ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (2ο)

(Ἰω. 7:14-30)

Ἡ θαυμαστὴ διδαχὴ

«Τῆς ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἐδίδασκε. καὶ ἐθαύμαζον οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· Πῶς οὗτος γράμματα οἶδε μὴ μεμαθηκώς;» (Ἰω. 7,14-15)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ μοιάζει μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Ὅπως ἡ Σταυροπροσκύνησις βρίσκεται στὸ μέσον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἔτσι κι αὐτὴ βρίσκεται στὸ μέσον τοῦ Πεντηκοσταρίου, καὶ θεσπίστηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους πατέρας γιὰ νὰ συνδέῃ τὶς δύο μεγάλες ἑορτές. Πέρασαν, δηλαδή, ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως 25 μέρες καὶ ἄλλες 25 ἀκριβῶς ὑπολείπονται γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς. Ἐπειδὴ λοιπὸν βρισκόμαστε στὸ μέσον τοῦ Πεντηκοσταρίου, ὡρίστηκε νὰ διαβάζεται σήμερα ὡς εὐαγγέλιο ἡ περικοπὴ ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ φράσι «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης…» (Ἰω. 7,14). Ποιᾶς ἑορτῆς; Ὄχι ἀσφαλῶς τῆς δικῆς μας, ἀλλὰ μιᾶς ἑβραϊκῆς ἑορτῆς. Οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν τρεῖς μεγάλες ἑορτές· τὸ πάσχα, τὴν πεντηκοστή, καὶ τὴ σκηνοπηγία. Τί εἶνε ἡ σκηνοπηγία; Εἶνε μιὰ ἑορτή τους, ποὺ ὡρίστηκε γιὰ νὰ τοὺς ὑπενθυμίζῃ, ὅτι κάποτε οἱ πρόγονοί τους, ὅταν ἐπὶ 40 χρόνια περιπλανῶνταν στὴν ἔρημο, κατοικοῦσαν σὲ σκηνές, ὅπως οἱ στρατιῶτες ἐν καιρῷ ἀσκήσεων. Οἱ Ἑβραῖοι τὴν ἑορτάζουν ἐπὶ ὀκτὼ μέρες, κατὰ τὶς ὁποῖες ζοῦσαν σὲ σκηνές. Ἡ πρώτη μέρα ἦταν μεγαλύτερη, ἡ τελευταία ἦταν ἐπίσης μεγάλη.

Στὸ μέσον λοιπὸν τῆς ἑορτῆς τῆς σκηνοπηγίας ὁ Χριστός μας βρέθηκε στὰ Ἰεροσόλυμα. Πῆγε, λέει, στὸ ναὸ κ᾿ ἐκεῖ ἐδίδασκε. «Καὶ ἐθαύμαζον οἱ Ἰουδαῖοι» (Ἰω. 7,14). Τὸν ἤξεραν. Ἤξεραν τὴ μητέρα του. Ἤξεραν τὸν ἴδιο ποὺ ἦταν φτωχός, ἐργατικός, ἀμόρφωτος. Ἀποροῦσαν λοιπὸν κ᾿ ἔλεγαν· Μὰ πῶς αὐτὸς γνωρίζει τόσα πράγματα «γράμματα μὴ μεμαθηκώς;» (ἔ.ἀ. 7,15). Σχολεῖο δὲν πάτησε· ἀπὸ ποῦ αὐτὴ ἡ σοφία καὶ ἡ διδασκαλία;

Προκαλοῦσε θαυμασμὸ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ στοὺς Ἰουδαίους. Καὶ μόνο στοὺς Ἰουδαίους; Καὶ μέχρι σήμερα καὶ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ θὰ προκαλῇ τὸ θαυμασμὸ ὅλου τοῦ ἐπιγείου καὶ τοῦ ἀγγελικοῦ κόσμου. Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ εἶνε οὐρανομήκης, ἄφθαστη. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καὶ πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστὸν παρουσιάστηκαν ἔξοχα πνεύματα, ποιηταί, ῥήτορες καὶ φιλόσοφοι, ποὺ ἔλαμψαν στὸν κόσμο. Ποῦ εἶνε ὅμως τώρα ἡ διδασκαλία τους, ποῦ οἱ μαθηταί τους, ποιός τοὺς θυμᾶται; Ἔσβησαν ὅπως οἱ ρουκκέττες τὴ νύχτα. Ἕνας εἶνε ὁ ἥλιος ὁ ἄδυτος, ὁ Χριστός.

Δίδασκε ὁ Χριστὸς καὶ θαύμαζαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ἀλλὰ ποιό εἶνε ἐκεῖνο ποὺ προκαλεῖ τὸ θαυμασμό; Ποιό εἶνε τὸ θέλγητο τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ; Ποιό εἶνε τὸ μυστικό της, ποὺ δὲν τὸ ἔχει καμμιά ἄλλη διδασκαλία; Εἶνε, ἀδελφοί μου, ἡ ἁπλότης. Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἁπλᾶ. Θέλετε μερικὰ παραδείγματα;

Ἔστυψαν τὰ μυαλά τους οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ βροῦν τί εἶνε Θεός. Εἶπαν καὶ ἔγραψαν βιβλία ὁλόκληρα. Μὰ ὁ Χριστὸς τὸ ἔλυσε αὐτὸ σὲ μιὰ ἁπλοϊκὴ γυναῖκα, στὴ Σαμαρείτιδα. Στὸ ἐρώτημα, τί εἶνε ὁ Θεὸς καὶ ποῦ καὶ πῶς νὰ τὸν λατρεύουμε, τῆς ἀπήντησε μὲ λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ· «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰω. 4,24). Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τοὺς περιορισμοὺς τῆς ὕλης. Μπορεῖ νὰ λατρεύεται παντοῦ καὶ πάντοτε. Ἡ καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ γίνῃ ἐκκλησιὰ καὶ θυσιαστήριο. Μέσα ἐκεῖ, ἀπαύστως καὶ μυστικῶς, ὑμνεῖται καὶ προσκυνεῖται.

Ἄλλο. Ζητοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι νὰ ὁρίσουν τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Εἶνε μόνο σῶμα, στομάχι, κοιλιά;… Λάθος. Παραπάνω ἀπ᾿ αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος εἶνε κάτι ἄλλο. Τί εἶνε; Ψυχὴ ἀθάνατη! Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37).

Ἕνα ἄλλο φλέγον ζήτημα εἶνε τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα· πῶς θὰ ῥυθμίσουμε τὶς σχέσεις μας ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο, πῶς θὰ φᾶμε γλυκὸ ψωμὶ Ἀνατολὴ καὶ Δύσις. Κι αὐτὸ τὸ ἔλυσε ὁ Χριστὸς μὲ τὰ σύντομα λόγια· «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31). Τὸ κακό, ποὺ δὲν θέλεις νὰ σοῦ κάνῃ ὁ γείτονάς σου, μὴν τὸ κάνῃς κ᾿ ἐσὺ σ᾿ αὐτόν· καὶ τὸ καλὸ ποὺ ἐπιθυμεῖς νὰ σοῦ κάνῃ, κάν᾿ το κ᾿ ἐσύ.

Τέλος κάτι ποὺ συνοψίζει ὅλο τὸ νόημα τῆς ζωῆς σὲ δυὸ λέξεις. Ἄσε τὶς φιλοσοφίες ποὺ εἶνε ἄχυρο. Κλεῖσε ὅλα τ᾿ ἄλλα βιβλία κι ἄνοιξε τὸ Εὐαγγέλιο. Θυμήσου τὸν Ἐσταυρωμένο, ποὺ εἶπε· «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω. 13,34), ν᾿ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Νά τὸ κλειδί, νά ἡ βάσις, νά τὸ πᾶν.

Θαύμαζαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀκούγοντας τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ ὁ ἴδιος, ἐξηγώντας γιατί ἡ διδασκαλία του εἶνε ἀκαταγώνιστη, ἐτόνισε τὴν προέλευσί της. Ἡ διδασκαλία αὐτή, εἶπε, δὲν εἶνε δική μου· εἶνε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα· «Ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμή, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με» (ἔ.ἀ. 7,16). Ἡ διδασκαλία μου δὲν εἶνε ἐπήρεια ἢ δάνειο ἀπὸ ἰδέες τῆς ἐποχῆς, δὲν εἶνε μεῖγμα καὶ μωσαϊκὸ ἀνθρωπίνων ἀντιλήψεων, δὲν εἶνε γήινη καὶ χωμάτινη. Ὁ σπόρος ποὺ ἔσπειρε ὁ Χριστὸς ἦρθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Γι᾿ αὐτό, ὅταν πέφτῃ σὲ εὐγενικὲς καρδιές, δίνει τὰ ὡραιότερα λουλούδια.

Θὰ πῆτε· Μὰ ἂν εἶνε ἔτσι, γιατί δὲν πιστεύουν ὅλοι στὴ διδασκαλία αὐτή; Ἡ αἰτία –ἀπαντᾷ τὸ Εὐαγγέλιο– δὲν εἶνε ὁ Χριστός· εἶνε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, εἶνε ἡ κακὴ προαίρεσι. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχῃ τὴ διάθεσι νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Χριστός, μέσα του δημιουργεῖται ἕνα αἴσθημα δυσαρεσκείας ἐναντίον τῆς ἁγίας του διδασκαλίας. Ὑπάρχει πιὸ γλυκὸ πρᾶγμα ἀπὸ τὸ φῶς; Ὅταν ὅμως τὰ μάτια πάσχουν ἀπὸ ὀφθαλμίασι, δὲν θέλουν τὸ φῶς· θέλουν σκοτάδι. Ἔτσι ὑπάρχουν καὶ ψυχὲς σκοτεινές, διεφθαρμένες, ποὺ δὲν ἀγαποῦν τὴ φωτεινὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ὅποιος ἀμφιβάλλει ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἀπὸ τὸ Θεό, ἂς προσπαθήσῃ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ. Κι ἂν δὲν μπορῇ πλήρως διὰ μιᾶς, ἂς ἀρχίσῃ ἔστω σταδιακῶς. Ἂν ἡ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ εἶνε χίλια γράμματα, ἂς προσπαθήσῃ νὰ ἐφαρμόζῃ ἕνα γράμμα κάθε βδομάδα· ὅπως τὸ παιδὶ στὸ σχολεῖο, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ ἄλφα, προχωρεῖ στὸ βῆτα, καὶ τέλος μαθαίνει τὸ ἀλφάβητο. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ ἐφαρμόζῃς ἕνα – ἕνα γράμμα ἀπ᾿ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ αἰσθανθῇς στὴν καρδιά σου μιὰ γλύκα. Δὲν εἶνε παραμύθι καὶ ῥητορεία αὐτά, εἶνε ζωή. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη θρησκεία ἀληθινὴ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστι μας. Ἂς τὴν πιστεύουμε λοιπόν.

Ἡ αἰτία τῆς ἀπιστίας εἶνε ἡ κακὴ προαίρεσι. Ἀκοῦμε ἀκοῦμε, μὰ δὲν ἐφαρμόζουμε. Γι᾿ αὐτὸ δὲν αἰσθανθήκαμε ἀκόμη τὴ γλύκα τοῦ Εὐαγγελίου. Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Σὰν ἕνα ποὺ κινδυνεύει νὰ πεθάνῃ ἀπὸ πεῖνα καί, ἐνῷ μπροστά του ἔχει ψωμί, δὲν τρώει. Ἢ σὰν κάποιον ποὺ καίγεται ἀπὸ δίψα καί, ἐνῷ μπροστά του τρέχει νερό, δὲν πίνει. Ἢ σὰν τὸν ἄρρωστο ποὺ κινδυνεύει νὰ πεθάνῃ καί, ἐνῷ ὑπάρχει φάρμακο, αὐτὸς δὲν τὸ παίρνει. Ἢ σὰν τὸ ναυαγὸ πού, ἐνῷ ὑπάρχει κοντά του σωσίβιο, αὐτὸς δὲν τὸ ἁρπάζει. Ψωμί, νερὸ γάργαρο, φάρμακο, σωσίβιο ψυχῆς καὶ σώματος εἶνε ὁ Χριστός, ἡ διδαχή του, τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα του.

Δίδασκε τότε ὁ Χριστὸς καὶ τὸν θαύμαζαν. Σήμερα; Καὶ σήμερα διδάσκει. Ποῦ διδάσκει; Αὐτὰ ποὺ λέει ἡ πιστὴ μάνα στὸ παιδί, ὁ ψυχωμένος δάσκαλος καὶ ὁ ταπεινὸς κατηχητὴς στὰ σχολειά τους, ὁ φλογερὸς ἱεροκήρυκας κι ὁ εὐλαβὴς παπᾶς στὸ ἐκκλησίασμα, ἕνα κήρυγμα εἶνε, ἀδελφοί μου.

Ζοῦμε σὲ χρόνια φρικτά. Ὁ διάβολος ἀπειλεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸν κόσμο. Ποιός δὲν τὸν ἀφήνει; Δὲν τὸν ἀφήνει ἡ Παναγία καὶ οἱ ἅγιοι μὲ τὶς πρεσβεῖες τους, τὰ ἀθῷα ἀγγελούδια ποὺ εἶνε στὶς κούνιες. Διαφορετικά, θὰ εἶχε πατήσει τὰ κουμπιὰ γιὰ ν᾿ ἀρχίσῃ ὁ Ἁρμαγεδὼν τῆς Ἀποκαλύψεως (Ἀπ. 16,16). Οἱ μεγάλοι ἔχουμε φύγει ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Εἴμαστε ἄξιοι νὰ πέσῃ φωτιὰ στὰ κεφάλια μας. Μία ἐλπίδα ἔχουμε· τὴ μετάνοια. Ἀδελφοί· πιστεύετε καὶ λατρεύετε τὸ Χριστό, ἐφαρμόζετε τὰ διδάγματά του; Τότε μὴ φοβᾶστε.

Ὦ ὕψιστε Θεέ, ὦ ἐσταυρωμένε Λυτρωτά, δὲς καὶ λυπήσου τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν σου! Ἀδελφοί! Ἂς μετανοήσουμε καὶ ἂς κλάψουμε ἐνώπιον τοῦ οὐρανίου Πατρός, ἂς ζητήσουμε νὰ ἐπανέλθῃ σ᾿ ἐμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, καὶ ἂς ζήσουμε κατὰ τὰ διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ὑμνοῦμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

(†) ἐπισκόπου Φλωρίνης Αὐγουστῖνου Καντιώτη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s