ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΡΑΔΥ

Ὁ Παμβασιλεὺς στὸν τάφο

«Μέτρα γῆς ὁ στήσας, ἐν σμικρῷ κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον, ἐκ μνημάτων τοὺς θανόντας ἀνιστῶν» (Α΄ στάσις ἐγκωμίων)

Ἄν ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, κλίμακες ποὺ ἀνεβάζουν τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου στὰ ὑπερκόσμια, σ᾿ αὐτὲς ἀνήκουν καὶ τὰ «τραγούδια τοῦ Θεοῦ». «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ» εἶνε οἱ ὕμνοι τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Ἡ ὀνομασία αὐτὴ δὲν εἶνε δική μου. Ὅσοι διαβάζετε Παπαδιαμάντη –καὶ σᾶς συνιστῶ νὰ διαβάζετε–, θὰ θυμᾶστε ἴσως τὸ ὁμώνυμο πασχαλινό του διήγημα.

Τὸ διήγημα «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ» ὁμιλεῖ γιὰ μικρὰ παιδιὰ τῶν Ἀθηνῶν ποὺ τοὺς ἄρεσε ν᾿ ἀκοῦνε τὸν Παπαδιαμάντη νὰ ψάλλῃ στὴν ἐκκλησία – πρᾶγμα ἀπίστευτο σήμερα, ποὺ ἄλλη μουσικὴ συγκινεῖ τὰ παιδιά μας. Ἕνα ἀπὸ τὰ εὐλογημένα παιδιὰ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὅπως ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος, τοῦ εἶπε μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα·

«–Αὐτὰ δὲν εἶναι τροπάρια, ποὺ ψαίλνετε, κύριε.

–Ἀλλὰ τί εἶναι, κορίτσι μου; ἠρώτησα.

–Αὐτὰ εἶναι σὰν γλυκὰ γλυκὰ τραγουδάκια» (Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Πασχαλινὰ διηγήματα, ἐκδ. «Ἑστίας», σ.196).

Ἕνα ἄλλο παιδάκι, ἡλικίας 9 ἐτῶν, στὸ τέλος μιᾶς ἀγρυπνίας στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, τὸν πλησίασε στὸ στασίδι μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του, τὸν χαιρέτησε καὶ τοῦ εἶπε· «–Ἐσύ, μπαρμπ᾿ – Ἀλέξανδρε, ψαίλνεις τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ» (ἔ.ἀ.).

Τὸ ἴδιο παιδάκι, ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 11 ἐτῶν, ἀρρώστησε βαρειὰ ἀπὸ τυφοειδῆ πυρετό. Τρεῖς μέρες προτοῦ ὁ Θεὸς νὰ τὸ πάρῃ κοντά του, ὁ κυρ – Ἀλέξανδρος πῆγε νὰ τὸ δῇ καὶ νὰ παρηγορήσῃ τοὺς δικούς του· «–Περαστικά, Κούλα. Δὲν ἔχεις τίποτα, κορίτσι μου.

–Ἄ! μπάρμπ᾿ – Ἀλέξανδρε, ἐψέλλισεν ἀσθενῶς. Πότε θὰ μοῦ πῇς πάλι τὰ θεῖα … τραγούδια;

–Ὅποτε θέλεις, Κούλα μου. Ἅμα γίνῃ ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον νὰ ἔλθῃς νὰ σοῦ τὰ πῶ.

–Νὰ μοῦ τὰ πῇς. Μὰ θὰ τ᾿ ἀκούσω;

–Ἅμα προσέχῃς, θὰ τ᾿ ἀκούσῃς…

–Ὤχ!

Ἐστέναξε, ἔκλεισε τὰ ὄμματα καὶ δὲν μοῦ ὡμίλησε πλέον.

…Μετὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν προεπέμπομεν εἰς τὸν τάφον» (ἔ.ἀ. σσ. 198-199).

Τί ἐννοοῦσαν τὰ ἀθῷα ἐκεῖνα παιδιὰ ὅταν ἔλεγαν «τραγούδια τοῦ Θεοῦ»; Ἐννοοῦσαν τὰ τροπάρια, ποὺ ἔψελνε ὁ Παπαδιαμάντης. Ἐννοοῦσαν ὕμνους σὰν τὸν ὡραῖο κανόνα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ποὺ ψάλλεται ἀπόψε, τὸ «Κύματι θαλάσσης…». «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ» εἶνε ὅλα ὅσα ψάλλουν οἱ ἀσκηταὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ δονοῦν κάθε ἀνθρώπινη καρδιὰ ὀρθοδόξου, ἀπὸ τὰ Οὐράλια ὄρη μέχρι τὴν Κύπρο. Καὶ θὰ πρέπῃ κανεὶς νὰ εἶνε ἀναίσθητος, νὰ εἶνε ὀπαδὸς τοῦ Ἐπικούρου καὶ τῆς ὕλης, γιὰ νὰ μὴ συγκινῆται τὸ εἶναι του ἀπὸ τὰ ὑπέροχα αὐτὰ ψάλματα.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν γλυκύτατο κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης…», ἐκεῖνο ποὺ ἑλκύει ἰδιαιτέρως ἀπόψε τοὺς πιστοὺς εἶνε τὰ μεγαλυνάρια ἢ ἐγκώμια, ποὺ εἶνε ποίημα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Ἕνα ἀπὸ τὰ ὑπέροχα αὐτὰ ἐγκώμια θὰ ἑρμηνεύσουμε.

«Μέτρα γῆς ὁ στήσας ἐν σμικρῷ κατοικεῖς,

Ἰησοῦ παμβασιλεῦ, τάφῳ σήμερον,

ἐκ μνημάτων τοὺς θανόντας ἀνιστῶν»

(Α΄ στάσις ἐγκωμίων).

Γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ ἐγκώμιο αὐτό, ἂς χρησιμοποιήσουμε ἕνα παράδειγμα. Παράδειγμα εἶνε τὸ αὐτοκίνητο. Ἕνα αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ κινῆται μὲ ἀσφάλεια καὶ νὰ μὴ κινδυνεύουν οἱ ἐπιβάτες, πρέπει νὰ ἔχῃ ῥυθμισμένα μὲ ἀκρίβεια ὅλα τὰ ἐξαρτήματά του. Αὐτὸ κάνουν τὰ διάφορα ἐργοστάσια ποὺ κατασκευάζουν καὶ τὰ διάφορα συνεργεῖα ποὺ ἐπισκευάζουν αὐτοκίνητα. Ὑπάρχει κάποιος ποὺ τὰ σχεδιάζει μὲ κάθε λεπτομέρεια, καὶ κάποιος ποὺ ὅταν πάθουν βλάβη γνωρίζει τί θὰ κάνῃ γιὰ νὰ διορθωθοῦν. Γιὰ ἕνα λεωφορεῖο 50 θέσεων, ποὺ ἐκτελεῖ συγκοινωνία, μπορεῖ κανεὶς λογικὸς ἄνθρωπος νὰ πῇ, ὅτι ἔτσι μόνο του φυτρώνει στὸ χωράφι καὶ ἔτσι μόνο του διορθώνεται ὅταν παθαίνῃ βλάβη; Ὄχι. Τὸ κάθε ὄχημα ἔχει τὸν κατασκευαστὴ καὶ τὸν ἐπισκευαστή του.

Κατὰ τὸ πνεῦμα τώρα τοῦ ἐγκωμίου αὐτοῦ «Μέτρα γῆς ὁ στήσας…» σᾶς δείχνω ἕνα ἄλλο τεράστιο λεωφορεῖο, ποὺ δὲν μεταφέρει 50 ἀλλὰ τρισήμισυ (3,5) δισεκατομμύρια ἐπιβάτες! Τρέχει συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως σὲ μιὰ ἀπέραντη τροχιά. Τρέχει ὄχι μὲ 50, 60, 70 ἢ 100 χιλιόμετρα τὴν ὥρα, ἀλλὰ μὲ 30 χιλιόμετρα τὸ δευτερόλεπτο! Καὶ ἐνῷ τρέχει στὸ διάστημα τόσο πολύ, δὲν τρακάρει. Τὸ λεωφορεῖο αὐτὸ ὀνομάζεται Γῆ. «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας», ἀναφωνοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸν ψαλμῳδὸ (Ψαλμ. 103,24) καὶ μὲ τοὺς ἀστρονόμους. Γιατὶ εἶνε σπάνιο νὰ βρῇς ἀστρονόμο ἄπιστο. Οἱ ἀστρονόμοι κατὰ κανόνα πιστεύουν βαθύτατα.

Τί λέει λοιπὸν ὁ ποιητής; Θεέ μου, σὺ δημιούργησες τὸν πλανήτη μας, σὺ ὥρισες τὰ μέτρα του, σὺ μέτρησες καὶ κρατᾷς τὰ ζύγια του. Ὅπως τὸ αὐτοκίνητο ἔχει τὰ ζύγια του καὶ ἂν τὰ χάσῃ πέφτει στὸ βάραθρο, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ εἶσαι ὁ «μέτρα Γῆς στήσας», ὁ κατασκευαστὴς τῆς Γῆς, αὐτὸς ποὺ κρατᾷ στὰ παντοδύναμα χέρια του τὰ ζύγια της. Καὶ ὄχι μόνο τῆς Γῆς ἀλλὰ καὶ τῶν ἑκατομμυρίων καὶ δισεκατομμυρίων πλανητῶν ποὺ αἰωροῦνται στὸ ἄπειρο.

Προσέξτε τὸ ἐγκώμιο· δὲν ἔχει λέξι περιττή, ὅπως στὴν Ἀκρόπολι δὲν θὰ βρῆτε λιθαράκι ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ τὴ θέσι του. Δὲν ὀνομάζει τὸ Χριστὸ ἁπλῶς βασιλέα –βασιλιᾶδες πέρασαν πολλοὶ ἀπὸ τὴ γῆ–, ἀλλὰ τὸν ὀνομάζει «παμβασιλέα». Προκαλεῖ ἴλιγγο στὸν ποιητὴ ἡ σκέψι, ὅτι ὁ Χριστὸς δημιούργησε τὸ σύμπαν, ἀπὸ τὶς τεράστιες σφαῖρες τοῦ οὐρανοῦ μέχρι τὰ μικρότερα φύκια τῶν θαλασσῶν. Καὶ ὁ ἴλιγγος αὐξάνει ὅταν σκέπτεται, ὅτι αὐτὸς ὁ Παμβασιλεὺς κατέρχεται ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ ἐδῶ στὴ Γῆ. Ταπεινώνεται, φορεῖ σάρκα ἀνθρώπινη, πεθαίνει ὡς θνητός. Καὶ τότε, αὐτὸς ποὺ δὲν τὸν χωροῦν οἱ οὐρανοί, χωρεῖ μέσα σ᾿ ἕνα μικρὸ τάφο! Αὐτὸ ἐκπλήσσει τὸν ποιητὴ καὶ λέει· Πῶς ἐσύ, ὁ δημιουργὸς ὅλης τῆς ἀπεράντου Γῆς, ἐσὺ ποὺ ἔχεις στὴν κυριότητά σου τὶς ἀχανεῖς ἐκτάσεις, περιορίζεσαι καὶ «κατοικεῖς ἐν σμικρῷ τάφῳ»;

Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ τάφος ἔχει κάτι θαυμαστὸ καὶ μοναδικό. Ἂν ἀνοίξουμε ὁποιοδήποτε τάφο, θὰ βροῦμε κόκκαλα, ἀκαθαρσία, σῆψι, δυσωδία· τὸ μικρόβιο τοῦ θανάτου ἐργάζεται παντοῦ. Μόνο σὲ ἕνα τάφο, στὸν πανάγιο τάφο τοῦ Χριστοῦ, δὲν παρουσιάστηκε φθορά. Μέσα σ᾿ αὐτὸν συνετρίβη ὁ ᾅδης, ἐκεῖ ἐπατήθη ὁ θάνατος. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν ἀνέστη τριήμερος ὁ Κύριος· αὐτὸ εἶνε τὸ θεμέλιο τῆς πίστεώς μας.

Τέλος ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος συμπληρώνει, ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν θεόσωμο ταφὴ καὶ τὴν ἀνάστασί του ἀπὸ τὸν τάφο ἄνοιξε τὸ δρόμο γιὰ τὴν κοινὴ ἀνάστασι ὅλων τῶν νεκρῶν. Ἐκεῖνος, λέει, ποὺ «κατοικεῖ ἐν σμικρῷ τάφῳ», αὐτὸς ἀνιστᾷ ἀπὸ τὰ μνήματα «τοὺς θανόντας». Τοὺς ἀνιστᾷ τώρα ἀπὸ τὰ μνήματα τῶν παθῶν, θὰ τοὺς ἀναστήσῃ δὲ καὶ σωματικῶς κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς δευτέρας παρουσίας του.

Αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ νοήματα περιέχει, ἀγαπητοί μου, τὸ μικρὸ αὐτὸ ἐγκώμιο. Γι᾿ αὐτὸ λέω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα ἄλλη ὡραιότερη θρησκεία ἀπὸ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει ὅμως τὴν πίστι αὐτὴ νὰ τὴ νιώθουμε βαθειὰ μέσα μας.

Μὲ τέτοια αἰσθήματα ἂς συνοδεύσουμε κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἐπιτάφιο. Μαζὶ μὲ τὴν Παναγία μας, μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ Νικόδημο, μαζὶ μὲ τὶς μυροφόρες γυναῖκες, μαζὶ μὲ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν. Διότι θὰ πῶ μιὰ πικρὰ ἀλήθεια. Ἐμεῖς εἴμαστε θεομπαῖχτες· στὰ μάτια μας δὲν ὑπάρχει δάκρυ, ἐνῷ σὲ ἄλλα καθεστῶτα οἱ Χριστιανοὶ σήμερα κλαῖνε. Ἐκεῖνοι αἰσθάνονται βαθύτατα τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ· ἐμεῖς μένουμε ἀπαθεῖς. Πολὺ λίγοι ἀπόψε θὰ αἰσθανθοῦν τὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἐσταυρωμένου. Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, μὲ συναίσθησι καὶ κατάνυξι ν᾿ ἀκολουθήσουμε τὸν ἐπιτάφιο καὶ νὰ συνοδεύσουμε τὸ Χριστό· ἀμήν.

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s