τοῦ εἰποῦνε «εὐχαριστῶ», ἀλλά ἀπό ἀγάπη στόν πλησίον!

Πρᾶγμα πού σημαίνει γιά μᾶς, ὅτι θά πρέπει καί ἐμεῖς νά κάνουμε τό καλό στόν πλησίον, ἔστω καί αὐτός ἄν πρόκειται νά μᾶς σταυρώσει, (γιατί κάνουμε τό καλό ἀπό ἀγάπη στόν πλησίον μας, ὅπως μᾶς δίδαξε ἐμπράκτως ὁ Διδάσκαλός μας Ἰησοῦς Χριστός).

Τά ἀνωτέρω σημαίνουν: Κάνεις ἕνα μικρό καλό σέ κάποιον πού ξέρεις ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θά σέ καταφρονήσει ἤ θά σοῦ κάνει ἀκόμα καί κακό. Παράλληλα κάνεις καί ἕνα μεγάλο καλό σέ κάποιον πού ξέρεις ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θά σέ τιμήσει ἤ καί θά σοῦ τό ἀνταποδώσει μέ μεγαλύτερο καλό. Λοιπόν, τό πρῶτο μικρό καλό πού κάνεις, ἔχει ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ πιό μεγάλη ἀξία ἀπό τό δεύτερο μεγάλο καλό· γιατί μέ τό πρῶτο καλό, μιμεῖσαι ὅσο τό δυνατόν τόν ἀγαθό Χριστό, πού ἔκανε καλό σέ αὐτούς πού θά Τόν σταύρωναν!

Ἄς ἀγωνιζόμαστε, λοιπόν, νά κάνουμε τό καλό κατά μίμηση Χριστοῦ γιά νά ἔχουμε πλούσια τήν εὐλογία Του.

Τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου 15-1-2022

Αγιος Ιωαννης ο Καλυβίτης.jpg

Δῶστε στὰ παιδιὰ τὸ Εὐαγγέλιο

Ὅποιος, ἀγαπητοί μου, ἀκούει τὸ πρωὶ τὴν καμπάνα, τρέχει στὴν ἐκκλησία καὶ παρακολουθεῖ μὲ προσοχὴ ὅσα λέγονται, ὅποιος ἔχει αὐτιά, μάτια καὶ πρὸ παντὸς καρδιὰ –γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία φωνάζει «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (Θ. Λειτ.)–, ἔχει μεγάλη ὠφέλεια. Ἐκεῖ ὑπὸ τὴν πνοὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὅλα διδάσκουν· ἀναγνώσματα, ὑμνῳδίες, ἀπολυτίκια, τροπάρια, ἀπόστολος, εὐαγγέλιο. Ἀλλὰ σήμερα 15 Ἰανουαρίου, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, διδάσκει καὶ ὁ ἅγιος ποὺ ἑορτάζει· εἶνε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης. Γι᾽ αὐτὸ κ᾽ ἐμεῖς θὰ ποῦμε λίγα λόγια ἐπάνω στὸν βίο του.

Τὸν πέμπτο (5ο) αἰῶνα μ.Χ. στὴν Κωσταντινούπολι, ἐπὶ Λέοντος Σοφοῦ, ζοῦσε ἕνα εὐσεβὲς ἀντρόγυνο. Ὁ σύζυγος, ὁ Εὐτρόπιος, κατεῖχε μεγάλο ἀξίωμα στὴ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ἦταν συγκλητικός. Ἡ σύζυγός του Θεοδώρα ἦταν ἀπὸ τὶς πρῶτες κυρίες τῆς κοινωνίας. Καρπὸς τοῦ γάμου τους ἦταν τρία ἐκλεκτὰ παιδιά, ποὺ μαθήτευσαν κοντὰ στοὺς καλύτερους δασκάλους. Τὰ δύο ἔγιναν ἀξιωματοῦχοι. Ὁ τελευταῖος, ὁ Ἰωάννης, ἐνῷ κανεὶς θὰ περίμενε νὰ κάνῃ τὸ ἴδιο, δὲν τοὺς ἀκολούθησε.

Ἀπὸ τὰ μικρά του χρόνια μέσα του ἄναψε ἕνας μεγάλος ἔρωτας γιὰ τὸ Θεό. Ἀπὸ νωρὶς τὸ παιδὶ δείχνει τί ὄνειρα ἔχει. Ἔτσι καὶ ὁ μικρὸς Ἰωάννης ἔδειχνε τὴν κλίσι του. Κάθε Κυριακὴ πρῶτος στὴν ἐκκλησία, μὲ μάτια καὶ αὐτιὰ προσηλωμένα στὴ θεία λειτουργία. Καὶ στὸ σπίτι, ἀπ᾽ ὅλα τὰ βιβλία ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του, αὐτὸς ἀγαποῦσε περισσότερο καὶ ἤθελε ν᾽ ἀκούῃ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου.

Χαρακτηριστικὸ εἶνε καὶ τὸ ἑξῆς. Τότε τὰ βιβλία ἦταν σπάνια· δὲν ἦταν ὅπως τώρα, ποὺ τ᾽ ἀγοράζεις μὲ λίγα χρήματα. Δὲν ὑπῆρχε τυπογραφία, τὰ βιβλία ἦταν πανάκριβα. Ὁ μικρὸς Ἰωάννης ὅμως ἤθελε τὸ Εὐαγγέλιο νὰ μὴν τ᾽ ἀκούῃ μόνο στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ νὰ τό ᾽χῃ καὶ στὸ προσκέφαλό του. Ὅπως ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος στὸ προσκέφαλό του εἶχε τὸν Ὅμηρο, ἔτσι αὐτὸς ἤθελε νά ᾽χῃ τὸ Εὐαγγέλιο. Ζήτησε λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του ἕνα Εὐαγγέλιο. Ἐκεῖνοι πλήρωσαν καλλιγράφο, ἔδωσαν χρήματα πολλὰ γιὰ νὰ γράψῃ ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο μὲ ὡραῖα γράμματα, τὸ ἔδεσαν, τὸ χρύσωσαν, τὸ στόλισαν, καὶ τὸ ἔδωσαν στὸ παιδί τους.

Ἔτσι, μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ διάβαζε, ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης στὸ Χριστὸ μεγάλωνε. Καὶ φούντωσε ἀκόμη πιὸ πολὺ ὅταν ἀπὸ ᾽κεῖ πέρασε ἕνας ἀσκητής, ποὺ πήγαινε γιὰ προσκύνημα στὰ Ἰεροσόλυμα. Αὐτὸς τοῦ μίλησε γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, τὴν προσευχὴ καὶ τὸν μοναχικὸ βίο. Ὁ Ἰωάννης χάρηκε τόσο πολύ, ὥστε τοῦ ζήτησε ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὸ προσκύνημα νὰ τὸν πάρῃ μαζί του στὸ μοναστήρι.

Ὁ ἀσκητὴς αὐτὸς ἀνῆκε στὴ μονὴ τῶν Ἀκοιμήτων, τῆς ὁποίας τὰ ἐρείπια σῴζονται. Ἡ μονὴ αὐτὴ ἦταν ξακουστή· ἐκεῖ, ὅποια ὥρα κι ἂν πήγαινες, πρωὶ – μεσημέρι – βράδυ – μεσάνυχτα, ἄκουγες ψαλμῳδίες, δὲν σταματοῦσε ὁ ὕμνος καὶ ἡ δοξολογία στὸ Θεό. Οἱ καλόγεροι κρατοῦσαν βάρδιες, ὅπως οἱ στρατιῶτες στὰ φυλάκια τῶν συνόρων κι ὅπως οἱ ἐργάτες στὰ ἐργοστάσια. Ἦταν ἕνα αὐστηρὸ μοναστήρι.

Ἐκεῖ λοιπὸν ἤθελε νὰ πάῃ ὁ Ἰωάννης. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἦταν μικρὸς καὶ οἱ γονεῖς του, μολονότι εὐσεβεῖς, δὲν θὰ τοῦ ἔδιναν τὴν ἄδεια, γι᾽ αὐτὸ ἔφυγε ἀπ᾽ τὸ σπίτι κρυφά. Ὅσοι εἶστε γονεῖς, μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε τὴ λύπη τῶν γονέων του. Ἀνησύχησαν, βγῆκαν νύχτα στοὺς δρόμους ψάχνοντας, μὰ πουθενὰ ὁ Ἰωάννης. Τὸ πρωὶ ὁ πατέρας κινητοποίησε στρατό· ἔψαξαν σὲ λιμάνια, δρόμους, βουνὰ – φαράγγια, μὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν βροῦν. Ὁ πόνος τους μεγάλος, ἡ ὀδύνη ἀπερίγραπτη.

Καὶ ὁ Ἰωάννης; Ἔφτασε ἐκεῖ ποὺ ἐπιθυμοῦσε. Καὶ παρὰ τὴν ἡλικία του τὸν δέχτηκαν στὸ μοναστήρι. Καὶ πρόκοψε στὴ μοναχικὴ ζωή· ἔδειξε μεγάλο ζῆλο γιὰ τὴν ἄσκησι, τὴ νηστεία, τὴν προσευχή, γιὰ ὅλα τ᾽ ἀγωνίσματα.

Μὰ ἕνα «σκουλήκι» τὸν ἔτρωγε μέσα του, δὲν τὸν ἄφηνε νὰ ἡσυχάσῃ. Εἶχε φύγει κρυφά, εἶχε λυπήσει τοὺς καλοὺς γονεῖς του, κι αὐτὸ τό ᾽χε βάρος στὴν ψυχή. Ὁ χρόνος περνοῦσε, μὰ ὁ πόνος του δὲν γιατρευόταν. Γι᾽ αὐτὸ τελικά, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν καλογερική, χωρὶς ν᾽ ἀθετήσῃ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε μπροστὰ στὸ Χριστό, ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου νὰ ἐπιστρέψῃ στὸ πατρικό του.

Μιὰ μέρα, ἀφοῦ πῆρε τὴν εὐχὴ τοῦ ἡγουμένου καὶ ὅλης τῆς ἀδελφότητος, ξεκίνησε. Μεγάλος πιὰ καὶ ἀγνώριστος ἀπὸ τὴν ἄσκησι καὶ τὴν κακοπάθεια, νάτον κ᾽ ἐπιστρέφει. Στὸ δρόμο συνάντησε ἕνα ζητιάνο κουρελιάρη· βγάζει τὰ ροῦχα του, τοῦ τὰ δίνει, παίρνει τὰ ῥάκη τοῦ ζητιάνου καὶ τὰ φοράει αὐτός. Ξυπόλητος καὶ ταλαιπωρημένος πλησίασε στὸ σπίτι καὶ χτύπησε τὴν πόρτα. Τὰ σκυλιὰ γαύγισαν, βγῆκαν οἱ ὑπηρέτες, μὰ δὲν τὸν γνώρισαν. Οὔτε οἱ γονεῖς του τὸν ἀναγνώρισαν.

Μὴ σᾶς φανῇ παράξενο. Θυμᾶμαι μικρὸς στὸ χωριό μου, ὅταν γύρισαν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία τὰ παιδιὰ ποὺ πολέμησαν κ᾽ ἔφτασαν ὣς τὴν Ἄγκυρα. Ἦρθαν σκελετωμένα, κουρελιασμένα, ἐλεεινὰ – τρισάθλια. Δὲν τὰ γνωρίσαμε ὄχι ἐμεῖς οἱ χωριανοί, μὰ οὔτε οἱ μανάδες τους.

Ἔτσι καὶ τὸν Ἰωάννη. Ἡ μάνα κι ὁ πατέρας του τὸν συμπάθησαν σὰν ἕνα ξένο. Αὐτὸς ζήτησε μόνο νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ κάνῃ μιὰ καλύβα στὴν ἄκρη τῆς αὐλῆς τους καὶ νὰ μείνῃ ἐκεῖ. Καὶ ἔμεινε κλεισμένος ἐκεῖ τρία χρόνια, ὅπως ὁ Λάζαρος τῆς παραβολῆς στὸν «πυλῶνα» τοῦ πλουσίου (Λουκ. 16,20). Στὸ διάστημα αὐτὸ κανείς δὲν ὑπωψιάστηκε ὅτι ὁ ζητιάνος αὐτὸς εἶνε τὸ παιδὶ τοῦ ἄρχοντα. Τοῦ ἔδιναν φαγητό, μὰ αὐτὸς τὸ μοίραζε σὲ ἄλλους φτωχούς. Ἔζησε σκληρά, πιὸ σκληρὰ ἀπὸ ὅ,τι στὸ μοναστήρι του, περιφρονημένος ἀπὸ ὅλους.

Ὅταν ἔφτασε πιὰ τὸ τέλος του, ὁ Χριστὸς τὸν εἰδοποίησε, ὅτι φεύγει ἀπὸ τὸν κόσμο. Κάλεσε τότε τὴ μητέρα του καὶ τῆς ἔδωσε τὸ πολύτιμο κειμήλιο, τὸ Εὐαγγέλιό του. Ἐκείνη ἔκπληκτη ἔτρεξε νὰ τὸ δείξῃ στὸν ἄντρα της. Ἦρθαν λοιπὸν καὶ δύο μαζὶ στὴν καλύβα καὶ ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης τοὺς ἀπεκάλυψε τὸ μυστικό. Ἐγὼ εἶμαι, τοὺς εἶπε, τὸ παιδί σας ὁ Ἰωάννης· καὶ τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ εἶνε ἐκεῖνο ποὺ ἐσεῖς μοῦ δώσατε πρὶν δέκα χρόνια. Τώρα ὅμως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φύγω ἀπ᾽ τὴ ζωὴ αὐτή. Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴ φιλοξενία ποὺ μοῦ κάνατε, συχωρέστε με γιὰ τὴ λύπη ποὺ σᾶς προξένησα!… Ἔγινε μιὰ σκηνὴ ποὺ δὲν περιγράφεται. Ἔκλαιγαν οἱ γονεῖς, ἔκλαιγε κι ὁ Ἰωάννης. Χαρὰ γιὰ τὴν ἀναγνώρισι, λύπη γιὰ τὸν ἀποχωρισμό. Ἔτσι φτερούγισε στὰ οὐράνια ἡ ἁγία του ψυχή. Τὸν ἔθαψαν ἐκεῖ, στὴν καλύβα, καὶ κατόπιν στὸν τάφο χτίστηκε ναός. Τὸ σκήνωμά του ἔγινε βρύση ἰαμάτων καὶ ἄλλων θαυμάτων.

Αὐτή, ἀγαπητοί μου, μὲ λίγα φτωχὰ λόγια ἦταν ἡ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου, μιὰ συγκλονιστικὴ ἱστορία. Θά ᾽ρθῃ μιὰ μέρα ποὺ ὁ βίος του θὰ γίνῃ κινηματογραφικὸ ἔργο καὶ δὲν θὰ μείνῃ καρδιὰ ποὺ νὰ μὴ συγκινηθῇ καὶ μάτι ποὺ νὰ μὴ δακρύσῃ. Ἔχει στοιχεῖα σπουδαῖα, ποὺ συμπλέκουν σὲ μία ἀποκορύφωσι τὰ γνήσια ἀνθρώπινα συναισθήματα. Τελειώνω. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης μᾶς διδάσκει τρία πράγματα.

Τὸ ἕνα· στὰ χρόνια ἐκεῖνα ὑπῆρχε εὐλάβεια ὄχι μόνο στὰ φτωχόσπιτα ἀλλὰ καὶ στὰ ἀρχοντικά. Ἀπὸ᾽κεῖ βγῆκαν ἅγιοι, μάρτυρες, ὁμολογηταί, πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι κράτησε χίλια χρόνια ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία κ᾽ ἔγινε ὁ φάρος Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Τώρα; Ἡ εὐσέβεια ἔμεινε στὰ φτωχόσπιτα.

Τὸ δεύτερο· τί μεγάλο πρᾶγμα εἶνε ἡ ἐλεημοσύνη! Γιά φαντασθῆτε, ὅταν χτύπησε τὴν πόρτα τους, νὰ τὸν ἔδιωχναν! Θὰ ἔδιωχναν τὸ θησαυρό τους. Κ᾽ ἐσύ, ὅταν χτυπάῃ τὴν πόρτα σου ξένος, δὲν ξέρεις τί κρύβεται κάτω ἀπ᾽ αὐτόν· μπορεῖ νά ᾽νε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ποὺ μᾶς εἶπε «Ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40).

Καὶ τὸ τρίτο· ὁ ἅγιος Ἰωάννης διδάσκει τί ἀξία ἔχει τὸ Εὐαγγέλιο. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτό, δὲν θὰ ὑπῆρχε Ἰωάννης. Τὸ κράτησε στὰ χέρια του σὰν θησαυρό· ἦταν ὁ ὁδηγὸς στὴ ζωή του. Γονεῖς ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε· ἕνα Εὐαγγέλιο τότε κόστιζε μιὰ περιουσία, τώρα εἶνε προσιτό. Δαπάνησε, σὺ πατέρα, λίγα χρήματα, πάρε ἕνα Εὐαγγέλιο, γράψε πάνω σ᾽ αὐτὸ λίγα λόγια ἀπ᾽ τὴν καρδιά σου, καὶ δῶσ᾽ το στὸ παιδί. Μιὰ μέρα ἐσὺ θὰ μπῇς στὴ γῆ, θὰ γίνῃς χῶμα, μὰ τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ τὸ παιδί σου θὰ τὸ ἔχῃ σὰν ἀτίμητο δῶρο. Δὲν ὑπάρχει κάτι πολυτιμότερο· αὐτὸ εἶνε τὸ θεμέλιο τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς κοινωνίας. Ψάξτε στὰ πράγματα τῶν παιδιῶν, βρῆτε ὅ,τι κακὸ ὑπάρχει, βάλτε μιὰ ἅγια φωτιὰ καὶ κάψτε το. Δῶστε στὰ παιδιά σας τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο· αὐτὸ θὰ σώσῃ τὸν κόσμο.

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε ἡ ῥίζα κάθε εὐγενικοῦ πράγματος. Εἶνε ἡ δύναμις ποὺ φωτίζει, θερμαίνει, ἠλεκτρίζει. Σφουγγίζει τὰ δάκρυα, δείχνει τοὺς οὐρανούς, γεννᾷ ἥρωες. Αὐτὸ γέννησε καὶ τὸν Καλυβίτη. Διὰ πρεσβειῶν του ὁ Θεὸς εἴθε νὰ ἐλεήσῃ καὶ ὅλους ἐμᾶς· ἀμήν.

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτου